ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Φίνις Δε Στόρι

Άσκηση: Σας δίνεται η αρχή ενός κειμένου. Συνεχίστε το κείμενο και γράψτε την ιστορία του. 

1. Κιού

Το μόνο που της κρατούσε ζωντανό το ενδιαφέρον σε εκείνες τις διακοπές στην Αστυπάλαια ήταν οι καταδύσεις γύρω από τον βράχο. Κάθε πρωί έτρωγε μια μπουκιά τοστ, πασάλειβε μύτη κι αυτιά με αντηλιακό και βυθιζόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Εκείνο το πρωί το είδε. Ήταν σφηνωμένο ανάμεσα σε κάτι κόκκινα κοράλια: το διαγώνισμα αγγλικών της τρίτης γυμνασίου, με καλοδιατηρημένα τα γράμματά της με μπλε στυλό μπικ, λίγο πρασινισμένο στις άκρες, μα ξεκάθαρα εκεί, μπροστά στα μάτια της. Το όνομά της ευδιάκριτο στην κορυφή και λίγο παραδίπλα ο βαθμός της: 18,5. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως μάλλον κατά τη βουτιά είχε χτυπήσει το κεφάλι της σε κάποιον βράχο κι είχε αρχίσει να έχει παραισθήσεις. Ψηλάφησε το κρανίο της για να βρει πιθανά τραύματα, αλλά δε βρήκε τίποτα. Σκέφτηκε πως ίσως είχε κρατήσει την αναπνοή της για αρκετή ώρα κι είχε ζαλιστεί ή πως τη στένευε η μάσκα και δεν έβλεπε καλά. Καμία δικαιολογία δε στάθηκε αρκετά καλή απέναντι στην πραγματικότητα. Αυτό που συνέβαινε ήταν οτι το διαγώνισμα βρισκόταν εκεί, μπροστά στα μάτια της, δέκα χρόνια μετά. Ένιωσε σαν να ‘χει ξυπνήσει στη μέση της νύχτας, ιδρωμένη και ταραγμένη. Αν δε βρισκόταν στο νερό, σίγουρα θα ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πήρε το γραπτό στα χέρια της και κολύμπησε προς τα έξω.

Τρίτη γυμνασίου, Τρίπολη Αρκαδίας, δεν ένιωσε ποτέ να συνηθίζει το πρωινό ξύπνημα, ό,τι και να λένε το πρωινό ξύπνημα δε συνηθίζεται. Τρίτη ώρα διαγώνισμα αγγλικών. Στο ίδιο θρανίο με τη Νατάσα, θρανίο γεμάτο σχεδιάκια, καρδούλες, αστεράκια, K + Λ = LOVE,
Κ + Ν = B.F.F.E. Όπου Ν, Νατάσα, η καλύτερή της φίλη, η καλύτερή της φίλη που της έδινε κανονικότατα το γραπτό της στα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία, ενώ εκείνη της έδινε το δικό της στα αρχαία, τη γλώσσα και τα αγγλικά. Τρίτη ώρα διαγώνισμα αγγλικών και κλείστε όλοι τα βιβλία σας. Οι φιλενάδες πάντα παραδίδουν ίδια γραπτά, έτσι κάνουν οι φίλες φίλες. Έτσι κάνανε κι αυτές, γιατί ήταν φίλες φίλες. Έκανε πάσα το γραπτό στη Νατάσα να τα συμπληρώσει όλα. Όχι ότι ήταν κανένα ξεφτέρι στα αγγλικά, προς θεού, απλώς ήταν κάπως καλύτερη, κι έτσι είχαν συμφωνήσει να γράψει αυτή πρώτη. Σαράντα πέντε λεπτά μετά παραδώσανε γραπτά, δώσανε τα χέρια και βγήκαν για διάλειμμα, ικανοποιημένες με την επιτυχία.

Μια βδομάδα αργότερα η καθηγήτρια γύρισε με τα γραπτά. Κι οι δυο τους 18,5, αλλά η επιτυχία καταδικάστηκε ως αντιγραφή. Οι δυό τους οδηγήθηκαν πιασμένες χέρι χέρι στο γραφείο του ανακριτή, δηλαδή του διευθυντή. Όποια θα υπερασπιζόταν καλύτερα τον εαυτό της, θα κέρδιζε το πρωτότυπο γραπτό. Άφησε τη Νατάσα να κερδίσει τη δίκη, δεν την ένοιαζε και πολύ, δεν είχε σημασία. Εξάλλου, δεν τα πήγαινε ποτέ καλά στην αγόρευση. Δυστυχώς δεν τα πήγαινε καλά ούτε με την κυρία Τζακάκη, την αγγλικού, που μετά το συμβάν βάλθηκε να της κάνει τη ζωή μίζερη. Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί οι καθηγητές έχουν τέτοιο προσωπικό κόμπλεξ με την αντιγραφή, επέμενε σε έναν κόσμο που η ανταλλαγή γραπτών θα ήταν καθιερωμένο δικαίωμα όλων των μαθητών και το υποστήριζε ανοιχτά. Βασικά, αυτό που έκανε η κυρία Τζακάκη ήταν να την κάνει να νιώθει τούβλο, δηλαδή ξύλο απελέκητο, δηλαδή παντελώς άσχετη. Κι από το συμβάν αυτό κι έπειτα, δεν έπαυε να της το υπενθυμίζει κάθε φορά που την έβλεπε. 

Όλη αυτή η ενέργεια συσσωρεύτηκε, τελικά, στο κεφάλι της και την οδήγησε ένα όμορφο καλοκαιρινό πρωινό στους επιτυχόντες του τμήματος  Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Γιατί; Είναι απλό: γιατί ήθελε να της τρίψει στη μούρη πως ήταν ικανή και πως τόσα χρόνια την άφησε να πιστεύει αυτό που ήθελε. Ίσα ίσα το έπιασε το τμήμα, στο παρά πέντε, επιτυχία που της δίνανε λίγες πιθανότητες. Φυσικά η ικανοποίηση που πήρε ήταν ασήμαντη, μπροστά στη φρίκη που ένιωσε να την κατακλύζει την πρώτη εβδομάδα, μόλις, των μαθημάτων. Αλλά δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να τα παρατήσει. Χρώσταγε να παραμείνει στη θέση της, δε θυμόταν πια σε ποιον, αλλά κάπου το χρώσταγε.

Δέκα χρόνια πέρασαν από αυτό το διαγώνισμα. ΑΝ εκείνη τη μέρα δεν το είχανε κανονίσει έτσι, ΑΝ η φιλενάδα δεν είχε αντιγράψει το γραπτό της, ΑΝ η καθηγήτρια το είχε αφήσει να περάσει ασχολίαστο ή ΑΝ η ίδια είχε δηλώσει αθώα -αφού στο κάτω κάτω ήταν- τίποτα από αυτά δε θα είχε συμβεί. Ίσως να μην κατέληγε ποτέ στην Αθήνα, ίσως να είχε περάσει με την υπόλοιπη παρέα στη Θεσσαλονίκη, ίσως η Θεσσαλονίκη να της πήγαινε καλύτερα. Ίσως ο φραπές να ταίριαζε καλύτερα στο στομάχι της, ίσως εκεί να μη χανόταν, ίσως να γνώριζε καινούργιους γαμάτους φίλους, που θα τη σέρνανε στα γυμναστήρια και στα κλαμπ και για κοκτέιλς και για ψώνια. Ίσως θα πηγαίναν ένα βράδυ για ποτάκι στα λαδάδικα και θα γνώριζε τον Πέτρο ή τον Κωστάκη, κάποιον θα γνώριζε, και θα τον ερωτευόταν και θα του έγραφε μεγάλα, τεράστια, ατελείωτα γράμματα για να του εξομολογηθεί τον έρωτά της, κι αυτός θα της απαντούσε με σινεμά, θα διάλεγαν την αμερικανιά της σεζόν και θα της κράταγε το χέρι από το πρώτο λεπτό. Ίσως το χέρι του να ήταν ιδρωμένο, αλλά δε θα την ένοιαζε. Μετά θα συγκατοικούσαν, αυτή θα άφηνε το σπίτι και θα του κατσικωνόταν, θα γινόταν κολλητή με τους κολλητούς του, θα μάθαινε τους παίκτες της Άρσεναλ και πώς να παίζει στοίχημα με μεγάλη απόδοση. Θα έπαιρνε και το πτυχίο της, θα μαζευόταν το σόι πάνω για τα συγχαρίκια και θα της εύχονταν και για έναν καλό γάμο. Αυτή θα έκανε κάπως πως την ενοχλεί, αλλά από μέσα της θα σκεφτόταν μακάρι Παναγιά μου να μη μου φύγει ο Κωστάκης ή ο Πετράκης, και θα άνοιγε το κουτί με τα γλυκά να τους κεράσει για τις ευχές.

Πολλά θα μπορούσαν να είχαν πάει διαφορετικά, εξάλλου, ούτε που θυμόταν πια γιατί έκανε ό,τι έκανε, αλλά τώρα έγινε και πάει. Ξάπλωσε λιγάκι στον ήλιο, τον κοίταξε απευθείας και τα μάτια της πόνεσαν. Τράβηξε το ψυγειάκι κοντά της κι έβγαλε από μέσα μια Άμστελ. Άνοιξε το κουτάκι με τα νύχια της κι η μπύρα άφρισε από το κούνημα. Κοίταξε για λίγο τις παλάμες της που είχαν μουλιάσει απο το νερό. Είχε αρκετό χρόνο μέχρι τα χέρια της να καταλήξουν πραγματικά ζαρωμένα και εύθραυστα. Μέχρι τότε το νερό ήταν απλώς πρόβα. Ήπιε μια γουλιά, διάβασε ξανά το όνομά της και τον βαθμό της στο γραπτό. 

Δε γαμιέται, σκέφτηκε, καλά όλα τ’άλλα, μα με φαντάζεσαι εμένα με νύχι θεσσαλονικιάς; 

Κι έπιασε το αντηλιακό, γιατί κόντευε μεσημέρι, κι όλοι ξέρουμε πως το χειρότερο συμβαίνει μόνο σε εκείνους που ξεχνούν το αντηλιακό τους.

2. Μέλισσα

Του άρεσε να περιπλανιέται στα φοιτητικά αναγνωστήρια. Τον τελευταίο χρόνο, είχε γίνει γι’ αυτόν κάτι σαν χόμπι. Παρατηρούσε τι διάβαζε ο καθένας και από την ποσότητα των σημειώσεων στο περιθώριο του βιβλίου μπορούσε να συμπεράνει αν ο αναγνώστης ήταν επιμελής φοιτητής ή όχι. Ένα βράδυ, όταν ο κόσμος είχε πια σπάσει, έπιασε με την άκρη του ματιού του έναν κίτρινο φάκελο, πεταμένο στη γωνία της αίθουσας. Πλησίασε και τον σήκωσε. Τον έβαλε στην τσάντα του και έφυγε. Κλισέ να διαβάσει ένα όνομα με ωραία γράμματα πάνω δεξιά. Άρχισε να περπατάει γρήγορα και να μην κοιτάει κανέναν από τους τελευταίους φοιτητές στη βιβλιοθήκη. Ήταν θυμωμένος. Μπήκε στο αμάξι, έβαλε μπροστά και ξεκίνησε για το σπίτι. Οι λέξεις στο μπλοκ του ήταν: πορτοκαλί, αντηλιακό, λαδομπογιές. Το πορτοκαλί ήταν το χρώμα που σιχαινόταν. Η ηρωίδα του. Η ηρωίδα του αντιηλιακό δε φορούσε ποτέ και λαδομπογιές δεν αγόραζε. Ο ήρωας, όμως, σημείωνε όλες τις σκέψεις του για εκείνη, όσες μέρες κι αν περνούσαν. Οι λέξεις σπάραζαν μέσα του και κάθε γράμμα τού θύμιζε παλιές εικόνες. Η επανάληψη λέξεων είναι το πιο σπαρακτικό πράγμα του κόσμου, όμως εκείνος θα συνεχίσει να επαναλαμβάνει μέσα του λέξεις και φράσεις. «Μη στέλνετε γράμματα». «Μη στέλνετε γράμματα». «Μη στέλνετε γράμματα».

Οδηγάει μέχρι το Αιγάλεω και παρκάρει δύο στενά κάτω από το σπίτι. Μπαίνει μέσα και πετάει την τσάντα του. Κι ας ήταν δώρο. Τα δώρα που δεν έχουν κάρτα είναι τα πιο χαζά δώρα που κάνουν οι άνθρωποι. Στα γενέθλια τού πήρε δώρο μια τσάντα καφέ, όμως ξέχασε την κάρτα και έτρεχε να γράψει ένα ποστ-ιτ για να προλάβει την αντίδρασή του.

Ο ήρωας ανοίγει το ψυγείο και βγάζει τα μανιτάρια, ένα κρεμμύδι και τα μακαρόνια από το κάτω συρτάρι. Νερό βράζει, ξύλο κοπής, μαχαίρι, και τα χέρια του σαν τρελά κόβουν μανιτάρια σε άνισα κομμάτια. Και αναρωτιέται γιατί μόνο αυτό το μαχαίρι κόβει τόσο καλά. Μέσα στην ταραχή του, κόβει καταλάθος το δάχτυλό του. Πετάει το μαχαίρι και κάθεται στην καρέκλα. Κλαίει. Πρώτη φορά μετά τον χωρισμό, ο ήρωας κλαίει μέχρι να μην μπορεί να πάρει ανάσα. Κλαίει, γιατί, όπως λέει και ένας φίλος του, «θα κλαίμε πάντα για όλους τους έρωτες που αφήσαμε πίσω». Δεν τον ενοχλεί τόσο το δάχτυλό του που ματώνει, εξάλλου μια ζωή βιαζόταν να. Μια ζωή βιαζόταν να κόψει τα μανιτάρια για να φάνε νωρίτερα και να κάνει μπάνιο πριν η ηρωίδα φτάσει σπίτι και ακουστεί κλειδί. Μια ζωή που η βιασύνη έμπαινε στο δεξί του αυτί και καθόταν στωικά μέχρι να κάνει μπάνιο και να μεταφερθεί στην κοιλιά ή τα μπράτσα του.

Με μισό κομμένο και πονεμένο δάχτυλο, έφαγε μακαρόνια με μανιτάρια. Σκεφτόταν τον φάκελο που είχε κίτρινο χρώμα, άρεσε και στην ηρωίδα του. Το κίτρινο ήταν το αγαπημένο της χρώμα. Κίτρινα είναι τα λεμόνια και η λέμον πάι τα Σαββατοκύριακα, κίτρινα είναι τα συναισθήματα που ξεκινάνε από λάμδα, όπως λαχτάρα, κίτρινα είναι τα μάτια του όταν πέφτει ήλιος. Έτσι του έλεγε.

Το επόμενο πρωί, ξυπνάει από τον ήχο του κινητού. Ανοίγει την τσάντα, βγάζει τον φάκελο του γράμματος, δύο βιβλία και το κινητό. Μιλάει για είκοσι λεπτά κοιτώντας τον γείτονα να απλώνει στη βεράντα. Ψήνει καφέ και μασουλάει ένα κουλουράκι. Το σπίτι μυρίζει ελληνικό καφέ και η νοσταλγία του πλημμυρίζει το μπάνιο.

Κάθεται στο μπαλκόνι και πιάνει τον φάκελο. Αν διαβάσει αυτόν, θα διαβάσει και όλα τα δικά της γράμματα. Δεν έχει ανοίξει ακόμη όλα τα δικά της. Τον περιμένουν μήνες να τα ανοίξει, όμως εκείνος δεν το κάνει. Μετανιώνει. Κλείνει το παντζούρι, μπαίνει μέσα και σε δέκα λεπτά είναι στο αμάξι. Ο φάκελος πεσμένος στο πίσω κάθισμα. Μπαίνει στη βιβλιοθήκη και κάθεται σε μια θέση που έχει καλή θέα. Είναι γοητευτικό να παρατηρείς τους ανθρώπους όταν δεν το ξέρουν, όπως είναι γοητευτικό να ακούς τι λένε για σένα όταν κάνεις πως κοιμάσαι στον καναπέ. Σήμερα παρατηρεί τα στιλό τους. Σήμερα είναι η μέρα που τα στιλό θα πάρουν φωτιά για γράμματα που δε θα στείλουν ποτέ. Μια φορά της έγραψε «θέλω να διαβάσω εκείνο που δε μου έστειλες». Μια φορά η ζωή έμπαζε από παντού. Στιλό φαγωμένα από χείλη που δε φιλήθηκαν αρκετά. Στιλό χαλασμένα από έρωτες που μαράθηκαν. Στιλό ολοκαίνουργια που θυμίζουν διακοπές με αλάτι στα μαλλιά. Δεν κάνει πολλά, σβήνει και γράφει αφιερώσεις εραστών που ζουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα και γυρνάνε τα μαγαζιά και τα σπίτια σαν τις γάτες. Συνδέουν φαγητά με πολυκατοικίες και ακάλυπτους με κουβέντες αστικών οικογενειών. Βγάζει τον φάκελο και σημειώνει κάθε πιθανή αφιέρωση ανθρώπου σε γράμμα.

«Στην Αναστασία, που ξέρει πάντα πώς είναι να πέφτεις από τα σύννεφα και να κουτουλάς σε κολώνες».

Περνάει μέρες να σημειώνει αφιερώσεις που θυμίζουν λίστες για ψώνια.

«Για την Αλεξάνδρα, που αφήνει σημειώματα στο μετρό.»
«Στη Νίκη, που ακούει Μαρίζα και χορεύει μετά το μπάνιο.»
«Στη Στέλλα, που ξέρει να θαυμάζει.»
«Στη Νεφέλη, που αγάπησα απεριόριστα.»
«Στην Κατερίνα, που δεν έφυγε στιγμή.»

Φανταζόταν γυναίκες που ζούσαν στην Αγία Παρασκευή και σύχναζαν στον Άγιο Δημήτριο. Φανταζόταν άλλες ζωές που γέμιζαν τη δική του. Ζωές που ξυπνούσαν χαράματα και δούλευαν μέχρι αργά σε μπαρ με γέρους πελάτες. Ζωές πελατών και φοιτητριών σε αναγνωστήρια που διάβαζαν Μαλβίνα και πίστευαν πως «οι ερωτευμένοι δε θέτουν παρά μόνο τα προβλήματα που δεν μπορούν να λύσουν, γιατί καμία λύση δεν εξαντλεί τα ερωτικά προβλήματα». Είναι πάντα πιο εύκολο να ζούμε τις ζωές των άλλων και να βυθιζόμαστε στους δικούς μας καναπέδες. Το ήξερε, το είχε πάντα κατά νου. Έψαχνε τη ζωή που είχε χάσει. Ακόμη και τα μανιτάρια που έκοβε έπαιρναν το σχήμα του σώματός της. Σημείωνε για μήνες ονόματα και πιθανές εξομολογήσεις και παρατηρούσε ποιος θα ήταν ο παραλήπτης από τους φοιτητές που διάβαζαν συχνά εκεί. Ποιος το έγραψε και γιατί το πέταξε; Ένας τόσο κλειστός φάκελος για μήνες. Στα χέρια του ήρωα, που τρέμει να τον ανοίξει και να δει. Πιστεύει ακόμη πως το φύλλο μέσα ίσως είναι για εκείνον. Και η ηρωίδα τού ζητάει να είναι ξανά μαζί και χορεύουν στην πάνω αίθουσα χορού που τους αρέσει. Εκείνη στο θέατρο που σύχναζαν. Ελπίζει πως το γράμμα είναι δικό του. Και κυρίως φοβάται πως, αν δει τον παραλήπτη, θα σβήσει τον δικό του έρωτα. Θα κατεβάσει την άνω τελεία και θα σκίσει όλες τις λέξεις που του έμειναν. Ο κίτρινος φάκελος είναι η ηρωίδα του και την κουβαλάει μήνες τώρα.

Όσο περνάει ο καιρός, ο φάκελος δεν έχει πια κενό χώρο για να συνεχίζει να σημειώνει και εκείνος κουρασμένος τρώει στην κουζίνα. Μόνος. Σκέφτεται μονάχα πως η μοναξιά του γράφτηκε με όλους τους πιθανούς τρόπους. Γράφτηκε για να του πει πως έφυγε. Έφυγε ο έρωτας και βούτηξε σε μια άλλη, ξένη για τα μάτια του, θάλασσα που την κάνει να αναπνέει καλύτερα. Δε βουλιάζει κανείς πια. Ένας κίτρινος φάκελος με δεκάδες ονόματα και ποστ-ιτ ακουμπισμένα. Ένα σαλόνι γεμάτο γυναίκες που αγαπήθηκαν και αγάπησαν βαθειά και απεριόριστα, εκείνες που άνθισαν τόσο καιρό στη φαντασία του. Σαλόνι μικρό με μεγάλες ιστορίες γυναικών που ζουν απέναντι και αγαπούν τον Ιαπωνικό κινηματογράφο. Αυτές ήταν οι δικές του ηρωίδες μήνες τώρα.

Βράδυ Τρίτης. Παίζει μια ταινία του Καράξ στην τηλεόραση. Τρέλα. Ο ήρωας πιάνει τον φάκελο και η πρώτη σημειωμένη φράση είναι:

«Δε σου άρεσαν ποτέ οι προσφωνήσεις εσένα, τέτοια χαζή ήσουν».


artwork από Κυρία Διακριτική

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *