ΠΡΟΣΩΠΑ

Όταν γύριζε την Bella, η Θέλγια Πετράκη είχε την πόλη με το μέρος της

Για την Bella, την ταινία μικρού μήκους της Θέλγιας Πετράκη, είχαμε ακούσει καιρό τώρα. Το φιλμ έχει κάνει ήδη (πολύ) επιτυχημένους φεστιβαλικούς κύκλους στη Δράμα, τις Νύχτες Πρεμιέρας και, πιο πρόσφατα, το Διεθνές Φεστιβάλ Μικρού Μήκους του Μπουσάν, ωστόσο δεν είχαμε την τύχη να το προλάβουμε σε κάποια προβολή, διαδικτυακή ή μη. 

Χθες το πρωί, ο Καραγιαννό, με αφορμή την επαναπροβολή της ταινίας στο κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση στο YouTube, πάτησε play και απήλαυσε 24 λεπτά σινεμά· σινεμά που, παρά τη σύντομη φόρμα, καταφέρνει και σε μετακινεί συναισθηματικά, χρονικά, γεωγραφικά. Ήταν ένας ενθουσιασμός που δεν μπορούσε παρά να μοιραστεί με τη Σελέστ. Και αφού είχε πλέον δει και εκείνη την ταινία, μια συνέντευξη με τη σκηνοθέτιδα ήταν ήδη στα σκαριά. 

Η Άνθη (Ελένη Τοπαλίδου, εξαιρετική), αρχιτέκτονας και μητέρα, ζει στην Αθήνα του ’86-’87 και γράφει γράμματα στον Χρήστο, τον άντρα της, που βρίσκεται στη Σοβιετική Ένωση για μετεκπαίδευση. Του μεταφέρει νέα από μία γνώριμη καθημερινότητα. Στην αφήγηση της, όμως, γρήγορα τρυπώνει η προσμονή, η τρυφερότητα, η εμμονή. Ένας κόσμος που φαίνεται να αλλάζει θα ρίξει τη σκιά του πάνω από τη σχέση, που φαίνεται να αλλάζει κι αυτή. 

Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησε στο Περιπλόκ η σκηνοθέτιδα Θέλγια Πετράκη και την ευχαριστούμε πολύ: 

Η Bella είναι βασισμένη σε επιστολές ενός υπαρκτού προσώπου. Το υλικό αυτό είναι η αφορμή για να μιλήσεις για θεματικές που σε αφορούν ούτως ή αλλώς ή μια «μαρτυρία» που θέλεις να εξερευνήσεις; Μήπως είναι και τα δύο;

Και τα δύο. Όλο αυτό ξεκίνησε με την επιθυμία μου, αρχικά, να αποδώσω αυτό το ντοκουμέντο. Έτσι άρχισα την έρευνα για την περίοδο του 86΄-87΄. Παράλληλα, συνειδητοποίησα ότι όσο πιο πολλά μάθαινα για εκείνη την εποχή, τόσο πιο ουσιαστικά γνώριζα και καταλάβαινα την Άνθη και τα γράμματά της. Έτσι, κάπως αυθαίρετα και ίσως ασυνείδητα, μπήκα στη διαδικασία να διερευνήσω το δίπολο μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού. Που τελικά συνειδητοποιώ ότι πάντα με ενδιέφερε.

Έχεις αναφέρει ότι η Άνθη ήταν ένα πρόσωπο με το οποίο είχες κάποιου είδους σύνδεση. Η μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη ήταν μια διαδικασία λυτρωτική, αγχωτική, τιμητική; Φοβήθηκες ποτέ μήπως παρεμβαίνεις σε μια οικογενειακή υπόθεση;

Ήταν μια διαδικασία σχεδόν «μεταφυσική». Διότι, ενώ δε γνώρισα ποτέ αυτή τη γυναίκα, όταν διάβασα τα γράμματά της, ένιωσα μια απίστευτη σύνδεση μαζί της και μια ανάγκη βαθιά να πω αυτή την ιστορία της. Μια ανάγκη που με ξεπερνούσε, ξεπερνούσε κάθε φόβο μου, κάθε αναστολή, κάθε δυσκολία, κάθε ενδοιασμό.

Βρήκαμε αναζωογονητική την απεικόνιση μιας μητέρας που παράλληλα είναι σε επαφή με το συναίσθημά της, τον ερωτισμό, τη φαντασίωσή της. Κατά πόσο έπαιξε ρόλο σε αυτό το ότι είσαι μία γυναίκα που λέει την ιστορία μιας άλλης γυναίκας;

Έχουμε συνηθίσει στον κινηματογράφο να βλέπουμε τη γυναίκα, αλλά και τον κόσμο γενικά, περισσότερο από την αντρική οπτική, διότι η πλειοψηφία των σκηνοθετών, μέχρι πρότινος, ήταν άντρες. Αλλάζουν οι εποχές, όμως, μπαίνουν πιο πολλές γυναίκες στο σινεμά, και έτσι, πιστεύω, θα μας δοθεί η ευκαιρία να αποκτήσουμε μια πιο σφαιρική άποψη για τα πράγματα (επιτέλους).

Η βίντατζ αισθητική της ταινίας –αν και επιλογή που κάνουν πολλοί καθαρά για στυλιστικούς λόγους- είναι οργανικά ενταγμένη στην ιστορία. Γιατί επέλεξες τις συγκεκριμένες μνήμες από τα 80s (πχ λούνα παρκ, μόδα, τηλεόραση της εποχής) και τι φορτίο έχουν για εσένα;

Κάποιες από τις μνήμες είχαν αναφερθεί στα γράμματα, κάποιες άλλες προήλθαν από την παιδική μου ηλικία. Βρήκα τον εαυτό μου να θέλει οπωσδήποτε να επιστρέψει για λίγο στα 80s, έτσι ώστε να μπορέσω να κατανοήσω καταστάσεις που αφορούσαν τόσο τον κόσμο όσο και μένα. Καταστάσεις και γεγονότα, που για πολλούς λόγους, πέρα από το νεαρό της ηλικίας μου, ήταν αδύνατο να κατανοήσω τότε. (Ναι, έχουν βαρύ φορτίο για μένα, αλλά είναι μια υπόθεση που αφορά μάλλον μια επόμενη ταινία μου.)

Η ταινία είναι ένα κολάζ αρχειακού υλικού και κατασκευασμένων σκηνών, και είναι πραγματικά δύσκολο να διακρίνει κανείς τι είναι ντοκουμέντο και τι είναι επίπλαστο. Τι δυσκολίες έφερε αυτή η απόφαση ως προς το ρεπεράζ και τη διεύθυνση φωτογραφίας;

Αρκετές δυσκολίες, ήταν μια διαδικασία πρωτόγνωρη και επίπονη για όλους μας. Γοητευτήκαμε πολύ, όμως, νομίζω από αυτή τη διαδικασία, ίσως πολύ περισσότερο απ’ όσο δυσκολευτήκαμε. Ο Μανού Τιλίνσκι, ο φωτογράφος της Bella, πέρα από το ξεκάθαρο γεγονός ότι είναι ένας πολύ ταλαντούχος άνθρωπος, αφέθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη στη νέα προσέγγιση. Ενώ δεν ήμασταν βέβαιοι, ούτε αυτός ούτε εγώ, για το αποτέλεσμα του πειράματος. Είχαμε, βέβαια, την πόλη με το μέρος μας, μια πόλη που έχει μείνει πίσω στον χρόνο.

Μια ιστορία αγάπης εξελίσσεται ταυτόχρονα με την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ, ένα όνειρο που δεν ευδοκίμησε. Η άδοξη κατάληξη της τελευταίας προδικάζει ίσως το μέλλον του λαβ στόρι;

Ναι, φυσικά. Στη μεγάλου μήκους, αυτό το στοιχείο, η πολιτική διάσταση της ταινίας σε σχέση με την προσωπική τους ιστορία, θα διερευνηθεί πιο βαθιά.

Η προοπτική της μεγάλου μήκους ταινίας για την Bella μάς ενθουσιάζει! Τι μπορεί να κατέγραψε η βιντεοκάμερα του Κωνσταντίνου, αλλά δε συμπεριλήφθηκε στα 24’ της ταινίας; Θα ήθελες να εισβάλει στην αφήγηση και ο Χρήστος;

Πέρα από τα γράμματα της Άνθης, έχω στη διάθεσή μου και τα γράμματα του Χρήστου. Το κομμάτι «Μόσχα», θα αποτελέσει ένα μεγάλο και πολύ ουσιαστικό κεφάλαιο στη μεγάλου μήκους, οπότε και η αφήγηση του Χρήστου. Θα χρειαστώ, βέβαια, κατάλληλη ομάδα που θα με βοηθήσει στην έρευνα για την Ρωσία, διότι δε θα μπορέσω να την κάνω μόνη μου αυτή τη φορά.

Πριν κλείσουμε, θα θέλαμε να μας δώσεις τους τίτλους τριών αγαπημένων σου ταινιών.

Πέρυσι στο Μάρειμπαρκ, Αλέν Ρενέ
Θάνατος στη Βενετία, Λουκίνο Βισκόντι
Αποστροφή, Ρομάν Πολάνσκι

(δεν ξέρω τι μου έχει συμβεί τώρα τελευταία με τα 60s-70s, θα δείξει…)


επιμέλεια συνέντευξης: Καραγιαννό και Σελέστ

artwork: Άννα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *