ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Η Γαλαρία

Προειδοποίηση: βία, σκληρή γλώσσα, κακοποίηση ζώου, σεξισμός, ρατσισμός και ομοφοβία


Μέρος πρώτο: Εκεί που κρώζουν τα πουλιά

Την άνοιξη του ’84 η τάξη πνίγηκε στο μίσος. Θυμάμαι τα μάτια τους ν’ αστράφτουνε με μανία. Χέρια δεμένα σε γροθιές πάνω στα θρανία και σαγόνια σφιγμένα σαν τη μέγγενη. Στιγμή να μη φύλαγες τα νώτα σου και έτρωγες γομιά στο τριχωτό της κεφαλής, παράπονο στον καθηγητή και έτρωγες τον αγκώνα του διπλανού σου στα πλευρά, κλάμα ή φωνή και έτρωγες ωριαία αποβολή.

Οι γονείς μας, βέβαια, δεν είχαν ιδέα για αυτή την κτηνώδη διαγωγή που στο σχολείο και τα περίχωρά του εξασκούσαμε μόνο, σαν ζώα ήρεμα και καλοφαγωμένα, που μόλις επιστρέφουν στο κλουβί, κοιτάνε ν’ ανοίξουν πληγές και ν’ αφήσουν το αίμα να τρέξει ρυάκι από την ανία. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου ήταν γόνοι από τζάκι, νεόπλουτοι και λίγα παιδιά εργατικών οικογενειών, που είχαν φουσκώσει τα μυαλά τους με τη μεγάλη αλλαγή. Ήξεραν, δηλαδή, λίγο πολύ, από τύπους και σαβουάρ φερ, ώστε να μασκαρεύουν την αγρικοσύνη τους. Ήξεραν πώς να ντυθούν με σακάκια και ζιβάγκο στη φωτογραφία για τη σχολική επετηρίδα και πώς να χαιρετήσουν μια δεσποινίδα, αν τη συναντούσαν μια Κυριακή στο σινεμά. Το σημαντικότερο όμως: ήξεραν καλά γαλλικά, τα οποία φρέσκαραν με σχολικές ώρες οκτώ (8) την εβδομάδα.

Ο αρχηγός μας ήταν ο Μικές. Τον έλεγαν Γεράσιμο, αλλά για τους δικούς του ήταν απλά Μικές. Ο Μικές, λοιπόν, συνήθιζε να λέει μια ιστορία που του είχε πει ο πατέρας του, ο οποίος ήταν παλιά στη χωροφυλακή και είχε πλέον περάσει στη νεοσύστατη ελληνική αστυνομία. Για να πιάσεις ένα περιστέρι, λέει, έπρεπε να το φλερτάρεις πρώτα με τα μάτια. Μετά, να υψώσεις τις παλάμες σου πάνω από το σώμα του, χωρίς να το αφήσεις από το βλέμμα σου και, όπως το κοιτάς και σε κοιτάει, σε ανύποπτο χρόνο να το ζουλήξεις στο έδαφος. Από αυτή τη λαβή, έπρεπε με το ένα χέρι να καλύψεις τη μια φτερούγα και το στήθος του και με το άλλο την άλλη φτερούγα και τον πισινό του. Και αυτό ήταν όλο. Κανείς δεν πίστευε τον Μικέ, όταν ξεκινούσε να λέει τέτοιες μαλακίες που του μάθαινε ο πατέρας του. Μέχρι τη μέρα που πήγαμε στο ρέμα.

Ο Μπίλης, ο πιο ωραίος της παρέας, ένα παιδί πλαδαρό στη σωματοδομή, αλλά με ωραίες μπούκλες και μοντέρνα κοκάλινα γυαλιά, είχε φροντίσει να προμηθευτεί από τον αδερφό του, που ήταν φοιτητής, κάτι ακίνδυνα πυρομαχικά για την εξερεύνησή μας:

― Επιχείρηση αρετή χθες στα Εξάρχεια. Τα μάθατε;

― Που είναι τα Εξάρχεια; ρώτησε ο Στέφαν. Ο Στέφαν ήταν καθολικός τρόφιμος στο σχολείο και δε γυρόφερνε την Αθήνα τόσο καλά όσο εμείς.

― Το κράτος των Εξαρχείων, ξεκίνησε ο Μικές με στόμφο, είναι άβατο ανομίας και αναρχίας, στο οποίο συχνάζουν κάθε λογής πανκιά και καταραμένοι ποιητές και αντιεξουσιαστές. Ο πατέρας μου λέει πως μένουν μερικοί μήνες μέχρι να ξεριζωθούν από το κέντρο όλοι αυτοί οι οπιοεξαρτημένοι.

― Κάτι αρχιμπάτσους σαν τον πατέρα σου τους τρώνε ζωντανούς στα Εξάρχεια, απάντησε σιγανά ο Μπίλης.

― Τι είπες, μούλε; πλησίασε ο Μικές. Πες μου τι είπες, γαμημένο μαλακιστήρι, πριν σου γαμήσω τη μάνα.

― Είπα ότι ο πατέρας σου είναι πούστης.

― Ο πατέρας μου -κορδώθηκε με υπερηφάνεια σαν να μιλούσε για κάποιον εθνικό ευεργέτη- είναι άνδρας που τιμά τα παντελόνια του και τον τόπο του. Ο αδερφός σου είναι μια γαμημένη αδερφάρα, που πέρασε μια ζωή μέσα σε βιβλία για να παριστάνει τον αριστερό στα δεκαεννιά του. Όταν ήταν στην ηλικία μας, πήγαινε τη σημαία στις παρελάσεις, και η μάνα σου, η καργιόλα, στρίγκλιζε από χαρά.

Το ρέμα κυλούσε ήσυχα πίσω μας και οι φυλλωσιές των δέντρων έκρυβαν λίγο τον μεσημεριανό ήλιο. Κάτι πουλιά έκρωξαν. Πρέπει να ήταν δεκαοχτούρες. Τα μάτια του Μικέ γυάλισαν.

― Αλλά θα έπρεπε να το ξέρεις, Βασίλη, συνέχισε, αρπάζοντας από τον Μπίλη ένα μικρό εκρηκτικό και βγάζοντας τον αναπτήρα του. Περνάς μια ζωή νομίζοντας πως μπορείς να πείσεις ότι είσαι ξεχωριστός, ότι είσαι αγωνιστής και πριν καλά καλά το καταλάβεις, το σύστημα, που λέει και ο αδερφός σου, σε αρπάζει και σε σουλουπώνει και σε κάνει μια χαψιά. Και αν δεν σουλουπωθείς όπως σε θέλει, σε διαγράφει.

Με ψυχραιμία που δεν είχα ξαναδεί, ο Μικές έπιασε ένα από τα πουλιά που μας είχαν πλησιάσει, άναψε το δυναμιτάκι και του το μπούκωσε στο στόμα. Το πουλί κατάφερε να κρώξει «δεκαοχτώ» μια τελευταία φορά και πέταξε, με τον δυναμίτη ακόμη μαγκωμένο στο ράμφος του. Ακολούθησε ένα υπόκωφο «μπαμ!», σαν να ερχόταν μέσα από την κοιλιά του ζώου. Πούπουλα τινάχτηκαν στον αέρα και τα πρόσωπά μας γέμισαν αίματα.

― Είσαι ανώμαλος, Μικέ! ξεφώνησε ο Στέφαν καλύπτοντας το στόμα του για να μην ξεράσει.

― Τι έκανες, ρε μαλάκα; είπα.

Ο Μικές είχε γυρίσει πλάτη και σκάλιζε με ένα κλαδί πέτρες και φύλλα που είχαν πέσει στο ρέμα. Η φωνή του είχε μια απόκοσμη ελαφράδα, σαν να μη συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. «Θα μείνουμε οι τέσσερίς μας στο δωμάτιο στα Γιάννενα;» ρώτησε.

Κανονικά, οι μαθητές της Α’ Λυκείου δε δικαιούμαστε πενθήμερες εκδρομές, αλλά το σχολείο, καθ’ ότι αρρένων και ολιγάριθμο σε κάθε τάξη, τσουβάλιαζε σε ένα πούλμαν νέους που είχαν πρωτοπεράσει το κατώφλι της ήβης και τριχωτούς μαντραχαλάδες που προετοιμάζονταν για τις Εισαγωγικές και μας έστελνε εκδρομή. Να σας πω την αλήθεια, δε θυμάμαι οι υπόλοιποι τρεις να απαντάμε ποτέ καταφατικά στην ερώτηση του Μικέ. Αλλά δεν είχαμε και περιθώριο.

Εκείνη η άνοιξη έχει μείνει στο μυαλό μου σαν το πιο ζοφερό τρίμηνο της ζωής μου. Μη με παρεξηγήσετε, δεν ήταν απλά τα καψόνια του Μικέ που με έκαναν να χάσω τα λογικά μου εκείνες τις μέρες και να φύγω την αμέσως επόμενη χρονιά από το σχολείο, με τις ευλογίες του πατέρα μου, φυσικά, που ανησυχούσε μήπως γίνω φλώρος με γαλλικά και πιάνο. Ήμουν ήδη κομματάκι δύσκολος για παιδί∙ ήμαστε και οι τέσσερίς μας, δηλαδή. Ο Μπίλης, πάντα διαβασμένος και με πολλά αριστεία στον τοίχο του, είχε μια ανωτερίστικη εμμονή να μας αποκαλεί καθυστερημένους, τούβλα ή στόκους. Μια φορά, ο Μικές, αντιγράφοντας, τον είχε περάσει στο διαγώνισμα της Γεωμετρίας για μισό βαθμό, και ο Μπίλης, από την ταπείνωσή του, του κατούρησε τη σάκα. Ο Στέφαν, παρ’ ότι Πολωνός, είχε αναπτύξει ένα σκοτεινό ενδιαφέρον για τον Β’ Παγκόσμιο και γέμιζε σβάστικες τα τετράδιά του, σε μια μανία που ο Μπίλης είχε ερμηνεύσει ως «απόπειρα ιστορικής επανοικειοποίησης». Και εγώ, πράος στην επιφάνεια, υπέφερα από άγχος και σύγχυση, βαθιά ριζωμένα στο στέρνο μου, που όταν έβρισκαν τον κατάλληλο αποδέκτη, δε δίσταζαν να εκτονωθούν σε καθαρή οργή, τόσο βίαια που άνοιγε μύτες και κεφάλια, έσπαγε κόκκαλα και γέμιζε μελανιές τα πρόσωπα. Αλλά τ’ αγόρια είν’ αγόρια, όπως συνήθιζε να λέει ο Μικές. Αυτά θα ξεχνιόντουσαν όλα, αν δεν είχαμε μπλέξει με την υπόθεση του Μάρκου.

Γνώρισα τον Μάρκο στο τρόλεϊ της Πατησίων. Δεν ήταν ακριβώς δημοφιλής∙ για την ακρίβεια, δε θυμάμαι να τον είχα παρατηρήσει ποτέ στο προαύλιο. Ήταν, όμως, από εκείνους τους μαθητές που ακούς το όνομά τους στους κύκλους των καθηγητών, να το προφέρουν και να πρήζονται από δέος για το αριστούργημά τους: τον σπουδαίο Μάρκο. Ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από εμάς και είχε εξασφαλίσει ήδη κάποια θέση σε ένα Πανεπιστήμιο της Γαλλίας, οπότε γι’ αυτόν η τελευταία τάξη του Λυκείου ήταν κάτι σαν χόμπι – στο οποίο, ομολογουμένως, επιδιδόταν με περίσσεια επιμέλεια. Κάθισα κατά τύχη δίπλα του στο τρόλεϊ. Ο Μπίλης, που έβλεπε στον Μάρκο έναν ακαδημαϊκό πρόγονο, του οποίου την καριέρα έπρεπε να ακολουθήσει ή -ακόμα καλύτερα- να ξεπεράσει, άφρισε από ζήλια και δε μας μίλαγε στη διαδρομή μέχρι να κατέβει στη στάση του στην Κολιάτσου.

Ο Μάρκος ήταν ευγενική φυσιογνωμία, εύθραυστος και πάντα περιποιημένος, με μειλίχιο γέλιο και μια ήρεμη φωνή, σαν ραδιοφωνικού παραγωγού, που, όταν την έβαζε μπρος, έκανε τέτοια τρικ και εξυπνάδες με τον λόγο που θα τον θαύμαζες-ή αν ήσουν ο Μπίλης, θα προσπαθούσες να τον μιμηθείς. Μου έπιασε κουβέντα. Δε θυμάμαι τι λέγαμε, αλλά ήταν τόσο ξεχωριστή εκείνη η διαδρομή, σαν τα λόγια του Μάρκου να έλεγχαν τις γραμμές των τρόλεϊ: αν ήθελε να κάνει έναν μονόλογο, η κίνηση στους δρόμους αυξανόταν σημαντικά και το αμάξι κουνιόταν νωχελικά στην άσφαλτο για να προλάβει ο Μάρκος να σε εντυπωσιάσει∙ αν ήθελε να κάνει καλαμπούρι, η Αθήνα περνούσε γρήγορα έξω από τα τζάμια και τα κτήρια γελούσαν μαζί του, τα ζαχαροπλαστεία, οι καφετέριες, το Ράδιο Σίτυ, ακόμα και ο σκελετός από σκυρόδεμα που είχε μείνει από τον εμπρησμό του Μινιόν. Θα πρέπει να συζητάγαμε κάτι για μουσική, όταν μου έδωσε το κασετοφωνάκι και πήδηξε από τη θέση του, αναφωνώντας: «Γεια σου, φίλε! Πολύ σε συμπάθησα. Θα τα πούμε στο σχολείο τη Δευτέρα. Κράτα την κασέτα. Εγώ τους είδα πέρσι στο Σπόρτινγκ!» και πετάχτηκε από το τρόλεϊ. Έχω ακόμα εκείνη την κασέτα των Bauhaus.

Όσο τον απέφευγα στο σχολείο, επειδή το βλέμμα του Μικέ με επιτηρούσε και δε με άφηνε να ανοίγομαι σε νέες παρέες, άλλο τόσο ανυπομονούσα να τον συναντήσω στο τρόλεϊ της Πατησίων. Πήγαινε κάπου στην Κυψέλη, επειδή είχε έναν μαθητή στον οποίο παρέδιδε ιδιαίτερα γαλλικών για να τσιμπάει χαρτζιλίκι, και φύλαγε τη θέση δίπλα του για μένα. Ο Μικές, προφανώς, δεν άργησε να ενημερωθεί γι’ αυτή τη νέα μου φιλία:

― Κάνεις παρέα με την πουστάρα, Αλεξανδράκο; Θα σου κρεμάσουν τα κουδούνια, να ξέρεις. Είναι γνωστή ξεφωνημένη ο Μάρκος. Βέβαια. Ο πατέρας μου τον έχει δει με τα ίδια του τα μάτια να συχνάζει σε κωλάδικα και σε τζιναβωτά.

― Δε μ’ ενδιαφέρει τι ανωμαλίες κάνει στο κρεβάτι του, είπε ο Μπίλης. Εγώ έμαθα, όμως, ότι ο πατέρας του είναι πρόξενος στη Γαλλία και γι΄ αυτό τον δέχτηκαν στην Ecole Polytechnique. Και αυτό είναι αναξιοκρατικό, Αλέξανδρε. Θα έπρεπε να προσέχεις τις συναναστροφές σου με τέτοια διεφθαρμένα άτομα. 

― Ο πατέρας του είναι γαμημένος λογιστής, Μπίλη, είπα.

Ο Αλέκος αγαπάει τον Μάρκο. Ο Αλέκος αγαπάει τον Μάρκο. Ο Αλέκος αγαπάει τον Μάρκο!!!

― Δεν υπάρχει αγάπη στους κίναιδους, Στέφανε. Μην είσαι αμόρφωτος, σαν τη μάνα σου που καθαρίζει σκάλες για να σε στέλνει σε ιδιωτικό. Τα λέει η κοινωνιολογία. Είναι διαταραγμένα άτομα οι ομοφυλόφιλοι. Δύο μιάσματα που συναντιούνται και οι παραφιλίες τους κουμπώνουν. Και τον νου σου, μπορεί να σε κολλήσει τίποτα, αν έχει πάει μ’ εκείνο τον ναύτη που κόλλησε Έιτζ πέρσι… 

― Μικέ, ο πατέρας σου σαν πολύ δεν ασχολείται με τις αδερφές; Και βουλώστε το όλοι. Ο Μάρκος είναι φίλος μου. Θα κάτσει μαζί μας στη γαλαρία στην εκδρομή. Τα κανονίσαμε.

Μέρος δεύτερο: Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας


Ο Μάρκος μπήκε στο πούλμαν με χαμόγελο και συστήθηκε στους φίλους μου. Δεν το είχα ξανανιώσει, αλλά ντρεπόμουν για την παρέα μου. Δε ντρεπόμουν για τον Μάρκο. Ντρεπόμουν για τους άλλους απέναντι στον Μάρκο. Αυτός έδειξε να τους συμπαθεί και εκείνοι, σαν σωστοί γαλλομαθείς, του απηύθυναν τον λόγο με ευγένεια και μια κάποια συστολή. Εγώ του παραχώρησα τη θέση στο παράθυρο και εκείνος δεν έχασε στιγμή. «Τι νέα παιδιά; Τι θέλετε να σπουδάσετε;» Ο Μπίλης έβαλε μπρος τη μεγαλειώδη περιγραφή του πλάνου ζωής του. Υπήρχε στα λόγια του μια δόση σνομπισμού. Ο Μάρκος έγνεψε θετικά, πολύ χαρούμενος για λογαριασμό του και πέρασε το χέρι του στον ώμο μου. Σαν να ήμαστε αθλητικό ντουέτο που κατέβαινε μαζί σε αγώνες. Κοκάλωσα. Ο Μικές έδειξε να μην το παρατηρεί, αφού ξεφύλλιζε αφοσιωμένος κάτι πορνοπεριοδικά. Μέσα σε δύο ώρες, ο Μάρκος είχε αποσυρθεί από τη χαζοκουβέντα που κάναμε και διάβαζε με το κεφάλι ακουμπισμένο στο παράθυρο κάτι ποιήματα του Χριστιανόπουλου. Οι χυδαιολογίες του Μικέ απουσίαζαν όλως περιέργως, σαν η παρέα να βρισκόταν υπό την εποπτεία ενός αυστηρού ενηλίκου. Μετά από λίγο, ο Μάρκος αποκοιμήθηκε. Με πήρε και εμένα ο ύπνος, μέχρι να φτάσουμε, βράδυ πια, στα Γιάννενα.

Το πρώτο σινιάλο, τώρα που το σκέφτομαι, ήρθε όταν ξύπνησα, καθώς η γαλαρία των πέντε είχε γίνει πια γαλαρία των δύο: εμένα και του Μάρκου. Οι υπόλοιποι είχαν διασκορπιστεί σε μπροστινές άδειες θέσεις – πολλοί τελειόφοιτοι δε συμμετείχαν στις εκδρομές, επειδή διάβαζαν για τις εθνικές εξετάσεις. Φώναξα «παιδιά;» και δε γύρισαν. Μόνο, ώρα αργότερα, όταν ξεφορτώναμε τα μπαγκάζια μας, με κοίταξαν με εκείνο το βλέμμα. Ο Μάρκος τεντώθηκε απ’ τον ύπνο και γέλασε: «Λες να ροχαλίζαμε δυνατά και να ενοχλήσαμε τους φίλους σου;» Τον αποχαιρέτησα στη ρεσεψιόν και έκανα προς το δωμάτιό μας στο πανδοχείο. 

Το δωμάτιο ήταν ένα απλό τετράκλινο: ξύλινα κρεβάτια με επιπλέον κουβέρτες για το κρύο, πέτρινοι τοίχοι και δρύινα παντζούρια. Απόψε είχε ελεύθερη περιπλάνηση στα Γιάννενα και τις επόμενες μέρες εξορμήσεις σε κοντινά χωριά, το νησάκι και τη λίμνη. Δε θυμάμαι και πολλά από εκείνες τις μέρες. Ήταν σαν να μπήκα στο πούλμαν, κοιμήθηκα και δεν ξύπνησα, παρά μόνο εκείνο το τελευταίο βράδυ. Οι περιπλανήσεις μας, πάντως, πρέπει να ήταν αρκούντως βαρετές, γιατί δε μου έμεινε τίποτα από καμία ξενάγηση και κανένα μουσείο. Αυτό, και πάνω απ’ όλα, υπήρχε μια ανησυχία, που θέριευε στο στήθος μου: το κλίμα της παρέας σαν να μη μας σήκωνε πια, ούτε τον Μάρκο ούτε και μένα.

Τα παιδιά με απέφευγαν και τα βράδια εξαφανίζονταν σε άλλες παρέες. Περνούσα ώρες μόνος, ακούγοντας την κασέτα του Μάρκου στο κασετόφωνο. Όταν γυρνούσαν στο δωμάτιο, δεν είχαν όρεξη για χαβαλέ και ήταν όλοι πολύ κουρασμένοι. Πάνω από την πόλη και πάνω από την ομάδα με τους καρδιακούς μου φίλους (αυτοί ήταν οι καρδιακοί φίλοι που ήξερα από το δημοτικό;) πλάκωνε η απειλή μιας ομίχλης, τόσο βαριάς που δεν μπορούσα να τη διαλύσω, όσο κι αν προσπαθούσα με τους καλύτερους τρόπους και όσο κι αν γινόμουν το τέλειο κάτοπτρο του Μπίλη του ανταγωνιστικού, του Μικέ του μαλάκα, και του Στέφαν, που ήταν ακόμα κάπως πιο παιδί από εμάς τους υπόλοιπους.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να διαλύσει την ομίχλη με ένα «Ψιτ, μικρέ! Πώς είσαι;» και σαν να μου ήταν πιο φίλος από όλους τους φίλους, ίσως αν είχα γνωρίσει αυτόν νωρίτερα, τώρα να άκουγα Bauhaus και να διάβαζα ποίηση το βράδυ, αλλά ο δρόμος μου στα δεκαπέντε μου χρόνια πια ήταν προκαθορισμένος. Και του Μάρκου ήταν∙ ήταν δεκαεφτά χρονών, στα δεκαοχτώ. Και φίλοι που δε χορταίνεις ούτε ένα καλοκαίρι, δεν είναι φίλοι. Αυτό ήταν. Έπρεπε να επιλέξω σαφώς και αυστηρά, κομμένα τα πολλά με την ξεφωνημένη τον Μάρκο στο κάτω κάτω.

Ένα μεσημέρι -πρέπει να ήταν η προτελευταία μας μέρα- σε μια ταβέρνα, ο Μάρκος ήρθε και κάθισε μαζί μας. Ο Στέφαν κάτι είπε στα πολωνικά, όταν τον είδε να πλησιάζει, σαν να έβριζε Χριστούς και Παναγίες. Σε κανέναν, πέρα από τους τελειόφοιτους, δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση αλκοόλ κι έπρεπε να κάνουμε κέφι με αναψυκτικά. Ο Μάρκος είπε «Στην υγειά μας, παλικάρια!» και σε μια στιγμή γέμισε τα ποτήρια μας με ρακί που έκρυβε στην τσάντα του, πριν τον αντιληφθεί το μάτι κανενός καθηγητή. Την κατέβασα με τη μία. «Ωραίο το νερό σου, Αλέκο;» γέλασε ο Μάρκος, και η παρέα, στιγμιαία, σαν να τον αποδέχτηκε. Αυτό ήταν το τίμημα; Να μας κάνει τον μαυραγορίτη; Ένιωσα μια ανακούφιση, που, όσο πέρναγε η βραδιά, δεν άργησε να δώσει και πάλι τη θέση της σε έγνοιες.

Ο Μάρκος είχε επιστρέψει στην παρέα του: κάτι ήρεμα παιδιά, που φαίνονταν καλλιεργημένα, με γυαλιά όλοι κι ωραία γιλέκα, έτοιμοι φοιτητές. Η ταβέρνα είχε βγάλει ορχήστρα και ο διευθυντής του σχολείου, ένας συμπαθής γέρος που απορούσα πότε θα έπαιρνε σύνταξη, έριχνε ζεμπεκιές. Ο διευθυντής έκανε νόημα στην παρέα του Μάρκου να σηκωθεί και τα παιδιά άρχισαν να επιδίδονται σε κάτι σαν μεθυσμένο ζεϊμπέκικο. Το ακροατήριο χτύπαγε βαριεστημένα παλαμάκια: Τη μυστική αγάπη μας/ κρυφά να την κρατήσεις/ χίλια που να σου τάξουνε, να σε χαρώ/ να μην την μαρτυρήσεις. Ο Μάρκος, χαμογελώντας, από την άλλη άκρη του μαγαζιού, μου έκλεισε το μάτι.

Ο Μικές ξερόβηξε και μου τσούγκρισε το ποτήρι του.

― Και οι τοίχοι έχουν αυτιά στο ξενοδοχείο, Αλέκο. Σας έχουμε καταλάβει, βρώμες! η φωνή του έσκισε τη μουσική.

― Κάτσε ήσυχα, βλάκα Μικέ, μας κοιτάν’ οι καθηγητές και θα ψιλιαστούν ότι κρυφοπίνουμε.

― Τι έχεις καταλάβει, ακριβώς; ρώτησα τον Μικέ.

Δεν απάντησε. Κούνησε το κεφάλι του στον ρυθμό του μπουζουκιού, σαν να μυριζόταν τον φόβο μου και αυτό να του αρκούσε.

Το βράδυ εξαφανίστηκαν πάλι. Ήμουν μόνος στο δωμάτιο και κοιτούσα τη λίμνη να απλώνεται μαύρη έξω από το δωμάτιο. Τότε το άκουσα. Ήταν ένας μικρός ήχος, σαν αυτόν που κάνει ένα κομμάτι χαλάζι, όταν πέφτει στο παράθυρο. Αν ήταν οι άλλοι στο δωμάτιο και φωνάζαμε όπως συνήθως, θα μου είχε διαφύγει εντελώς. Τώρα, όμως, ο ήχος ερχόταν και ξαναερχόταν με επιμονή. Ξαφνικά, μια βροχή από τέτοια μικρά χτυπήματα έπεσε μανιασμένη στα τζάμια. Βγήκα στο περβάζι και είδα, χαμηλά, τον Μάρκο να κρατάει μια χούφτα χαλίκια, τα οποία στόχευε προς το μέρος μου.

Χασκογέλασε και μου έγνεψε να κατέβω. Δεν περίμενα στιγμή. Περπατήσαμε στην παλιά πόλη και με γνώρισε στους φίλους του. Το είχαν σκάσει για βραδινή έξοδο. Κάτι φοιτητές μάς κέρασαν μπύρα σε μια στοά, τους ευχαρίστησα και γύρισα στο δωμάτιο στις μύτες των ποδιών μου. Σήμερα, δε θυμάμαι τίποτα από τα Γιάννενα, μόνο όσα Γιάννενα είδα εκείνο το βράδυ με τον Μάρκο.

Την τελευταία μέρα, ήρθε καταπάνω μου στο πούλμαν και με έπιασε από τον ώμο: «Κοιμήθηκες καλά, Άλεξ;». Του πρότεινα να κάτσουμε μαζί. Γαλαρία για δύο. Σειρά μου να κάτσω στο παράθυρο. Έβγαλε το βιβλίο του Χριστιανόπουλου. Είχε κρύψει ανάμεσα στις σελίδες ένα μολύβι. Ακούμπησε το βιβλίο μισό πάνω στο γόνατό μου και μισό πάνω στο δικό του και χάιδεψε το χέρι μου από κάτω. Μετά, πήρε το μολύβι και υπογράμμισε: Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας/ βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά/ κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε/ δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας/ οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό/ στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει/ ζώα μικρά και άγρια το κατοικούν/ όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας/ λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν/ δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας/ έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν[1].

Κοιμήθηκα πάνω στο παγωμένο τζάμι και ο Μάρκος κοιμήθηκε πάνω στον ώμο μου. Εκεί πίσω, στη γαλαρία, δε μας έβλεπε κανείς.

Το βράδυ, όταν γυρίσαμε από το Τσεπέλοβο, είχαμε μερικές ώρες ελεύθερες να πλυθούμε, να περιπλανηθούμε στην πόλη και έπρεπε να συναντήσουμε τους καθηγητές στις δώδεκα έξω από την ντίσκο. Ο Μάρκος είχε βάλει τα καλά του και με περίμενε υπομονετικά έξω από το δωμάτιο. Η ώρα ήταν εννιάμιση. Ο Μικές τον πήρε είδηση και ήρθε και μου είπε στο αυτί «σε περιμένει η γκομενίτσα σου, Αλέκο». Του έχωσα μια μπάτσα και έφυγα από το τετράκλινο άρον άρον.

Τα πράγματα είχαν αρχίσει να γίνονται παράξενα με τους τρεις τους. Τους είδαμε, όσο περπατούσαμε στο γρασίδι, να μας κοιτούν από το παράθυρο σαν θηρία.

Πρώτη φορά ο Μάρκος μού φαινόταν να έχει τρακ, σαν να περίμενε κάτι από εμένα. Το θέμα με τον Μάρκο είναι ότι ποτέ δεν περίμενε ανταπόκριση, έδινε, έδινε και όποτε ήθελες έδινες πίσω. Του είπα να πάμε στο νησάκι με το καράβι, προλαβαίναμε το δρομολόγιο. Σαν να το περίμενε πώς και πώς, φώτισε από χαρά και μας έκοψε αμέσως δύο εισιτήρια.

Το νησάκι ήταν κατοικημένο και πλακόστρωτο στη μια πλευρά και στην άλλη καλυπτόταν από βράχια και δάσος. Χωθήκαμε στο δάσος και, όταν πιστεύαμε πως φτάσαμε αρκετά βαθιά, ξαποστάσαμε στο σκοτάδι.

― Μου αρέσεις, Αλέξανδρε.

Ο Μάρκος έδινε, έδινε και όποτε ήθελες έδινες πίσω.

― Και εμένα μου αρέσεις.

Έκανα να τον φιλήσω και δε μ’ άφησε.

― Θες να πάμε μαζί στη Γαλλία το καλοκαίρι; Είσαι καλός στα γαλλικά, κι αν σου αρέσει, θα σου κάνω εντατικά μαθήματα και θα έρθεις σε δύο χρόνια να με βρεις. Είσαι τόσο καλός, θα σου δώσουν σίγουρα μια θέ…

Τον φίλησα. Ο Μάρκος ήταν στα δεκαεφτά, σχεδόν στα δεκαοχτώ.

Με φίλησε πίσω λαίμαργα. Σταμάτησε μήπως και το είχε παρακάνει.

― Μου αρέσεις τόσο πολύ, Αλέξανδρε.

Τον ξαναφίλησα και τον έπιασα από τα μαλλιά. Το περίμενα από τη μέρα που καθίσαμε δίπλα στο τρόλεϊ και γέλαγε η πόλη μαζί του, τα ζαχαροπλαστεία στην Σωτηριάδου, το Ράδιο Σίτυ και ό,τι είχε μείνει από τα καμένα του Μινιόν. Γέλαγε το δάσος μαζί μας και φούσκωνε η λίμνη, ήταν νέος, στα δεκαεφτά, σχεδόν δεκαοχτώ. Γέλαγε το νησί μαζί μας και γελάγαμε και εμείς και γέλαγαν οι συμμαθητές του μερικά χιλιόμετρα πίσω στο πανδοχείο που βάζαν τα καλά τους για τη βραδινή έξοδο με μαλλιά κολλημένα με πομάδα και αστραφτερά γιλέκα και ωραίους σκελετούς γυαλιών. Γελούσαν τα τρόλεϊ και γελούσαν δυο καρδιές δίπλα δίπλα ακουμπισμένες, με ένα βιβλίο από πάνω σαν επιβεβαίωση ότι είμαστε δύο νέοι στο δάσος και δεν έχουμε τίποτα άλλο παρά αφέλεια και δεν έχουμε πάρει ακόμα κανένα μονοπάτι στη ζωή μας∙ να πήγαινα στη Γαλλία, ποιος θα μου το ‘λεγε, μπορεί και να πήγαινα τελικά, για τον Μάρκο. Έτσι ήταν ο Μάρκος, όλο έδινε και δεν περίμενε να πάρει.

Τότε, το άκουσα πάλι. Ήταν ο ήχος που έκαναν τα χαλίκια, όταν συγκρούονταν στο παράθυρο, μόνο λίγο πιο δυνατός. Πίσω μας, εμφανίστηκε πρώτος ο Μικές, μετά ο Στέφαν και ο Μπίλης.

Κρατούσαν πέτρες. Ο Μάρκος ήταν στα δεκαεφτά, σχεδόν δεκαοχτώ.

― Να ‘τες οι κωλοπουστάρες, γαμώ την Παναγία, σας τα έλεγα, μαλάκες. Να ‘σαι Αλέκο βρωμόπουστα μαλάκα, να ‘σαι που έμπλεξες με την αδερφάρα!

― Σήκω φύγε, γαμημένε Μικέ, γιατί θα σου γαμήσω τον πατέρα τον μπάτσο και την αδερφή σου την καριόλα, ρε μαλάκα, ηλίθιε. Σήκω φύγε από εδώ, φύγε όπως είσαι, γαμημένο ζώο!

― Μικέ, ποιο είναι το πρόβλημα; Ηρεμήστε, παιδιά…

― Τι να ηρεμήσω, ρε κωλόπουστα; Θα σε γ α μ ή σ ω, το κατάλαβες; Θα κλαις, μαλακισμένο, απόψε το βράδυ. Θα πας στην ντίσκο με κατεβασμένη τη μούρη!

Ο Μικές πέταξε την πρώτη πέτρα. Βρήκε τον Μάρκο στο κεφάλι. Με έχωσε πίσω του και άρχισε να στραβοπατάει. Συμπέρανα ότι μπορεί να μην έβλεπε. Πήρα μια πέτρα και την πέταξα στον Μπίλη∙ η φάτσα του είχε γίνει σαν αγρίμι. Ο Μικές άρπαξε μια πέτρα, με πλησίασε ουρλιάζοντας και μου την κοπάνησε στα μηνίγγια. Ζαλίστηκα και έπεσα κάτω. Μετά έπεσε και ο Μάρκος. Μας έστησαν στη μέση ενός ξέφωτου, ζαλισμένους. Μάθημα σκοποβολής. Φορτώθηκαν με πέτρες και άρχισαν να μας βαράνε. Με τον Μάρκο βάλαμε τα κλάματα. Δεν έβλεπα πια το πρόσωπό του από τα αίματα. Βαριανάσαινε και έκλαιγε. Δε φώναζε, μόνο έκλαιγε.

― Τι κάνεις, μαλάκα Μικέ; Θα τους σκοτώσεις, κόφτο, φτάνει!

― Θα τις γαμήσω τις αδερφάρες! Σκάσε, Μπίλη, και βάρα, εκτός αν θες να πας να κάτσεις μαζί τους.

― Κόφτο, Μικέ! Θα μας γαμήσει ο λυκειάρχης. Μικέ! Μικέ! Σταμάτα! Σταμάτα! Σταμάτα! Σταμάτα, γαμημένε Μικέ, θα τους σκοτώσεις…

Ο Μάρκος πάντα έδινε, μόνο έδινε. Ήταν στα δεκαεφτά, σχεδόν δεκαοχτώ. Μου κράτησε το χέρι, άστραψαν τα μάτια του θαμμένα μες στα αίματα και είπε: «Μου αρέσεις πολύ, Αλέξανδρε.» Τα αγόρια πίσω το έβαλαν στα πόδια.

Έμεινα μόνος μου στο δάσος με αυτό που ήταν ο Μάρκος. Ένα σμήνος από δεκαοχτούρες ήρθε και πέταξε από πάνω μας και έκρωζε με καημό όλο το βράδυ.

[1] Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το δάσος, από τον Αλλήθωρο (1970)

διήγημα του Κωνσταντίνου Μαρκαντώνη
σχέδιο από Thorpe

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *