ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

βιβλιολογώντας #1

Ζάχαρη

Στο εξώφυλλο των τριών-σε-ένα βιβλίων του Σέζαρ Άιρα που αγόρασα το καλοκαίρι, ο Σέζαρ Άιρα αράζει μέσα σε μια μπανιέρα. Και αυτοί είναι οι δύο λόγοι που το αγόρασα: οικονομία (3 σε 1), περίεργο κούλνες του συγγραφέα, απ’αυτούς τους τύπους που θα ήθελες να γνωρίσεις σε πάρτυ.

Τελικά, σίγουρα, αν βρισκόμουν στον ίδιο χώρο με τον Άιρα, θα κατέληγα να τον γνωρίσω, όχι τόσο επειδή είναι κουλ, αλλά επειδή από το πουθενά αρχίζει να μιλάει για αρχιτεκτονική, ένα θέμα για το οποίο μιλάνε σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζω και με κυνηγάει από πάρτυ σε πάρτυ σαν κατάρα.

Φαντάσματα αφορούν κι αυτά σ’ένα πάρτυ: είναι το τέλος της χρονιάς, στον σκελετό μιας πολυκατοικίας πολυτελείας που ήταν να τελειώσει και δεν έχει τελειώσει ακόμα. Είμαστε στην Αργεντινή, άρα είναι καλοκαίρι και έχει ζέστη. Η ζέστη βαραίνει και πνίγει, στον σκελετό αυτό βρίσκονται οι αγοραστές των διαμερισμάτων, κάπως ανακουφισμένοι που δε χρειάζεται να δεχτούν τον βαρύ συμβολισμό του να μετακομίσουν στο τέλος ακριβώς του έτους. Αλλά οι πρωταγωνιστές δεν είναι αυτοί. Αυτοί σύντομα θα φύγουν για να επιστρέψουν μόνο όταν τα πολυτελή οροφοδιαμερίσματά τους θα είναι έτοιμα να κατοικηθούν, και εμείς θα παρακολουθήσουμε τους Χιλιανούς εργάτες και την οικογένεια ενός από αυτούς, που κατοικούν σαν φύλακες στην κορυφή του άδειου καβουκιού, καθώς ετοιμάζονται να γιορτάσουν την αλλαγή του χρόνου. Α, και φυσικά, τα φαντάσματα.

“O Ραούλ Βίνιας κρατούσε δεκατέσσερα μπουκάλια κρασιού δροσερά με ένα σύστημα δικής του επινόησης, ή μάλλον ανακάλυψης. Αυτό συνίστατο στο να πλησιάσει αποφασιστικά ένα φάντασμα και να χώσει ένα μπουκάλι στο θώρακά του, όπου το μπουκάλι παρέμενε υπερφυσικά ισορροπημένο. Όταν γυρνούσε να το πάρει, μετά από κάνα δίωρο, ήταν κρύο. Υπήρχαν δύο πράγματα ωστόσο που δεν είχε παρατηρήσει. Το ένα ήταν ότι κατά τη διαδικασία αυτή το κρασί έβγαινε από το μπουκάλι και κυκλοφορούσε σαν λέμφος μέσα στο σώμα των φαντασμάτων. Το δεύτερο ήταν ότι αυτή η απόσταξη μεταμόρφωνε το απλό φτηνό κρασί σε ένα εξαίρετο, ώριμο καμπερνέ σωβινιόν που ούτε μεγαλοβιομήχανοι δε θα είχαν τα λεφτά να πίνουν κάθε μέρα.”

Τα φαντάσματα αυτά είναι άυλα και ταυτόχρονα υλικά, ορατά στους εργάτες, αόρατα στους πλούσιους μελλοντικούς κατοίκους. Έχουν βαριά σώματα καλυμμένα με σκόνη, πειράζουν τα πέη το ένα του άλλου, γελάνε κακαριστά. Το κτήριο είναι άυλο και ταυτόχρονα υλικό: τα ντουβάρια είναι στη θέση τους, η σκόνη χώνεται στον λαιμό σου και σε πνίγει, αλλά το μέσα τους είναι άδειο και γεμάτο πιθανότητες, ειδικά όταν το χτυπάει το ρόδινο φως του τελευταίου ηλιοβασιλέματος του έτους. Και οι άνθρωποι, από την άλλη, είναι πολύ πολύ υλικοί: πάνε στο σούπερ μάρκετ, πίνουν, κουράζονται, φορούν ρούχα ξεπλυμένα από το πολύ πλύσιμο. Και αυτοί οι συμβολισμοί έχουν τεράστια σημασία ή μπορεί και να μην έχουν: το αγαπημένο μου κομμάτι του βιβλίου είναι αυτό στο οποίο η έφηβη κόρη της οικογένειας κοιμάται για να αποφύγει την κάψα του μεσημεριού και ονειρεύεται το ίδιο το κτήριο.

“Υπάρχει πάντα μια διαφορά ανάμεσα στα όνειρα και την πραγματικότητα, που γίνεται ξεκάθαρη όσο η επιφανειακή αντίθεση εξαφανίζεται. Η διαφορά, σε αυτή την περίπτωση, αντανακλούνταν στην αρχιτεκτονική, η οποία είναι, από μόνη της, ένα καθρέφτισμα όσων έχουν ήδη χτιστεί και όσων τελικά θα χτιστούν. Ένας τρίτος όρος παρέχει την μέγιστης σημασίας γέφυρα ανάμεσα στις δύο αντανακλάσεις: το άχτιστο.”

Νανουρισμένη στην πολυθρόνα μου από τον φανταστικό Αργεντίνικο ήλιο, τα παράξενα φαντάσματα και το όραμα του ψηλού, άδειου κτηρίου, δεν ήμουν απόλυτα σίγουρη: ο Άιρα, αυτός ο τύπος που μου μιλάει στο πάρτυ κουνώντας το ποτήρι με το ποτό του και σπρώχνοντας τα γυαλιά του να μην πέσουν από τη μύτη του, μου ξετυλίγει αυτή τη στιγμή μια υπέροχη ως τώρα άγνωστη, αλήθεια, ή απλά βγάζει όλες τις μεταφορές του από τον κώλο του;

Δεν έχω ιδέα. Δεν είμαι σίγουρη τι σημαίνουν τα φαντάσματα, ούτε αν οι πληροφορίες για την αρχιτεκτονική των φυλών της Αφρικής, της Αυστραλίας και του Ειρηνικού είναι ακριβείς, δεν ξέρω με τι γνώση αυτός ο Αργεντίνος συγγραφέας γράφει για τους Χιλιανούς εργάτες μετανάστες στη χώρα του, ούτε αν τελικά μιλάει για τη σεξουαλικότητα και τα μπλέκει όλα σαν κοκτέηλ αμφιβόλου ποιότητος. Αλλά όσο το κάνει αυτό και εγώ αναρωτιέμαι, με κάποιον τρόπο με φέρνει στο τέλος του πάρτυ χωρίς να το καταλάβω. Και όταν αυτό τελειώνει, είναι με τρόπο που μου κόβει την ανάσα από το σοκ.

Μαρλένο

Το «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα» του Ευθύμη Φιλίππου αποφάσισε μόνη της να μου το δανείσει μία φίλη λίγο πριν από τη δεύτερη καραντίνα. Είπε ότι πίστευε ότι μου ταιριάζει πολύ και ότι ειδικά εμένα θα μου αρέσει πολύ. Στην δωδέκατη σελίδα διαβάζω «Ήμουν κι εγώ παλιά σε μία συμμορία. Σκοτώναμε ανθρώπους που άκουγαν λάτιν μουσική.» και αναρωτιέμαι τι εντύπωση έχω δημιουργήσει για εμένα στους γύρω μου.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας διάλογος μεταξύ δύο ατόμων (ίσως και λόγος ενός), μάλλον αντρών, ενώ κάθονται μάλλον σε ένα ζαχαροπλαστείο.

– Πώς μπορεί κάποιος να μπερδέψει μια σοκολατίνα με μια χειροβομβίδα;
– Άμα πιάσεις μια σοκολατίνα με την παλάμη σου και τη βάλεις στο στόμα σου και φας μια δαγκωματιά, είναι ακριβώς η ίδια κίνηση που κάνεις, όταν βγάζεις την περόνη μιας χειροβομβίδας.

Και είναι ένας διάλογος και τίποτα παραπάνω. Από άποψη τύπων, το βιβλίο δεν είναι καθόλου δοτικό. Δε σου λέει ποιος μιλάει και πότε. Μετά τις πρώτες σελίδες ξεχνάς ποιο από τα δύο (ανώνυμα) πρόσωπα μιλάει και μόνο έπειτα μικρές επαναλήψεις σου θυμίζουν ότι ένας από αυτούς είπε κάτι και τώρα το επαναλαμβάνει. Για αυτό, ίσως, και στην ουσία του καταλήγει ένας μονόλογος. Δε βοηθιόμαστε, επίσης, να καταλάβουμε τα συναισθήματα αυτού/αυτών που μιλάνε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και οι ίδιοι οι χαρακτήρες, όταν μιλάνε, δε δείχνουν σχεδόν καμία συναισθηματική εμπλοκή προς όσα λέγονται. Το μέγιστο που εκφράζεται είναι μια ενόχληση, αλλά και πάλι μια ενόχληση που ενώ εκφράζεται έντονα, ξεπερνιέται γρήγορα, ανώδυνα, αγνοείται.


– Με πήρε το πρωί η μάνα μου. Κάθε πρωί με παίρνει. Η φωνή της πάντα τρεμοπαίζει. Περιμένει με αγωνία να της πω κάτι τραγικό, κάτι το οποίο θα την κάνει να στεναχωρηθεί δικαιολογημένα. Κάθε φορά που μου τηλεφωνεί, είμαι σίγουρος πως έχει λουστεί με βενζίνη, στο ένα της χέρι κρατάει το ακουστικό και στο άλλο έναν αναπτήρα.
– Γιατί ανησυχεί;
– Γιατί θεωρεί ότι μπορεί να πάθω κάτι. Να με χτυπήσει αυτοκίνητο. Να πέσω από το ρόλερ κόστερ. Να με πιάσουν αιχμάλωτο οι Βιετκόνγκ. Θες να κάτσουμε μέσα μήπως;
– Όχι, δεν πειράζει.

Ταυτόχρονα, πρόκειται για έναν πολύ αστείο βιβλίο, αν κάτι είναι αστείο, επειδή μας κάνει να γελάμε. Και το λέω αυτό, επειδή κατά βάση ένιωθα άβολα που γέλαγα.


-Τον τελευταίο καιρό βλέπω στον ύπνο μου συνεχώς ότι με σκοτώνουν και μετά μου λένε: “Τι κρίμα. Θα στεναχωριόσουν πολύ, άμα έβλεπες πόσο σιχαμένος είσαι νεκρός. Γεμάτος σάλια. Τα μαλλιά σου άλουστα. Τουλάχιστον δε φαίνεται ο κώλος σου. Όπως ήθελες”. Ίσως επειδή ζω ριψοκίνδυνα. Ίσως γι’ αυτό να βλέπω αυτά τα περίεργα όνειρα.
-Δε ζεις ριψοκίνδυνα.


Συγκεκριμένα, το ίδιο το άβολο και το δύσκαμπτο των καταστάσεων με έκανε να γελάω, κάνοντάς με, όμως, πάλι να νιώσω άβολα με την αντίδρασή μου, οδηγώντας με σε έναν άβολο φαύλο κύκλο, παρόμοιο με αυτόν που πάλι ο Φιλίππου δημιουργεί εδώ. Παρόμοιο, όμως, και με καταστάσεις που θυμάμαι να έχω βιώσει παρακολουθώντας τις ταινίες του ίδιου και του Γιώργου Λάνθιμου. Είχα, βέβαια, δει τον «Αστακό» και τον «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού» πριν διαβάσω το βιβλίο και αφού το διάβασα είδα και τον «Κυνόδοντα», αλλά ταύτισα τον συγγραφέα του βιβλίου με αυτών των ταινιών μονάχα μετά. Και προφανώς ταυτιζόταν. Σε όλες τις περιπτώσεις το παράλογο χτυπάει τους χαρακτήρες σαν σφυρί, αλλά αυτοί δε νιώθουν, και εγώ τους βλέπω να παραλογοχτυπιούνται και αντιδρώ με πολλούς τρόπους για λογαριασμό τους.

Βρήκα, έτσι, έπειτα, όταν έγραφα αυτο το κείμενο, πολύ ενδιαφέρουσα και τη διαδικασία του να ενώνω τις τελείες των διαφόρων γραπτών και να βλέπω τον λόγο του να διαμορφώνεται με τον ίδιο τρόπο αλλά διαφορετικά. Και χάρηκα πολύ, όταν τον διάβασα να λέει: «Τελικά θα έλεγα πως αυτό που με ικανοποιεί με τη γραφή είναι που μπορώ να πάρω μια συνέντευξη, να γράψω στίχους, ένα θεατρικό, ένα διήγημα, οτιδήποτε. Τα διαφορετικά format με ενδιαφέρουν σ’ όλο αυτό.»

Πολύ συχνά μου συμβαίνει, αφού διαβάζω ένα βιβλίο, όποτε προσπαθώ να γράψω, να βρίσκω τον εαυτό μου να αντιγράφει το βιβλίο που διάβασα. Με τον Φιλίππου ήταν διαφορετικά. Αφού τελείωσα το βιβλίο, κάθε διάλογος στον οποίο συμμετείχα φαινόταν διάλογος παρμένος από το βιβλίο του. Κάθε διάλογος, ξαφνικά, ήταν τόσο πεζός, που μου φαινόταν απίστευτο να συμβαίνει, τόσο πεζός, που ένα τσικ και θα διαλυόταν τελείως, μέσα σε έναν σουρεάλ αποχυμωτή. Για αυτό και ενοχλήθηκα, όταν διάβασα κάπου ότι το βιβλίο (κι άρα και ο Φιλίππου ίσως γενικά;) προσπαθεί να πει το οτιδήποτε για τις μορφές καθημερινής συζήτησης που ειναι πεζές και ανούσιες (smalltalk). Με ενοχλεί, ίσως, η οποιαδήποτε ερμηνεία, αν και δέχομαι ότι μπορεί να γίνει κάποιο σχόλιο για τους μηχανισμούς επικοινωνίας μας. Βρίσκω, όμως, πολύ πιο σημαντικές τις αντιδράσεις μου σε αυτό που διαβάζω, ειδικά αυτές που δεν αναμένω να έχω, και βρίσκω τις πλευρές του βιβλίου που τις προκαλούν πολύ πιο απροσδιόριστες και δύσκολο να περιοριστούν σε ένα μέρος για να σου πουν ευθέως κάτι.

Ανδριανή

Πώς φιλιούνται οι αχινοί; Και πόσο δύσκολο είναι, τελικά, να φιληθούν φορώντας όλα αυτά τα αγκάθια; Πέντε ήρωες, που σέρνουν μαζί τους κι άλλους πολλούς «κομπάρσους», ψάχνουν τρόπους να αγαπηθούν χωρίς να σκοτωθούν. Πέντε χαρακτήρες ταλαιπωρημένοι, φαινομενικά απελπισμένοι, χαμένοι στην πόλη που λατρεύουμε να μισούμε. Η αθηναϊκή ραστώνη ενός καλοκαιριού που δε φαίνεται να τελειώνει για κανέναν τους, αλλά δεν παύει να τους τάζει τη σωτήρια έξοδο. Η Έρση, ο Διονύσης, η Λένια, ο Βίκτωρ Π. Παντάς κι ο Άλκης συνιστούν την παρέα της οποίας την ύπαρξη ακολουθούμε σε όλο το βιβλίο. Αυτοί οι πέντε βαραίνουν από την κρίση, την ανεργία, την υποκρισία και τα παιδικά τραύματα. Είναι άνθρωποι που κουβαλάνε στις πλάτες τους τις προσδοκίες όλου του κόσμου, που όφειλαν να είναι κινητά θαύματα και που ξεκίνησαν με την αυτοπεποίθηση πως είναι πράγματι, για να προσγειωθούν στη συνέχεια άγαρμπα στην πραγματικότητα.

Μια εσωτερική δράση που έχει τον ρυθμό του ανεμιστήρα στην τρίτη σκάλα και τη μουσικότητα του χορού της αράχνης, κάθε φορά που πέφτεις στην παγίδα της.

Η Αλεξάνδρα χτίζει τα προφίλ των χαρακτήρων σιγά σιγά, γνωρίζοντας κάθε μυστική τους σκέψη. Ο καθένας τους σε διαφορετική ηλικία και φάση ζωής, έχουν πάρει ήδη κάποιες από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής τους και τώρα πρέπει να αποφασίσουν πώς θα πορευτούν. Μαμάδες, μπαμπάδες, δήθεν πετυχημένες προσωπικότητες στον χώρο των γραμμάτων, παιδιά-ενήλικες και ενήλικες-παιδιά αποτελούν ένα κουβάρι από ανθρώπους που ξετυλίγεται σταδιακά και πρέπει να το ακολουθήσεις.

Η αφηγήτρια σε βάζει στα παρασκήνια, εκεί που οι πέντε ήρωες ψάχνουν ταυτόχρονα με εσένα να βρουν τον ρόλο και τη θέση τους στην πόλη, δίνοντας κάθε φορά και ένα τσακ παραπάνω για να καταλάβεις τις κρυφές συνδέσεις μεταξύ τους. Στηρίζονται ο ένας στον άλλο, αλληλοεξαρτώνται, κατασπαράζονται στην προσπάθεια τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Τους πιάνεις, τους συμπονάς, προβάλλεις πάνω τους τον εαυτό σου, με τα δικά σου δράματα και αγωνίες. Έχει σημασία αν αυτοί οι άνθρωποι, παρά τις κουτσουρεμένες ευκαιρίες, τα λάθη και το πληγωμένο δέρμα τους θα τα καταφέρουν. Έχει σημασία να τα καταφέρουν τελικά, για να νιώσεις πως ύστερα θα μπορέσεις κι εσύ. Ανεξαρτήτως της ματαιότητας της ύπαρξης που αισθάνεσαι περνώντας τις σελίδες, δε θέλει και πολύ για να οσμιστείς πως αυτοί οι πέντε έχουν μια λατρεία για τη ζωή, κι ακόμη και αν κολυμπούν σαν ηλίθιοι, προσπαθούν. Όπως κάνεις κι εσύ, ενίοτε, στο κάτω κάτω.

 Artwork της Μαρούλι

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *