ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Οι λέξεις & οι ιστορίες πάντα βοηθούν

Ήμουν σε ένα στρώμα ξαπλωμένη στο πάτωμα. Έξω το Νέο Φάληρο να μας κλέβει τις τελευταίες μας ανάσες. Εκεί ήταν που σκέφτηκα πως τελικά τα βιβλία που έχω διαβάσει με έφεραν ακριβώς εδώ που είμαι, πως μέσα από αυτά ερωτεύτηκα, γοητεύτηκα και άνοιξα τα μάτια μου. Κάθε ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία μoύ έδειξε έναν δικό του κόσμο, που με ηρεμούσε και μου έλεγε, έστω και με αυτόν τον τρόπο, πως «όλα θα πάνε καλύτερα» και πως «οι λέξεις και οι ιστορίες πάντα βοηθούν». Έτσι λοιπόν, επειδή εδώ γνωριζόμαστε καλύτερα, μεταφερόμαστε σε κόσμους λέξεων και ανοίγουμε τις ψυχές μας πριν προλάβουμε να βυθιστούμε σε αυτές ξανά, αυτά είναι τα τρία πιο αγαπημένα μου βιβλία μέχρι σήμερα:

Η Κυρία Κούλα, του Μένη Κουμανταρέα
Με την Κούλα, τον Μίμη και τον Μένη, κατάλαβα πόσο ενδιαφέρον έχουν οι ιστορίες των ανθρώπων στο τρένο, πόσα κουβαλούν και πόσα φωνάζουν. Με τον Μένη Κουμανταρέα βρέθηκα στις πανελλαδικές, ήταν εκείνος που μου είπε πως οι ωραιότερες ιστορίες είναι εκείνες που νομίζεις πως δε βλέπεις. Εκείνες που συμβαίνουν στο διπλανό κάθισμα, στο επόμενο βαγόνι, στον συρμό των 20.00, κάθε μέρα. Τι συμβαίνει γύρω μας; Ποιους και ποιες ερωτευόμαστε, πώς ξέρουμε πού θα συναντηθούμε για πρώτη φορά; Τι κάνουν οι άνθρωποι στις 20.00; Ποιος θα ανεβεί στην επόμενη στάση και γιατί ο Άγιος Νικόλαος μυρίζει τη νεότητα που δεν πρόφτασε να ζήσει η Κούλα; Δέθηκα με αυτό το βιβλίο, γιατί κατάλαβα πως ο έρωτας είναι πάνω από εμένα, γιατί μια αποβάθρα μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή και ένα τόσο δα ταβερνάκι να σε ζεστάνει όσο τίποτα. Ο Μένης, πριν από 35 χρόνια, κατάφερε να ζωντανέψει μια γυναίκα που βυθίστηκε στη ζωή της και βολεύτηκε σε ένα αδιάφορο μπλε κάθισμα ηλεκτρικού. Μια γυναίκα ερωτεύεται έναν νεαρό φοιτητή και νιώθει για λίγο νέα, νιώθει για λίγο πως κάτι πρόλαβε να ζήσει. Ένα βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου και με γοήτευσε, όπως όλες αυτές οι ιστορίες που σκαρφίζομαι στο μετρό, για έρωτες που διαρκούν όσο η διαδρομή Θησείο-Κηφισιά, με μια στάση στο Μοναστηράκι για να επιβιβαστεί μια γυναίκα της Εφορίας, που λίγες στάσεις αργότερα θα έχει να θυμάται μια γαρδένια σε ένα κομοδίνο, που ακόμη και αν μαραθεί, θα έχει προλάβει να τη φιλήσει με όση ένταση της έχει απομείνει. 

Πιο πολύ πιο πολλοί, της Μαλβίνας Κάραλη
Με τη Μαλβίνα συναντήθηκα πριν λίγους μήνες, ένα δώρο που μέσα μου περίμενα καιρό. Το «Πιο πολύ πιο πολλοί» ήταν το δικό μου ταξίδι, η Μαλβίνα βίαια με έπιασε από το χέρι και μου είπε «εμπιστεύσου με, από εδώ πάει ο έρωτας». Ένα βιβλίο που τελειώνεις σε δύο μέρες και θέλεις κι άλλο, θες ακόμη έναν έρωτα, θες ακόμη μια περιγραφή των σεντονιών, των χεριών, των παπουτσιών και των καφέδων. Τελειώνεις το βιβλίο, ξαπλώνεις και θες με το ζόρι να ζήσεις όπως εκείνη, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς κανέναν δισταγμό, να βγεις, να πιεις ένα ποτό, να ζαλιστείς και να ερωτευτείς, μετά να βυθιστείς στον έρωτα και να τον αφήσεις στο ίδιο αυτό μπαρ, με την ίδια ευκολία που τον γνώρισες τότε. Στις σελίδες του βιβλίου, περιγράφεται μια γυναίκα, η οποία μιλά για τη ζωή της σε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Μια γυναίκα που αναζητά την ελευθερία στη δέσμευση και την ηρεμία στο κρύο παγωτό, τα ζεστά μπάνια και τα βιβλία. «Μια αίσθηση, σαν να βγάζεις το κεφάλι σου από τον φούρνο του γκαζιού», γράφει για έναν από εκείνους που πέρασαν, αυτήν την αίσθηση έχει και η ανάγνωση κάθε σελίδας, μια Μαλβίνα που θα ήθελες να είναι φίλη σου, που θα ήθελες να στέκεται στο μπαλκόνι σου και να μουρμουράει κάθε μια ιστορία αγάπης και έρωτα που βίωσε. Δεν περίμενα ποτέ πως θα καταλάβω ακριβώς τι θέλει να μου πει η γραφή της, ίσως να μην είχε ποτέ πραγματική ουσία αυτό, όμως μέσα από τον μπερδεμένο της ειρμό και τις ωμές αλήθειες ενός τόσο έντονου συναισθήματος, με έκανε να καταλάβω πως αξίζει να ερωτευόμαστε, αξίζει να πονάμε και να θυμόμαστε κενά κρεβάτια και εισιτήρια τρένων. Αξίζει να γράφουμε από έρωτα και να λιώνουμε, αυτή είναι και η Μαλβίνα εξάλλου, αυτή που πάντα έλεγε πως όνειρό της είναι «να καταφέρει να μεταδώσει την εμπειρία ενός έρωτα», και αυτό κάνει, με τον ίδιο μπερδεμένο και ακατάστατο τρόπο που ο καθένας ερωτεύεται.

Δόνα Ροζίτα, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Η «Δόνα Ροζίτα» του Λόρκα είναι ένα λουλούδι, ένα γραναδέζικο ποίημα του 1900, που αγόρασα ταραγμένη σε μια βροχερή βόλτα στα Εξάρχεια. Και μόνο η εισαγωγή του βιβλίου, σε μαγεύει. Στη «Δόνα Ροζίτα», οι άνθρωποι, λοιπόν, δεν πεθαίνουν. Μαραίνονται. Γράφει ο Αλέξης Σολομός. Μια κοπέλα ορφανή ζει στη Γρανάδα και είναι ερωτευμένη, αρραβωνιασμένη με τον ξάδερφό της. Περνάει τις ώρες της στο θερμοκήπιο του θείου της και συναντά τα πιο σπάνια λουλούδια, ενώ περιμένει την επιστροφή του αγαπημένου της από την Αμερική. Η γοητεία του βιβλίου βρίσκεται στη σύνδεση της ανθρώπινης ζωής και της ζωής των λουλουδιών. Μια γλώσσα λουλουδιών που συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή. Το πιο σπάνιο λουλούδι είναι το τριαντάφυλλο «Rosa Mutabile», μελαγχολικό και αληθινό, αλλάζει χρώμα σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Σε αυτό το βιβλίο, όλα ανθίζουν και μαραίνονται ταυτόχρονα, οι περιγραφές σε μεταφέρουν σε έναν κήπο, όπου πρόκειται να παρακολουθήσεις τη μοίρα της Ροζίτας, που αναμένει τον έρωτα. Μπορεί να έχω αδυναμία στα λουλούδια και να λατρεύω κάθε ιστορία που με συνδέει μαζί τους, όμως δώστε μια ευκαιρία σε όλες αυτές τις ανθισμένες λέξεις. Κουράγιο αγαπημένοι και αγαπημένες· έρχονται ομορφότερες και πιο γεμάτες μέρες. Κρατηθείτε. Γερά.

κείμενο της Μέλισσας
σχέδιο της Ελένης

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *