ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Οι Απόντες δε φεύγουν ποτέ

Από το μέσα του Μαρτίου που ξεκίνησε η πρώτη καραντίνα μέχρι τις αρχές του Μαΐου που ολοκληρώθηκε, είχα δει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό ταινιών. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι καμία από αυτές δεν προερχόταν από τον ελληνικό κινηματογράφο. Άλλωστε, ποτέ δεν ήμουν μεγάλος φαν του εγχώριου σινεμά. Όταν ψάχνω να δω κάποια ταινία, η επιλογή ενός ελληνικού φιλμ, τις περισσότερες φορές, δε μου περνάει καν ως σκέψη. Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Είτε μιλάμε για ολόκληρη τη φιλμογραφία του Θόδωρου Αγγελόπουλου και του Νίκου Νικολαΐδη, είτε για κάποια indie «διαμαντάκια».

Οι Απόντες είχαν προβληθεί κάπου στα τέλη του ’19, στο Ααβόρα, από το Midnight Express. Μια περίοδο που κάθε Σάββατο με έβρισκε στο σινεμά της Ιπποκράτους και, λίγους μήνες αργότερα, στο Ριβιέρα για τις «σουρεάλ» θερινές προβολές ελέω κόβιντ. Ζήτημα να είχα λείψει 3-4 φορές και μια από αυτές ήταν όταν έπαιξε το φιλμ του Νίκου Γραμματικού. Τελικά, όταν το lockdown έκανε την επανεμφάνισή του, έφτασε η στιγμή να δω τη ταινία που στο παρελθόν είχα αγνοήσει επιδεικτικά και έμελλε να είναι εκείνη με την οποία θα αρχίσω τη περιπλάνησή μου στο Periplokmag.

Οι Απόντες (1996) αποτελούν την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Νίκου Γραμματικού, δημιουργού, μεταξύ άλλων, της Κλειστής Στροφής και του Βασιλιά. Το σενάριο υπογράφει ο μόνιμος συνεργάτης του και εξίσου σημαντικός σκηνοθέτης, Νίκος Παναγιωτόπουλος (Αυτή η νύχτα μένει). Η ταινία παρακολουθεί τις σποραδικές συναντήσεις μιας παρέας έξι παιδικών φίλων, μέσα σε ένα χρονικό διάστημα μιας επταετίας, στη Σαλαμίνα. Εκεί συναντάμε τον ασυμβίβαστο φιλόλογο Ανδρέα, τον συντηρητικό μαθηματικό και λάτρη της φωτογραφίας Μανώλη, τον πολυταξιδεμένο ναυτικό Σάκη, τον ανώριμο μεταφραστή Γιάννη, τον σπουδαγμένο στην Αμερική φυσικό Νίκο και τον φιλόδοξο δημοσιογράφο Αντώνη.

Η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαλαμίνα, τόπο καταγωγής του Νίκου Γραμματικού. Ένα ιστορικό νησί που βρίσκεται τόσο κοντά, αλλά και συγχρόνως τόσο «μακριά» από την Αθήνα. Στη πρώτη σκηνή, οι ξέγνοιαστοι φίλοι πανηγυρίζουν το θρίαμβο του Ευρωμπάσκετ του ’87, σε ένα παραδοσιακό καφενείο, που ήταν το στέκι τους από μικρή ηλικία. Νέοι ακόμα, ονειρεύονται το μέλλον, σχολιάζουν το παρόν, πίνουν μπύρες και κάνουν πλάκες. Οι διάσπαρτες συναντήσεις τους από το 1987 μέχρι το 1994 γίνονται εν μέσω μεγάλων αλλαγών, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Εφήμερες νίκες, πολιτικά σκάνδαλα, καθώς και παγκόσμιες ανακατατάξεις (πτώση του τοίχους του Βερολίνου, πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας), αφήνουν το στίγμα τους στο πέρασμα του χρόνου και διαμορφώνουν τις συνειδήσεις των έξι φίλων.

Η κολλητή παρέα δεν μπορεί να μείνει αμέτοχη σε αυτές τις αλλαγές. Από τα μακριά μαλλιά-σήμα κατατεθέν των 80s και τις πιο ανέμελες ενδυματολογικές επιλογές, οδηγούνται στα πιο σοβαρά κουρέματα των 90s και στο styling που επιβάλλει η μόδα της εποχής. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτές που επέρχονται στους χαρακτήρες τους. Σιγά σιγά, αρχίζουν να διαφωνούν όλο και πιο έντονα για τα πολιτικά τους πιστεύω, για τις προσωπικές τους επιλογές και για τα κάποτε κοινά τους ενδιαφέροντα. Μια απλή ανάβαση σε έναν λόφο θα σημάνει το αναπόφευκτο τέλος, όταν μερικοί από την παρέα θα επιλέξουν να πάνε από το εύκολο μονοπάτι αντί από τα δύσβατα βράχια, που συνήθιζαν να σκαρφαλώνουν από παιδιά. Ο καθένας ακολουθεί τον δικό του δρόμο και τίποτα δεν τους ενώνει πλέον. Η φθορά που έρχεται με το πέρασμα του χρόνου, η ωμή πραγματικότητα, τους αλλοιώνουν και σταδιακά τους διαβρώνουν.

Οι Απόντες δεν είναι ένα άρτιο φιλμ, το αντίθετο μάλιστα. Οι τεχνικές αδυναμίες και το χαμηλό μπάτζετ βγάζουν μάτι, αλλά συγχρόνως αποπνέουν ειλικρίνεια και δείχνουν την ψυχή και το μεράκι που χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί. Ο Νίκος Γραμματικός καταφέρνει αβίαστα να χαρτογραφήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια γενιά γεμάτη ανησυχίες και ανεκπλήρωτα όνειρα. Μέσα σε όλα αυτά, προσθέτει τους κατάλληλους φολκλόρ χιουμοριστικούς τόνους και παίρνει το 100% από τους ηθοποιούς του. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, θα δούμε τον Βαγγέλη Μουρίκη σε μια από τις πρώτες του εμφανίσεις στη μεγάλη οθόνη, τον αγνώριστο εμφανισιακά Τάσο Νούσια, σε αντίθεση με τον απλά νεότερο τότε Αιμίλιο Χειλάκη, καθώς και τον Νίκο Γεωργάκη, που ξεχωρίζει στον ρόλο του πιο αυθεντικού και ρομαντικού ήρωα της ταινίας, αλλά και τους Γιώργο Ευγενικό και Κωνσταντίνο Σταρίδα. Σε μικρότερους, αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, κάνουν την εμφάνιση τους και οι Μηνάς Χατζησάββας και Άρτο Απαρτιάν. Οι μουσικές επιλογές με τραγούδια των Pink Floyd, Joy Division, Nick Cave, Supertramp και άλλων μεγάλων μουσικών ονομάτων που σημάδεψαν τη συγκεκριμένη εποχή βάζουν το δικό τους λιθαράκι και ενισχύουν την όλη μελαγχολική ατμόσφαιρα.

Το μεγάλο ατού της ταινίας, όμως, είναι ότι, ακόμα κι αν έχουν περάσει 25 χρόνια από την πρώτη της προβολή, παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ. Οι συνθήκες μπορεί να αλλάζουν, αλλά τα παρόμοια πράγματα συνεχίζουν να υφίστανται και σήμερα. Οι αλλαγές σε όλο τον κόσμο είναι ραγδαίες και επιφέρουν μεταβολές στις ζωές μας, οδηγώντας μας στην αποξένωση και στην απομόνωση. Τσακωμοί για τα κόμματα και τις ομάδες, εγωισμοί, διαφωνίες για ασήμαντα θέματα, χαλάνε φιλίες και σχέσεις ετών. Ο τρόπος που επιλέγουμε να απομακρυνθούμε μπορεί να διαφέρει, αλλά το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο. Πόσο μάλλον στη σημερινή εποχή, που κυριαρχεί η ατομικότητα και ο άκρατος ανταγωνισμός.

Η ταινία ξεκινάει με τη μεγαλειώδη νίκη του ’87 και ολοκληρώνεται με το «στραπάτσο» στο μουντιάλ του ’94. Στο ίδιο καφενείο που τους πρωτογνωρίσαμε, η παρέα των έξι φίλων έχει πλέον διαλυθεί, αλλά, σε δεύτερο πλάνο, μια άλλη γεννιέται. Το συγκινητικό φινάλε υπό τους ήχους του Wish You Were Here έρχεται να μας αφήσει με μια μικρή νότα αισιοδοξίας σε αυτό το ρεαλιστικό, ευαίσθητο και νοσταλγικό φιλμ για τους «Απόντες» που δε φεύγουν ποτέ.

Δείτε ολόκληρη την ταινία εδώ:

 

κείμενο του Kuleshov

artwork της Άννας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *