ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Άσκηση: Παραμονή Χριστουγέννων. Σας επισκέπτονται τρία φαντάσματα κάποιων που λείπουν. Από τη ζωή γενικά ή από τη ζωή σας. Γράψτε για τις συναντήσεις αυτές.
*κατά τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Τσαρλς Ντίκενς

Καραγιαννό
Γι’ αυτό το αλλόκοτο που πρόκειται να διηγηθώ, να με πιστέψετε δεν αξιώνω. Και όμως, αυτή την ώρα που το χιόνι λιώνει στους θερμοσίφωνες και τα νερά τρέχουν από κάγκελο σε κάγκελο στο μπαλκόνι, όσα έζησα χθες βράδυ μοιάζουν να είναι η μόνη ιστορία που αξίζει στη ζωή μου να βάλω σε λογική σειρά και να την καταγράψω.

Πρώτα ήρθε η δασκάλα. Δε μου έμοιαζε για φάντασμα. Με ξύπνησε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Μου έδωσε να διαβάσω ένα ποίημα για σχολική γιορτή και μετά με φίλησε σταυρωτά και μου είπε: «Πολύ καλά τα πήγες. Θα παίξεις στη μεγάλη μας παράσταση». Ανασκουμπώθηκα και πρόβαρα λόγια που δεν καταλάβαινα, μέσα σε αντρικά κοστούμια μεγάλα, που τα είχε φάει ο σκόρος στα μανίκια και κάπως έβλεπες τα άκρα μου να προεξέχουν κοκκαλιάρικα, σαν τα χέρια του αχυρανθρώπου. Το φάντασμα με άρπαξε από το μπράτσο -ένα άγγιγμα συγκρατημένα τρυφερό- και με έσπρωξε μπροστά από τα ντουλαπόφυλλα του δωματίου μου. Μου πέρασε ένα μικρόφωνο ψείρα στο μάγουλο με σελοτέιπ και μου έγνεψε να μπω. Παραμέρισα κάτι καρό πουκάμισα, βαριά παλτό και εκείνες τις φόρμες με μπάλωμα στα γόνατα και βρήκα τη σκηνή μου. Ένας προβολέας να κόβει σαν μαχαίρι το σανίδι και αυτό ήταν όλο. Κοινό δεν έβλεπες. Μόνο άκουγες μανάδες να ξεφυλλίζουν το πρόγραμμα και να μασάνε πασατέμπο. Σκηνή 4*. Μπαίνουν ο Άμλετ, ο Οράτιος και ο Μάρκελλος. Διαβολεμένο κρύο, σε τρυπάει. Μέχρι το κόκκαλο. Τι ώρα να ‘ναι; Χτύπησε δώδεκα. Ναι; Δεν το άκουσα. Τότε κοντεύει η ώρα που εμφανίζεται το πνεύμα. Ακούγονται σαλπίσματα. Τι είναι; Τι συμβαίνει; Ο βασιλιάς έχει ξενύχτι απόψε, πίνουν, χορεύουν, κορυβαντιούν και κατεβάζουν κούπες το κρασί. Μπαίνει το Φάντασμα. Κοιτάξτε, κύριε μου, έρχεται. Κοίτα με πόση ευγένεια σου κάνει νόημα να βρείτε μέρος πιο απόμερο. Αλλά μην πας. Όχι, όχι μην πας. Δεν θα μιλήσει αλλιώς, θα ακολουθήσω. Βγαίνει το Φάντασμα και ο Άμλετ. Ο Οράτιος μου λέει: σαλεύει ο νους του, παραληρεί. Του λέω: Μην τον αφήσουμε μόνο του, πάμε. Μου λέει: Να δω σε ποιο τέλος θα μας βγάλει. Και λέω με τη δύναμη των δεκαπέντε μου χρόνων, τη σπυριάρικη μούρη του απουσιολόγου και την καρδιά που λέει ψέματα, βαθιά μέσα από τις στοίβες με τα ρούχα στην ντουλάπα: Κάτι σαπίζει μέσα στη Δανία.

Δεύτερο ήρθε το φάντασμα του φίλου. Πήρε τηλέφωνο πρώτα και μου ζήτησε τις σημειώσεις από το μάθημα ανατομίας και του είπα να περάσει από το σπίτι να τα πούμε. Έφερα τον καφέ από την κουζίνα και εκείνος έφερε ένα ολόφρεσκο πτώμα. Πιάσαμε από δύο νυστέρια και ανοίξαμε τον άνθρωπο πάνω στο γραφείο. Του είπα ότι είναι φίλος μου. Σαν να μην το άκουσε, μου είπε ότι μπορούμε να πηγαίνουμε για κάνα καφέ καμιά φορά, του είπα γιατί τώρα τι κάνουμε, μου είπε τώρα βρωμάει πτωματίλα και του είπα έχεις δίκιο, πότε πρόλαβες να αλλάξεις, άλλαξες σκελετό στα γυαλιά σου, σαν να απομακρύνεσαι. Πήρα το νυστέρι και του τράβηξα μια χαρακιά στην παλάμη, μετά του την κράτησα και του είπα μα καλά γιατί κάνεις έτσι, ό,τι κι αν συμβαίνει μπορείς να μου μιλήσεις, είμαι φίλος σου. Είπε ναι, μπορούμε να πηγαίνουμε για κάνα καφέ καμία φορά. Άδειασα τα περιεχόμενα του πτώματος πάνω στο γραφείο και έβαλα μέσα το φάντασμα. Σηκώθηκε άνθρωπος καινός κι ατόφιος κι έκανε προς την πόρτα για να φύγει.

Τρίτο ήρθε το φάντασμα του μπαμπά. Η μάνα μου του είχε αφήσει το δώρο που θα μου έδινε έξω από την πόρτα. Προσποιήθηκε, όσο το ξετύλιγα, ότι ήξερε πολύ καλά τι είχε επιλέξει για τον γιo του. Ήταν ένα τρενάκι που ήθελα καιρό. Έστησα τις ράγες πάνω στην τραπεζαρία και άφησα τα βαγόνια να σουλατσάρουν ανάμεσα στα γιορτινά φαγητά. Πυκνός καπνός από το τρενάκι γέμισε το σαλόνι και το φάντασμα ψιθύρισε μέσα στην ομίχλη: «Δε σε ήθελα ποτέ. Είμαστε εδώ από καθαρή τύχη». Του απάντησα: «Δεν είσαι για μένα ούτε φίλος ούτε εχθρός. Είσαι μια ανοιχτή πληγή. Θα ήθελα να την κουβαλάω με αμηχανία και πόνο στη ζωή μου, αλλά χάσκει τόσα χρόνια ορθάνοιχτη, που έχει πλέον μουδιάσει. Περιμένω να πεθάνεις για να κλάψω για σένα, και ακόμα και τότε, να ξέρεις, δεν είμαι σίγουρος αν θα καταφέρεις να με πονέσεις σαν να ήμασταν ποτέ γνωστοί.» Η μάνα μου άνοιξε το παράθυρο για να φύγει η τσίκνα του καμμένου κάρβουνου από το δωμάτιο. Το φάντασμα είπε: «Θα μεγαλώσω και θα μεγαλώσεις και θα σου χτίσω ένα στοιχειωμένο σπίτι, ολόδικο σου. Εκεί θα σε επισκέπτομαι συχνά και θα με ξορκίζεις τα βράδια και θα γυρνάω κάθε πρωί να με φροντίσεις, μπας και αποκαταστήσουμε κάτι. Θα με καλέσεις κάτι Χριστούγεννα με δώρα και ακριβά κρασιά κι αφού παραδεχτώ ότι άργησα πολύ, θα σε αγκαλιάσω σαν φίλος από τα παλιά και εσύ θα με αγκαλιάσεις σαν παιδί μου και θα μου πεις ότι με συγχωρείς. Τότε θα με πάρεις και θα με ρίξεις κούτσουρο στο τζάκι και θα αφήσεις όλη την πόλη να γεμίσει πυκνό μαύρο καπνό και να μάθει ότι είσαι εντάξει».

(*) Στην επίσκεψη του πρώτου φαντάσματος, ο Καραγιαννό δανείζεται ορισμένους στίχους και σκηνοθετικές οδηγίες από τον Άμλετ, σε μετάφραση Διονύση Καψάλη.

Σελέστ
Όταν σταμάτησα να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, όταν σταμάτησα να πιστεύω σε Αγίους και θεανθρώπους γενικώς, σκότωσα μέσα μου και λίγο από το σούσουρο των Χριστουγέννων. Έχω κάθε διάθεση να γιορτάσω τη νέα χρονιά, αυτό το σούσουρο το καταλαβαίνω, αλλά η 24η Δεκεμβρίου χρόνια τώρα μου περνά αδιάφορη. Ίσως επειδή το σόι μου είναι κατά κύριο λόγο τσακωμένο ή/και πεθαμένο και δεν έχω βιώσει και κανένα γκράντε οικογενειακό ρεβεγιόν ποτέ μου. Φέτος, ωστόσο, είμαι καλεσμένη σε πάρτι στο σπίτι της Νέλλης και νομίζω είναι το πρώτο πάρτι που πηγαίνω στη μετά τον ιό εποχή και, αν όχι η γέννηση του Χριστού, τότε σίγουρα το τέλος όλης αυτής της τρέλας που έκλεψε τη ζωή μας και φάνηκε σαν να ήταν να μην την πάρουμε ποτέ ξανά πίσω, αξίζει ριφίλς ποτών, αξίζει κονφετί, αξίζει σκηνικά πρωτοφανή.

Η ώρα εννιά το βράδυ. Κανένας δεν θα μας κατηγορήσει που πίνουμε από τις επτά. Πρώτο πάρτι μετά τον ιό. Φαίνεται να είναι όλοι οι φίλοι όλων μας εδώ, και λίγοι παραπάνω. Ξαφνική αλλαγή στη μουσική φέρνει την γκρίνια των απαιτητικών στην επιφάνεια και η Χριστίνα η ντιτζέι φωνάζει παιδιά, δεν ξέρω πώς σκατά μπήκε αυτό, μισό λεπτό, έχει κολλήσει.

I’m letting you go. I’m letting you go. I’m letting you go awry.

Τα μάτια μου τον ψάχνουν, δεν μπορεί. Αυτός το έβαλε. Σπρώχνω τον κόμπο στον λαιμό μου αμέσως παρακάτω με μια καλή γουλιά ρούμι και σκανάρω το δωμάτιο. Δε μου είπε κανείς πως θα ερχόταν. Ντρέπομαι να ρωτήσω. Η Χριστίνα ακόμα παλεύει ν´αλλάξει κομμάτι. Πάω προς το μπάνιο, ο κόμπος ξαναανεβαίνει, και είμαι ήδη τόσο ζαλισμένη, ώστε αυτή η ηχητική βουτιά στο παρελθόν να με ζορίζει εμφανώς. Πριν προλάβω να πατήσω τον διακόπτη, με φωνάζει, λέει εγώ το έβαλα. Αλλά μην το πεις. Έχω να τον δω από εκείνον τον τελειωτικό καφέ, εννέα μήνες πριν, τότε που κάθισε απέναντί μου και δεν κατάφερα να βρω στο βλέμμα του τίποτα δικό μου απολύτως, κι εκείνος έκατσε απέναντί μου και φάνηκε σαν να μην έψαχνε καν κάτι δικό του σε εμένα πια. Φοβερός δίσκος, του λέω. Αυτό βρήκα να πω. Να ξέρεις ότι πάντα ήξερα τι σκέφτεσαι για εμένα από τον τρόπο με τον οποίο παρέλειπες ν’ ακούσεις ακόμα και τις πιο καλές μου πλέιλιστ. Γελάω ακούγοντας αυτό, με αμηχανία, δεν αναγνωρίζω το ύφος του παραπόνου. Φαίνεται σοβαρό, μα δυσκολεύομαι να βάλω λέξεις στη σειρά να το αντικρούσω για να εξαγνιστώ. Θέλω να πάω πάλι μέσα, έχω αρχίσει να κρυώνω παραπάνω απ´ το υποφερτό. Του λέω, άκουσε να δεις, σου ζητώ βαθιά συγνώμη για κάθε φορά που δεν αγάπησα ό,τι δικό σου με αγάπη καθαρή, σου ζητώ συγνώμη που δε λάτρεψα καμία πλέιλιστ σου, που δε βροντοφώναξα καμία από τις λέξεις σου, σου ζητώ συγνώμη που στον τελευταίο μας καφέ δεν ήθελα να σου χαρίσω ούτε μισό χαμόγελο να έχεις να θυμάσαι συμφιλίωση. Όποτε κουμπώναμε τις ζωές μας, το μυαλό μου τις ξεκούμπωνε με την πρώτη ευκαιρία, σου ζητώ συγνώμη, πάντα κάτι με ενοχλούσε, πάντα κάτι με ενοχλεί. Εκείνος ατάραχος: εγώ θα έλεγα, πάντως, να μην μιλάμε άλλο για αυτά, να τα αφήσουμε πίσω και να δούμε πώς μπορεί να κυλήσει στο εξής. Όχι, εγώ θα έλεγα να απομακρυνθούμε εντελώς. Οι πλέιλιστ σου δε με κέρδισαν ποτέ πραγματικά, ούτε οι λέξεις σου, δεν μπορούσα να είμαι άλλο εγώ, δεν μπορούσες να είσαι άλλο εσύ. Δε συμπαθιόμασταν. Θα είσαι ψεύτης, αν το αρνηθείς. Το κομμάτι είχε τώρα αλλάξει, αυτός κοιτούσε με βλέμμα καρφωμένο σε κάτι αόριστο πίσω από εμένα, άρχισα να φοβάμαι, να κρυώνω κι άλλο, έφυγα. Πήγα μέσα. Άη σιχτίρ βραδιάτικο, βρήκα την Άννα να χορεύει. Καλά, μαλάκα, δεν μου το είπατε πως έχει έρθει κι ο Αλέξανδρος απόψε. Δεν έχει έρθει ρε, έφυγε πριν ένα μήνα για Γαλλία. Τότε ο κόμπος που ανέβαινε στον λαιμό μου όσο μιλούσα με τον Αλέξανδρο στον διάδρομο έξω από το μπάνιο ανέβηκε στο δόντια μου, έπιασα τον κουβά με τα παγάκια, ξέρασα. Ήταν εννιά και μισή και μόλις είχα καταλάβει πως, ακόμα και το φάντασμα του φίλου μου, κατάφερα να το απογοητεύσω.

Κατάλαβα τι συνέβαινε. Είχε να μου συμβεί χρόνια. Ποιο θα ήταν το επόμενο; Αγχώθηκα. Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω αέρα. Η λεωφόρος Κηφισίας απλωνόταν πέντε ορόφους κάτω από τα μάτια μου, πολλή κίνηση, καμία απαγόρευση, έμεινα κάμποση ώρα εκεί έξω χαζεύοντας τα μαγαζιά, τα πεζοδρόμια, τα φανάρια, σκεπτόμενη πόσες φορές έχω ανέβει και κατέβει τη λεωφόρο μόνη, πόσες με τον Αλέξανδρο. Τη στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να στήνει μπρος στα μάτια μου βόλτες παλιές, με τις ατάκες τους και όλα, έκλεισα το μυαλό μου σαν πόρτα που δεν υπολόγισες το βάρος της, και έκανα ένα μπαμ και είπα αυτό ήταν. Θα περάσω καλά με τα υπόλοιπα φαντάσματά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και έτριψα τους κροτάφους μου κυκλικά για είκοσι δευτερόλεπτα, ώσπου ξαφνικά με άρπαξε ένα χέρι και με έσυρε γελώντας μέχρι το σαλόνι. Το χέρι που γελούσε είχε έναν γνώριμο αντίχειρα. Έτσι κάπως στραβοφτιαγμένο, κάπως αστείο. Το σκοτάδι δε με άφηνε να δω καλά. Όταν μπόρεσα να δω περισσότερα, συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν στο κέντρο του δωματίου, έπαιζε το Come On Eileen, το χέρι που γελούσε ανήκε στη Χρυσούλα, και, μετά από επτά χρόνια σιωπής, χορεύαμε αντικριστά, στροβιλιζόμασταν εκτός ελέγχου, χοροπηδώντας σαν να ήμασταν ο Τσάρλι και η Σαμ και ο Πάτρικ μαζί, σ’ εκείνη τη σκηνή στον σχολικό χορό. Μπορούσε να τη δει κανένας άραγε; Ή φαινόμουν τρελή να κάνω έτσι μόνη μου; Με το που μπήκε το ρεφρέν, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει ανεξέλεγκτα, δάκρυα ξεκίνησαν να κατεβαίνουν απ’ τα μάτια μου λες και τα είχα κρυμμένα ολόκληρο το βράδυ εκεί, στην ειδική περίπτωση που έπεφτε αυτό το ρεφρέν και ήταν να το χορέψω με το φάντασμα της παιδικής κι εφηβικής καλύτερής μου φίλης, έπειτα από εφτά χρόνια σιωπής, έπειτα από μια πανδημία. Έσκυψα στ’ αυτί της, χώθηκα μέσα στα μαλλιά της, μαλλιά πολλά και καστανά ανοιχτά και μακριά, χοντρή τρίχα και πάντα τη ζήλευα, της είπα γιατί εξαφανίστηκες τότε μωρέ Σούλα. Είχαμε μόνο η μία την άλλη. Η Χρυσούλα τότε βρήκε ένα θάρρος που φάνηκε συσσωρευμένο από καιρό και μου ξεστόμισε αυτό που πάντα τρέμω μην ακούσω για τον εαυτό μου. Εξαφανίστηκα, γιατί δε σε συμπαθούσα άλλο. Εσύ μπορούσες να είσαι εσύ, εγώ όμως δεν μπορούσα. Για χρόνια προσπαθούσα να είμαι ο καλύτερος καθρέφτης σου, φοβόμουν μην ξυπνήσεις μία μέρα και με θεωρήσεις βαρετή, μη με ρωτήσεις το αγαπημένο μου τραγούδι του αγαπημένου μουσικού μας και δε θυμάμαι πια τους στίχους. Και σε απογοητεύσω. Σιχάθηκα τον εαυτό μου που μ’ ένοιαζε τόσο πολύ μη σε απογοητεύσω. Κι έφυγα, αυτό είναι όλο. Άλλωστε, δεν μπορεί να με συμπαθούσες κι εσύ πραγματικά. Τα λόγια της βρήκαν να σταματήσουν εκεί που ηρεμεί το τραγούδι, λίγο πριν δυναμώσει πάλι. Δεν ήταν καθόλου εντάξει, πού σκατά τα βρήκε η Χρυσούλα τα κότσια να τα πει τώρα όλα αυτά. Αφού εγώ την έκανα άνθρωπο, αφού εγώ της έμαθα τόσα πολλά, χωρίς εμένα τι νομίζει πως θα ήταν. Που θα μου πει πως δε με συμπαθούσε. Η μουσική δυνάμωσε ξανά, έγινε υστερική, και τα τελευταία ρεφρέν μας βρήκαν κόντρα, να έχουμε σταματήσει τον χορό, αυτή να με κοιτάζει σαν να πήρε το αίμα που της ρούφαγα ως εγωκεντρική και μόνη φίλη πίσω, εγώ να τη μισώ. Για τα υπέροχα πυκνά μαλλιά της και για την πάντοτε ηρεμία της και για την υγιή ζωή της μακριά μου. Ύστερα το κομμάτι τέλειωσε, έπεσε πάλι σκοτάδι, το χέρι που γελούσε με τράβηξε στο χολ, μου έδωσε μια κάρτα, κι εξαφανίστηκε επιτόπου. Άνοιξα ένα πορτατίφ για να διαβάσω. Οι πιο αγαπημένες μου ειλικρινείς στιγμές μας ήταν πάντα όταν χορεύαμε. –Σ.

Έβαλα την κάρτα στην τσέπη μου και κοίταξα την ώρα. Ήταν μόνο 11, αλλά ήθελα να φύγω. Δηλαδή τι έπρεπε να καταλάβω εγώ απόψε απ’ τα φαντάσματά μου; Ότι είμαι εγωκεντρική και απλησίαστη, ότι οι φίλοι μου θα με λατρεύουν και έπειτα θα με ξεμπροστιάζουν και θα με ξεπερνούν και ύστερα θα με στοιχειώνουν; Και ποια θα ήταν η τρίτη επίσκεψη; Η Μαριάννα, ο Γιώργος, ο Σωτήρης; Δεν ήθελα να δω κανέναν απ’ τους τρεις, δεν ήθελα τίποτα πέρα απ’ το να πάω σπίτι και να πέσω να κοιμηθώ και να κλείσω τα μάτια μου τόσο σφιχτά που να με πιάσει πονοκέφαλος και να μην τα ανοίξω για κανέναν απρόσκλητο επισκέπτη και ήθελα προπάντων να ξυπνήσω ήρεμη. Να ξυπνήσω ήρεμη και να πάρω τηλέφωνο όλους μου τους τωρινούς φίλους και να τους ρωτήσω τι κάνουν και να τους πω σας αγαπώ και να μην κάνω ούτε μία κακή σκέψη γι’ αυτούς, ούτε ανεπαίσθητα, όταν το κλείσουμε. Αυτό ήταν ένα πλάνο. Θα έκανα τα τηλέφωνά μου το πρωί. Θα ήμουνα καλή.

Παίρνω τα πράγματά μου άρον άρον, δεν χαιρετάω κανέναν, είπαμε, καλή θα είμαι από αύριο. Κατεβαίνω στην είσοδο της πολυκατοικίας και πριν προλάβω να σηκώσω το χέρι μου για να σταματήσω ταξί, ένα αμάξι μού κορνάρει από απέναντι. Τρέχω στο μέρος του. Είναι η Μαριάννα, και με κοιτάζει με το παλιό γνωστό καχύποπτό της ύφος, μαύρα μάτια σε μαύρο πλαίσιο στρογγυλό, το φάντασμά της φοράει τα ίδια γυαλιά που είχε και τότε. Τι έγινε, μου λέει, φαίνεσαι χάλια. Μαριάννα μου, της λέω, να χαρείς, δώσε μου όποιο άλλο μάθημα θελήσεις, μόνο μην το γυρίσεις όλο στο πόσο απαίσια φίλη ήμουν. Θα κάνω τα τηλέφωνά μου το πρωί, το έχω κανονίσει, θα είμαι καλή, χωρίς καμία κακή σκέψη. Εντάξει, μου λέει, αλλά να ξέρεις, εγώ ήρθα μόνο να σου πω πως μαλακία σου που επέλεξες τη γλωσσολογική κατεύθυνση. Εάν είχες επιλέξει λογοτεχνία, μια μέρα θα ερχόμουν να καθίσω δίπλα σου στο αμφιθέατρο και όλα θα ήταν αλλιώς. Ίσως ακόμα να πηγαίναμε στα μπαρ του Παγκρατίου και να γράφαμε στα ημερολόγιά μας ποιήματα και ίσως για πρώτη φορά να σου διάβαζα και τα δικά μου. Να σου έλεγα τα μυστικά μου. Τώρα άστο. Με άφησε στον σταθμό της Πανόρμου, της ευχήθηκα Καλά Χριστούγεννα, της ζήτησα συγνώμη, και το πήρα με τα πόδια.

Κιού
Παραμονή Χριστουγέννων είθισται να δεχόμαστε τρεις εξωκοσμικές επισκέψεις, με την ελπίδα πως θα μας αλλάξουν την πορεία ζωής που ακολουθούμε. Τα δικά μου τρία πνεύματα με επισκέφτηκαν ως εξής:

Πρώτο πνεύμα: Φίλιπ Ροθ
Μόνο μια φράση:
Ίσως είναι κάτι χειρότερο από αυτά, ίσως τώρα, επιθυμώ κατά βάθος να μην είμαι ελεύθερος.

Δεύτερο πνεύμα: Μάριος
Λέει να μην αναβάλλω να παρευρεθώ στην επόμενη συναυλία των Χειμερινών Κολυμβητών, να μην ξεχνάω το σουσάμι μου και να θυμάμαι πως πάντα ήμουν η κοπέλα της κερκυραϊκής μπύρας, με σημαντική επιτυχία. Λέει θα με περιμένει το καλοκαίρι στο πρώτο λιμάνι που θα πιάσω, αλήθεια, θα με περιμένει.

Τρίτο φάντασμα: Μάικλ Τζάκσον
Βγάζει το καπέλο, λέει, μπες στο δύο χιλιάδες είκοσι ένα όπως μπήκα εγώ στο βιντεοκλίπ του Σμουθ Κρίμιναλ. Ξαναφοράει το καπέλο και φεύγει.

Μέλισσα
Εμένα θα μου λείπεις όσα Χριστούγεννα και αν περάσουν. Κάθομαι απέναντι από το δέντρο. Δεν το συμπαθώ καθόλου. Δε μου αρέσουν τα δέντρα. Έχουν εγκλωβιστεί σε αυτό το δωμάτιο χρόνια τώρα. Δεν το θέλω. Πάρτε το. Εγώ. Εγκλωβισμένη. Τα βλέπω όλα να περνούν από μπροστά μου. Με φόντο ένα κακόγουστο δέντρο.

Πρώτα έρχεσαι εσύ, με την κουνιστή σου την ουρά, μπλέκεσαι στα πόδια μου όσο τρώω και ‘γω σου τσιμπάω την ουρά και σου δίνω ένα κρεατάκι στα κρυφά. Είσαι μαυρούλης και έχεις να κάνεις μπάνιο καιρό, αλλά κολλάω το πρόσωπό μου στο φατσάκι σου και σου λέω «Καλή χρονιά όμορφε». Φέτος δεν είσαι εδώ. Και είναι πλέον λογικό. Είναι εντάξει να λείπει η ουρά σου φέτος. Φέτος δεν είσαι εδώ. Φέτος λείπει το λουρί σου από τον πάγκο και τα σκαλάκια έξω. Τρέχουν τα μάτια μου. Ενώ, εσύ γαβγίζεις όλο φόβο. Πυροτεχνήματα. Και συ μπλεγμένος στα πόδια της Μαρίνας. Πυροτεχνήματα. Και συ λείπεις. Πυροτεχνήματα. Και συ σήμερα θα κοιμηθείς αργά. Γιατί το σπίτι θα έχει φως. Ενώ εσύ, θα είσαι πια μακριά. 16 Ιουλίου, κτηνίατρος στην περιοχή σου, μετά αγκαλιά Ορέστη, «είχε καρκίνο», τα επόμενα Χριστούγεννα δε θα είναι εδώ, λάιβ Γιουσουρούμ και πυροτεχνήματα. Μα εσύ, δεν είσαι εδώ.

Ξαπλώνω στον καναπέ και τα μάτια μου τρέχουν περισσότερο. Γιατί αυτά τα Χριστούγεννα, είναι σαν όλα να κρύφτηκαν. Βαρέθηκα το ρήμα «λείπω», γιατί εσένα δε σε έζησα ποτέ. Γυρνάω πίσω και συ είσαι ξαπλωμένος στα πόδια μου στην Ακρόπολη και αναπνέεις. Είναι Χριστούγεννα και είμαστε έξω. Έμενα δε μου αρέσουν καθόλου και συ τρελός για όλα αυτά. Εγώ σε απολαμβάνω τόσο ζωντανό. Και ας τα φαντάζομαι. Και ας μην κολυμπάμε. Και ας μην γίναμε ποτέ χειμερινοί κολυμβητές. Συναισθηματικά δίπλα σου. Σωματικά χιλιόμετρα μακριά. Χιλιόμετρα. Όπως σε ένα γράμμα που σου έδωσα κάποτε. Συναισθηματικά νεκρά. Σωματικά χώρια. Δεν είσαι πουθενά εκτός από το τηλέφωνο. Το σηκώνεις. Λες δύο ευχές θερμά. Χαίρομαι που προσπαθείς. Απαντάω εξίσου θερμά. Για να μην απογοητευτείς. Ότι δεν προσπαθώ. Γελάς. Μακριά βέβαια. Τουλάχιστον με κλειστά μάτια. Σε συναντάω στο σαλόνι μου. Σε συναντάω σκεπασμένο στο πάπλωμά μου. Έστω και με αυτή τη συνθήκη, εμείς στα φανταστικά μας Χριστούγεννα. Χάρηκα που ήρθες. Όταν ανοίξω τα μάτια μου. Ίσως όλα να είναι -όπως λες- ένα τσίκ, καλύτερα.

Θυμάσαι πως είναι να κουνάει η θάλασσα; Θυμάσαι το κατάστρωμα με το μπόλικο κρύο; Έχω ξεχάσει πως είναι η αίσθηση του να κουνάει και να γελάς που πας στο νησί και έχει τόσο κρύο. Δεν έκλεισα τα μάτια εδώ. Για λίγα λεπτά το σώμα μου ξανά σε ένα πλοίο της γραμμής και έξω να κουνάει πέρα-δώθε. Και να μετράω τις ώρες. Και να ρωτάω όπως τα παιδιά. Σε πόση ώρα φτάνουμε; Και ξανά σε δεκαπέντε λεπτά. Σε πόση ώρα; Και όταν φτάσουμε θα πάμε για σουβλάκια; Και θα αγκαλιάσω σφικτά τον παππού, έτσι; Δεν κοιμήθηκε ακόμη, έτσι; Τα πιο στατικά Χριστούγεννα ξημερώνουν. Με μια βαβούρα στο στομάχι. Όχι του πλοίου. Καμία βαβούρα του αν θα φτάσουμε. Αλλά μια βαβούρα, ακαταμάχητη. Που όμως φωνάζει. Πότε φτάνουμε; Κουράστηκα.

Ραφαέλα

Είναι βράδυ παραμονής Χριστουγέννων. Βρίσκομαι σκεπασμένη κάτω από τα παπλώματα, περιμένοντας να με πάρει ο ύπνος. Το άγχος και οι προσδοκίες για την αυριανή μέρα, βαραίνουν για ακόμα μια χρονιά την ύπαρξή μου. Βάζω να δω ένα επεισόδιο από εκείνη την αδιάφορη σειρά, απλά για τον θόρυβο και την αίσθηση της παρέας. Ακουμπάω το λάπτοπ στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι, με μοναδική πηγή φωτός την οθόνη. Ύστερα από λίγο, νιώθω τα μάτια μου να κλείνουν.

4:43 π.μ. 25/12/20;;
Ξαφνικά βλέπω κάτι να περιφέρεται στον σκοτεινό χώρο του δωματίου. Ανασηκώνομαι, αλλά δεν διακρίνω τίποτα. Σκέφτομαι πως ήταν μια ψευδαίσθηση από την υπνηλία, λίγο πριν το πρώτο στάδιο του nonREM. Ξαπλώνω πάλι και σκεπάζομαι μέχρι τον λαιμό. Τότε ακούω μία γνώριμη φωνή, σαν να είναι από ανοικτή ακρόαση τηλεφώνου. Έχω καιρό να έρθω σε επαφή με αυτό το ηχητικό ερέθισμα. Περίπου τρία χρόνια. «Κόρη». Σιωπή. «Κορούλα; Γιατί δεν μου απαντάς; Κοιμάσαι;». Δεν ξέρω αν πρέπει να απαντήσω. Φοβάμαι. Πάντα με τρόμαζε αυτή η φωνή. Αρχίζω να ανασαίνω γρήγορα. «Το ξέρω πως σου είναι δύσκολο να μου μιλήσεις. Ούτως ή άλλως η επικοινωνία μας διακόπηκε ξαφνικά. Αλλά είμαι εδώ τώρα, για λίγο». Σκεπάζομαι μέχρι το κεφάλι. Είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτώ, έτσι θυμάμαι ότι έκανα από μικρή. «Σε παρακαλώ, απάντησέ μου. Δε θα μείνω για πολύ. Είμαστε οικογένεια στο κάτω κάτω, μη με αφήσεις έτσι». Αποφασίζω να απαντήσω. Είτε το ζω, το ονειρεύομαι ή το φαντάζομαι, έχω πλήρη έλεγχο και συνείδηση του εαυτού μου και θα το κάνω. «Τι θέλεις μπαμπά;»

Μπ: Να μιλήσουμε επιτέλους. Το ξέρω πως είναι αργά, αλλά είναι η τελευταία ευκαιρία που θα έχουμε.
Εγώ: Σου είχα δώσει πολλές. Τότε που μπορούσες, αποφάσισες να μην απαντάς σε τηλέφωνα, να εξαφανίζεσαι και να κάνεις σαν να μην υπάρχω. Τώρα που εσύ δεν υπάρχεις, τι ακριβώς περιμένεις από μένα;
Μπ: Να μου πεις τι έκανα λάθος.
Εγώ: Τα πάντα. Στα έχω ξαναπεί. Δεν θα καταλάβεις και πάλι.
Μπ: Μα γιατί είσαι τόσο σκληρή; Ακόμα και μετά τον θρήνο, μου κρατάς κακία;
Εγώ: Εσύ κρατούσες κακία πριν καν φανταστώ πως θα υπάρξει θρήνος. Το μόνο που κληρονόμησα από εσένα είναι Απέχθεια, Ανασφάλεια και Αποστροφή για όσα υποτίθεται θα έπρεπε να με κάνουν χαρούμενη. Ποιότητα ΑΑΑ.
Μπ: Δε στο είπα ποτέ, αλλά είσαι πολύ δυνατή. Και αστεία, ακόμα και μέσα στον εκνευρισμό και την ειρωνία σου.
Εγώ: Το μόνο που δε μου είπες ποτέ ήταν γιατί. Και συγγνώμη. Τα «κοπλιμέντα» δεν πιάνουν σε μένα. Ούτως ή άλλως με έκανες να τα αμφισβητώ. Δεν ξέρω αν αυτό είναι μια φθηνιάρικη έκδοση του Christmas Carol ή αν απλά ο διακόπτης γύρισε και όντως το έχασα, αλλά δεν έχω καμία όρεξη για αναδρομή. Την αποφεύγω καθημερινά, δίχως την «παρουσία» σου.
Μπ: Το ξέρω πως είναι αργά. Το ξέρω πως έκανα λάθη και απείχα πολύ από αυτό που και οι δυο μας, θέλαμε να είμαι.
Εγώ: Ωραία. Άρα τα δεδομένα είναι ίδια, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποφευχθεί, άρα ζω εγώ καλά κι εσύ, δε ζεις καθόλου. Ή ζεις. Δε θα αναλύσουμε τώρα και την μεταθανάτια υπόστασή σου.
Μπ: Τι θέλεις να κάνω; Πες τα μου όλα και θα γίνουν. Θα προσπαθήσω. Θα είναι το χριστουγεννιάτικό μου δώρο. Ένα από τα πολλά που θα έπρεπε να σου είχα χαρίσει.
Εγώ: Όσα δεν έπρεπε να κάνεις τα έκανες και αυτό αρκεί. Έμαθα να μην περιμένω τίποτα από εσένα. Το μόνο που ήθελα ήταν να είσαι καλά. Και να καταλάβω. Το δεύτερο έγινε. Το πρώτο μόνο εσύ το ξέρεις.
Μπ: Πρέπει να φύγω. Δε μου μένει άλλος χρόνος. Συγγνώμη. Ευχαριστώ που μου μίλησες. Καληνύχτα και Καλές Γιορτές.
Εγώ: Δεν είναι η πρώτη φορά που με εγκαταλείπεις. Η ευχή και η ευγένεια ήταν όντως κάτι πρωτότυπο. Ευχαριστώ. Ίσως να είναι το σημαντικότερο δώρο που μου έκανες ποτέ.

Μια λάμψη τυλίγει το δωμάτιου και εγώ βρίσκομαι ακόμα κουλουριασμένη και προστατευμένη. Ξεσκεπάζομαι, ανακάθομαι στο κρεβάτι με την πλάτη μου να ακουμπάει τον τοίχο, και κοιτάω την ώρα. 04:44 π.μ. Γέρνω το κεφάλι μου προς τα αριστερά, γεμάτη απορία για το τι ειχε μόλις συμβεί.

4:44 π.μ. 25/12/20;;
Γυρίζω το κεφάλι μου κοιτώντας πλέον ευθεία. Κλείνω τα μάτια μου, ακουμπώντας τις παλάμες μου πάνω τους και τρίβω ελαφρώς το πρόσωπό μου. Σκέφτομαι πως ήταν απλά εφιάλτης. Κοιτάζω το λάπτοπ και βλέπω πως το επεισόδιο είναι σταματημένο. Σηκώνομαι και πάω να βάλω ένα ποτήρι νερό. Στον δρόμο μου ανοίγω όλους τους διακόπτες, γιατί όσο κι αν μην θέλω να το παραδεχτώ, είμαι τρομοκρατημένη. Περπατάω με μισόκλειστα μάτια∙ η σωματική και ψυχολογική κούραση δεν κρύβονται. Φτάνω στον νεροχύτη, βάζω ένα ποτήρι κάτω από την ανοιχτή βρύση. Αφαιρούμαι και το ποτήρι ξεχειλίζει. Κλείνω τη βρύση, πίνω νερό. Αφήνω το ποτήρι στον νεροχύτη. Γυρίζω πίσω στο δωμάτιο, κλείνοντας όλα τα φώτα. Φτάνω έξω από το δωμάτιό μου, αλλά δε θυμάμαι να έχω κλείσει την πόρτα.

Την ανοίγω και στέκομαι παγωμένη σε αυτό που έχω μπροστά μου. Ή μάλλον αυτή. Ήμουν εγώ. Αλλά μικρότερη. Με είδα να κάθομαι στο κρεβάτι μου και να με κοιτάω στα μάτια. Τρίβω πάλι τα μάτια μου με τα χέρια μου. Ήμουν ακόμα εκεί. Ήταν βέβαιο πως είχα παραισθήσεις ή υπνοβατούσα. Μπαίνω στο δωμάτιο, κλείνω την πόρτα. Πλησιάζω διστακτικά. Αρπάζω μια γόμα από το γραφείο που βρίσκεται δίπλα μου και μου την πετάω. Η γόμα την -με- βρίσκει στο πόδι, λίγο πιο κάτω από το γόνατο και νιώθω και εγώ η ίδια τον πόνο. Με μία ανάσα, με πλησιάζω. Κάθομαι δίπλα μου. Πριν προλάβω να πω κάτι, η εαυτή μου λέει:
Εαυτή: Ναι, είμαι εσύ, είσαι εγώ, πάμε παρακάτω. Γιατί είμαι εδώ; Ακόμα εδώ μένω; Ωραίο είναι το δωμάτιο. Καινούργιος υπολογιστής; Τα μαλλιά σου γιατί είναι έτσι;
Εγώ: Τι συμβαίνει;
Ε: Τι δεν έχεις καταλάβει ακριβώς; Είμαι εσύ. Αλλά είμαι 12. Και σίγουρα πολύ πιο έξυπνη από σένα. Να σου πω, έδωσες στον Α εκείνο το γράμμα ή όχι ακόμα; Ο μπαμπάς και η μαμά χωρίσανε επιτέλους; Ίου, είναι σαν να έχω μεγαλύτερη αδερφή. Η αφίσα Big Time Rush που είναι;
Εγώ: Λοιπόν…αρχικά..ΕΓΩ! Δεύτερον, δεν ξέρω γιατί είσαι εδώ, εγώ θα έπρεπε να σε ρωτάω γιατί είσαι εδώ, ναι, χωρίσανε, ναι και λέγεται λάπτοπ, ο Α δεν ξέρω τι κάνει και πού είναι και ας μην ξαναναφέρουμε το γράμμα -ντροπή-, τα μαλλιά μου τα έβαψα και ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΑΙ! ΕΠΙΣΗΣ, ΑΚΟΜΑ ΜΙΣΩ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΟΠΟΤΕ ΜΕ ΕΧΕΙΣ ΕΚΝΕΥΡΙΣΕΙ. ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ;
Ε: Η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσει να μου φωνάζεις, δεν έχω ιδέα πώς ήρθα εδώ και δεν με ενδιαφέρει κιόλας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τώρα είμαι χαρούμενη.
Εγώ: Μπα; Πώς κι έτσι; Εγώ δεν ήμουν χαρούμενη στην ηλικία σου.
Ε: Ναι, γι’ αυτό είμαι χαρούμενη. Επειδή είμαι εσύ. Που σημαίνει πως ζω. Δεν ξέρω αν είμαι χαρούμενη, αλλά τουλάχιστον θα είμαι καλύτερα από τώρα.
Δεν μπορώ να το διαχειριστώ αυτό. Είναι ακόμα χειρότερο από τη συζήτηση με τον νεκρό πατέρα μου. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου και σκέφτομαι απαίσια πράγματα που μου φαίνονται αστεία. Αν χτυπήσω τη μικρότερη εαυτή μου, θα θεωρηθεί αυτοτραυματισμός; Αυτό που ζω είναι σουρεάλ ή σουραφαεάλ; Πρέπει να σταματήσω και να συγκεντρωθώ. Αλλά κυρίως να σταματήσω.
Ε: Τελικά σπουδάζουμε στην Καλών Τεχνών;
Εγώ: Όχι, πάει αυτό. Τώρα σπουδάζουμε animation, δηλαδή κάνουμε κινούμενα σχέδια και, όταν γίνουμε καλύτερες, θα μπορούμε να κάνουμε τρισδιάστατα ρεαλιστικά σχέδια. Ας πούμε θα μπορούμε να φτιάξουμε έναν κλώνο του Kendall αλλά στην οθόνη. Επίσης, ασχολούμαστε με την κωμωδία.
Ε: Ουάου. Δεν το πιστεύω. Τι εννοείς κωμωδία; Σεφερλής;
Εγώ: Ίου, όχι, καμία σχέση. Γράφουμε ένα αστείο κείμενο που διαρκεί 5 λεπτά και το λέμε μπροστά σε κόσμο.
Ε: ..και…δεν αγχωνόμαστε; Γιατί εγώ αγχώθηκα μόνο στη σκέψη.
Εγώ: Πάρα πολύ, και κάθε φορά είναι το ίδιο. Αλλά δεν πειράζει, θα το βρούμε. Γελάνε πάντως. Και όχι επειδή είμαστε εμείς. Αλλά για αυτά που λέμε.
Ε: Απίστευτο. Τα πήγαμε καλά δηλαδή. Μπράβο. Πρέπει να φύγω όμως. Δεν μπορώ να κάτσω άλλο, γιατί έχω σχολείο αύριο και, αν καταλάβει ο μπαμπάς ότι λείπω, θα γίνει χαμός.
Εγώ: Χαχα εντάξει, καταλαβαίνω. Πολύ. Πάντως είναι όλα καλά. Προσπαθείς σιγά σιγά και τα καταφέρνεις. Και εγώ.
Η εαυτή μου σηκώνεται από το κρεβάτι και κατευθύνεται προς την πόρτα. Την ανοίγει και πάει να βγει έξω.
Εγώ: Δεν θα αγκαλιαστούμε, ε;
Ε: ΙΟΥ! ΌΧΙ!!! Αφού ξέρεις πώς είμαστε με τις αγκαλιές. Εσύ θέλεις;
Εγώ: Μπαα….
Είναι έτοιμη να κλείσει την πόρτα πίσω της.
Εγώ: ΑΑΑ! ΠΕΡΙΜΕΝΕ! ΞΕΧΑΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ. Ξεκίνησαμε ψυχοθεραπεία, ο μπαμπάς πέθανε πέρυσι και επίσης…δεν είμαστε straight…
Ε: Τέλεια. Το τελευταίο το ήξερα ήδη. Καληνύχτα και καλές γιορτές Ραφαέλα.

Πριν προλάβω να απαντήσω, εμφανίζεται πάλι αυτή η έντονη λάμψη. Μόλις σβήνει, τα μάτια μου δεν με πονάνε καθόλου. Ούτε είμαι αγχωμένη. Μιλάω δυνατά για να ακούσω τη φωνή μου και να καταλάβω αν μιλάω στα γερμανικά, γιατί αυτό ήταν πολύ επεισόδιο από το Dark. Μιλάω ελληνικά. Απίστευτο το πόση ώρα διήρκησε αυτό το όνειρο. Κοιτάω το ψηφιακό ρολόι στην οθόνη του λάπτοπ.

4:45 π.μ. 25/12/20;;
Ωραία. Δεν είμαι καλά μάλλον. Ή αυτό είναι εξωσωματική εμπειρία ή έσπασα τον χωροχρόνο ή γυρίζω ένα πολύ καλό επεισόδιο από τις Πύλες του Ανεξήγητου στο κεφάλι μου. Αποφασίζω να μην ξαπλώσω. Κάθομαι απλά στο κρεβάτι και περιμένω. Κοιτάω το επεισόδιο που είναι ακόμα σταματημένο και μετά τη γόμα που βρίσκεται στο πάτωμα. Σκύβω να την πιάσω για να την ακουμπήσω στο κομοδίνο. Σηκώνομαι και βλέπω την οθόνη του λάπτοπ να έχει σβήσει. Πατάω το space και δεν αλλάζει τίποτα. Ξαφνικά, η οθόνη εκπέμπει ένα λευκό εναλασσόμενο εκτυφλωτικό φως, σαν strobe lights σε escape room. Αμέσως τραβάω το καλώδιο από την πρίζα. Κάτι σαν βουητό αρχίζει να ακούγεται από το ηχείο του. Κατεβάζω την οθόνη για να βεβαιωθώ πως το λάπτοπ είναι κλειστό, ούτως ή άλλως δεν λειτουργεί, αν δεν φορτίζει διαρκώς.
Τσ: Γειά! Είμαι ο Τσάκι! Θέλεις να παίξουμε; (**)
Εγώ: Έλα, πλάκα κάνεις. Παρανοώ.
Τσ: Γειά, είμαι ο Τσάκι, ο φίλος σου μέχρι το τέλος. Χάιντι-Χο. Χα-χα-χα.,
Ανασηκώνω την οθόνη του λάπτοπ και τον βλέπω να με κοιτάζει. ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΤΡ- εννοώ, ο Τσάκι από την Κούκλα του Σατανά.
Τσ: Είμαστε φίλοι μέχρι το τέλος. Είμαστε φίλοι μέχρι το τέλος. (βήχει). ΓΑΜΗΣΕ ΤΟ. Έχεις ραντεβού με τον Θάνατο!, μου λέει μέσα από το διαβολικό του χαμόγελο.
Εγώ: Οκ, κοπελιά ξέρεις κάτι, είσαι η επόμενη.
Τσ: Τι στο; 
Εγώ: Μια κλασική ταινία είναι πάντα διαχρονική. Παρ’ όλα αυτά πώς το κάνεις αυτό; Βασικά σήμερα έχω δει πάρα πολλά, οπότε δεν με νοιάζει πώς. Αλλά γιατί;
ΤσΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ, PRESTO! ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΝΕΚΡΗ!
Εγώ: Ωραία, άκου, δεν με τρομάζεις, είσαι ίσως η πιο ευχάριστη έκπληξη σήμερα. (Κατεβάζω το αριστερό μου μανίκι από τον ώμο και του δείχνω πως τον έχω κάνει ταττού). Ναι ξέρω, υπερβολή, εντάξει; Αλλά το τραύμα που μου προκάλεσε ο πατέρας μου, που παρεπιμπτόντως ήταν εδώ πριν λίγο, με έκανε να μη φοβάμαι χαρακτήρες σαν κι εσένα, πόσο μάλλον να ταυτίζομαι. Και επίσης έχεις χιούμορ. Τοξικός άντρας με χιούμορ; Το γούστο μου 100%.
Τσ: (Με κοιτάει γεμάτος απορία). Οκ, εκτιμώ το ότι σου άρεσε τόσο πολύ η σειρά ταινίων, αλλά αυτό παραπάει. Τι είναι τόσο φανταστικό στο να είσαι άνθρωπος τέλος πάντων; Πάντως έχω έναν τρόπο με τις γυναίκες, αυτό φαίνεται. Ουψ, το έκανα ξανά.
Εγώ: Το πιο τέλειο στο να είσαι άνθρωπος είναι το ότι μπορείς να κάνεις ταττού. Και να φετιχοποιείς πράγματα που δεν θα έπρεπε. Να αναγνωρίζεις το τραύμα σου και να μην κάνεις τίποτα για αυτό. Χα-χα-χα.
Τσ:
Τώρα που λες για τραύμα, χθες το βράδυ με πυροβόλησαν. Ξέρεις κάτι; Πόνεσε. Πόνεσε πάρα πολύ. Γιατί συνέβη αυτό, Ραφαέλα;
Εγώ: Γιατί δεν χάνεις τις ανθρώπινες αντιδράσεις σε όσα συμβαίνουν, παρά το γεγονός ότι έχει μπει το πνεύμα σου σε ένα παιδικό παιχνίδι. Έλα τώρα, ας τελειώνει το Buzzfeed quiz. Γιατί είσαι εδώ; Υποτίθεται πως κάτι πρέπει να μάθω από όλο αυτό. Πρέπει να είναι λίγο μελό, λίγο αστείο, λίγο στενάχωρο. Τόση ώρα απλά επαναλαμβάνουμε ατάκες από τις ταινίες σου.

Τσ: Ηλίθια σκύλα, τον εαυτό σου θα έπρεπε να ρωτάς. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένα προϊόν της φαντασίας σου. Εσύ ήθελες να έρθω εδώ. Επί τη ευκαιρία, πολύ γλυκό εκ μέρους σου. Θεέ μου, μίλησα όμορφα. Τρομάζω ακόμα και τον εαυτό μου κάποιες φορές.
Εγώ: Άρα όλο αυτό δεν καταλήγει κάπου; Δεν θα μάθω κάποιο μάθημα από σένα; Δεν..θα γίνω..η Τίφανί σου;

Τσ: Αλήθεια; Περνάμε καλά τώρα; Μάλλον πρέπει να σε ανοίξω για να δω τι περνάς. Σε παρακαλώ μην κάνεις κάποιο απαίσιο για αυτό.
Εγώ: Εσύ το είπες, όχι εγώ.
Τσ:
Τέλος πάντων, Ραφαέλα, είχε πλάκα όλο αυτό, αλλά πρέπει να φύγω. Έχω ραντεβού με ένα εξάχρονο αγόρι.
Εγώ: Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. ΤΣΑΚΙσου από εδώ.

Τσ: Απαράδεκτο. Πάντα επιστρέφω. Είμαστε φίλοι μέχρι το τέλος.

Η οθόνη φωτίζει πάλι ρυθμικά για μερικά δευτερόλεπτα και μετά σβήνει. Βλέπω την αντανάκλασή μου στο μαύρο φόντο. Πιάνω το κινητό μου και κοιτάζω την ώρα. Είναι 04:46 π.μ., όπως το περίμενα. Είμαι κουρασμένη. Θυμάμαι ότι ξημερώνουν Χριστούγεννα. Και δεν νιώθω άγχος. Είναι απλά μια μέρα, θα περάσει. Ξαπλώνω στο κρεβάτι, δίχως να βάλω κάποιο επεισόδιο να παίζει. Το μόνο που με απασχολεί είναι το αν θα υπάρξει σίκουελ σε 365 μέρες από σήμερα.

(**)
Οι φράσεις σε italics είναι ατάκες από τη σειρά ταινιών »Η Κούκλα του Σατανά».

Άντζελα Σαλίου
Ό,τι μας επισκέπτεται, στα ξαφνικά, συνήθως δεν έχει πια σώμα, τουλάχιστον ό,τι επισκέπτεται εμένα ανοίγει τις πόρτες από μόνο του, σβήνει τα κεριά, κουνάει τις κουρτίνες και κάθεται δίπλα μου στην σόμπα. Καταλαβαίνω πλέον πως είμαστε τόσο μαλθακοί που τα κόκκαλά μας, για όσο τα έχουμε ακόμα -πάνω μας- θέλουμε να τα ζεσταίνουμε. Ό,τι με επισκέπτεται, αν δεν κάθομαι στην σόμπα, πέφτει μέσα στα δημητριακά. Τυχαία ή και μη, φτάνουν ένα-ένα.

Ένα δόντι απ’ τα παλιά
Σήμερα, δεν ξέρω το πώς, μου τύχανε τρία. Το πρώτο που έφτασε είναι εκείνο το δόντι που έχασα και που μου είπαν να πετάξω στη σκεπή. Πιο συγκεκριμένα ήταν το πρώτο δόντι που, όταν το έχασα, μου είπαν να το πετάξω στην σκεπή και να κάνω μια ευχή. Κάθεται, μετά χοροπηδά, φωνάζει, ύστερα κλαίει. Φαίνεται έντονο πολύ. Τέλος, με κατηγορεί που από τα έξι μου ήμουν τόσο αυστηρή. Εξαιτίας μου, λέει, πως δεν βρήκε ποτέ την νεράιδα του και εξαιτίας μου πάλι, λέει πως συνεχίζει τόσα χρόνια να κυκλοφορεί-χωρίς φυσικά να ξέρει τι ψάχνει αφού όταν έπρεπε δεν μίλησα. Έχει δίκιο. Φέρθηκα άδικα. Και απ’ ό,τι φαίνεται, είναι κουραστική η αέναη βόλτα ώσπου να βρεις την ιστορική νεράιδα. Το λυπάμαι λίγο, γιατί μου είπε επίσης πως ακόμα κι αν την βρει, αν δεν έχει ευχή να της παραδώσει, δε θα είναι ορατό μπροστά της.  Όσο περνάνε τα λεπτά και βλέποντάς το, με την τρύπα στο μάγουλό του ολοένα να μεγαλώνει, σκέφτομαι πως ό,τι ευχή και να είχα κάνει τότε, αν έπαιρνα κανέναν στα σοβαρά και με έπειθε ότι ήταν όντως ανάγκη να ευχηθώ, δε θα είχα καταφέρει καλύτερη ευχή από το να έρχεται ξανά και ξανά κάποιος να με βλέπει. Ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος είναι ένα πεσμένο δόντι απ’ τα παλιά.

Οι μη περήφανοι νεκροί μου
Το δεύτερο που έφτασε σήμερα και προτίμησε να κάτσει στο κουτάλι, ήταν όλοι οι νεκροί μου, ή έστω η ασημένια αντανάκλασή τους. Χαμογελαστοί όλοι με διαβεβαίωσαν ότι δεν έχουν το δικαίωμα να με βλέπουν όταν κάνω ντους, ή όταν βλέπω πορνό. Υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί, όλα υπογράφονται 40 λεπτά μετά τον θάνατό τους. Λένε πως υπάρχουν τριάντα κανονισμοί, αλλά πως οι πιο αυστηροί είναι δύο. Ο πρώτος είναι εκείνος που λέει πως οι νεκροί δεν μπορούν να νιώσουν καμιά υπερηφάνεια για τους ζωντανούς τους και ο δεύτερος ότι δεν μπορούν σε καμία των περιπτώσεων να τους προσέξουν.

Ροζ στομάχι γάτας
Το τρίτο πράγμα που έφτασε σήμερα ήταν το στομάχι της γάτας μου. Πολύ τρομαχτικό. Ροζ με λίγο πράσινο. Μεγάλο. Βρωμερό. Χαμογελαστό όμως. Έκατσε πάνω στο κρεβάτι. Τα λέρωσε όλα, τα έκανε όλα αηδιαστικά, υγρά. Το γράμμα που άφησε όμως πάνω στο τραπέζι ήταν τόσο γλυκό που δε θα το ξεχάσω ποτέ. Και το ευχαριστώ. Έλεγε: «Έκανες ό,τι μπορούσες. Δεν πρέπει να λυπάσαι. Δεν έφταιγες εσύ. Α, και μην ξεχάσω –  Όλες οι πρώην γάτες σου σου στέλνουν πολλούς χαιρετισμούς».


artwork της mirtogi

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *