ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Παράνομη βόλτα στην Αθήνα, Δεκέμβριος του 1987

Υπάρχει μια ειδική θέση στην καρδιά μου για τις ταινίες που επέλεξα αβίαστα να δω και τελικά δικαίωσαν το ένστικτό μου με το παραπάνω. Θα μπορούσε να είναι μία ταινία που έπαιζε η Ανδόρα της γειτονιάς μου, να περνούσα τυχαία απ’ έξω, να έβλεπα μια δελεαστική αφίσα, να έμπαινα στην προβολή. Και να έβγαινα απ’ την αίθουσα μ’ αυτή την αίσθηση πως κάτι ολοκαίνουργιο μού συνέβη εκεί μέσα, όποιος δεν είδε αυτό που είδα δε θα μπορεί να καταλάβει. Ή μία ταινία που ομόφωνα επιλέχτηκε από παρέα σε μάζωξη και τελικά κανένας δε μετάνιωσε, κανένας δεν ευχήθηκε να είχαμε απλά πάει για ποτό.

Στην προηγούμενη καραντίνα, είδα γύρω στις σαράντα ταινίες. Δε μου ήταν δύσκολο να τις επιλέξω, γιατί δε μου άφηνα χώρο για δεύτερη σκέψη πριν πατήσω πλέι. Χρόνος υπήρχε άπλετος, απελπισία διπλάσια αναλογικά∙ τη γέμιζα με όλες εκείνες τις ταινίες που ήθελα πάντοτε να δω, που όλοι όσοι βλέπουν σινεμά έχουν με κάποιον τρόπο ήδη δει, που παίζονται συχνά-πυκνά σε φεστιβάλ σε αποκατεστημένες κόπιες και κόσμος συρρέει για να τις δει, κόσμος που ίσως και να τις βλέπει για 30ή φορά, τόσο πολύ τις αγαπάει. Τις έβαλα κάτω μία μία και τις είδα, όσες μπορούσα.

Αυτή η καραντίνα μού συμπεριφέρεται αλλιώς. Δε μου έχει έρθει να αφεθώ τελείως στο φανταστικό. Κρατάω τα νήματά μου με την πραγματικότητα πιο γερά αυτή τη φορά. Παρακολουθώ μουδιασμένη τη δυστοπική τροπή που έχει πάρει μια ολόκληρη χρονιά και εκτρέφω μια οργή απέναντι σε όσους καλούνται να οριοθετήσουν και να ελέγξουν αυτή την τροπή. Στερώντας ελευθερίες, υπεραστυνομεύοντας και τραμπουκίζοντας, μεταξύ άλλων, υποτιμώντας τον πολιτισμό. Ο τελευταίος έχει φροντίσει να δώσει εικόνες απ’ το παρελθόν στο μέλλον για όλα αυτά. Τι εννοώ.

Στο τέλος του κόσμου, ψάχνουμε μια αίθουσα κινηματογράφου, παράνομα και μυστικά, να μας δείξει τη ζωή όπως ήταν πριν.

Εννοώ ότι η καταστροφή του κόσμου το 1987 και η καταστροφή του κόσμου το 2020 έχουν εξίσου δόσεις φόβου, δόσεις κινδύνου, μια ολοήμερη περίπολο να καταδιώκει, αλλά και έρωτα, έστω προσαρμοσμένο, έστω κάποτε άναυδο, αλλά έρωτα, και τρέξιμο, πολύ τρέξιμο προς όποια θάλασσα φαντάζεται ο καθένας πως αφρίζει προσεχώς.

Με τη σειρά.

Πέφτω νωρίς στο κρεβάτι αυτές τις μέρες και ψάχνω να δω ταινίες. Χθες θυμήθηκα πως ακόμη δεν έχω δει όλες τις ταινίες του Νικολαΐδη που υπάρχουν στο youtube. Πληκτρολογώ, λοιπόν, το όνομά του και επιλέγω Πρωινή Περίπολος, με την ευλογία της Έ., διαδικτυακής φίλης, που πάντα φαίνεται να ξέρει τι θα με αγγίξει. Κι ας μην την έχω γνωρίσει ποτέ.

Η Μισέλ Βάλεϊ βρίσκεται στο τέλος του κόσμου και το βιώνει στην Αθήνα των 80s. Ήδη ταλαιπωρημένη, αλλά αποφασισμένη να συνεχίσει να κινείται, γνωρίζει πολύ καλά την απειλή που αποτελεί η Πρωινή Περίπολος. Μιλάει για θάνατο από τα πρώτα της λεπτά στην οθόνη, για παρελθόν που είναι αδύνατο να ανασυρθεί, με μια εξαντλημένη μελαγχολία που θέτει τον πήχη της ελπίδας αρκετά χαμηλά. Όταν η ζωή έχει πια πάρει την τροπή της δυστοπίας, οι καλοί οιωνοί δεν είναι παρά φαντάσματα μιας προηγούμενης ζωής, μια τραγική υπενθύμιση πως τίποτα δεν είναι ίδιο, όσο κι αν δανειζόμαστε απ’ όσα ξέρουμε για να επιβιώσουμε, δεν είναι εύκολο να φέρουμε στα μέτρα μας το σκότος.

Παρ’ όλ’ αυτά, η πρωταγωνίστριά μας μένει πιστή στην απόφασή της να μη σταματήσει να κινείται. Και είναι η μόνη δική μας στην οθόνη για πολλά λεπτά. Την παρατηρούμε να περιφέρεται σε τοπία σκοτεινά, σαπισμένα, άδεια από ζωή, αλλά, με τρόπους, ζωντανά. Η Αθήνα αυτή είναι μεν έρημη, αλλά πλήρως φωταγωγημένη για τον εορτασμό των Χριστουγέννων, τα ασανσέρ της ανεβοκατεβαίνουν μια χαρά, τα τηλέφωνά της καλούν επ’ αόριστον. Η τηλεόραση παίζει μονίμως κάποια ταινία των 50s. Ο κόσμος έχει σταματήσει, αλλά παίζει ακόμα κάποια μουσική. Για ποιον; Η Μισέλ φαίνεται να θέλει να πιστέψει πως παίζει γι’ αυτήν. Στο πρώτο μισάωρο, διακόπτει την περιπλάνησή της, όταν εισβάλλει σε μία βίλα, και για λίγο χαζεύει μία ασπρόμαυρη ταινία. Αργότερα, το ξανακάνει. Ο κόσμος έχει σωπάσει, αλλά τα σενάρια αντηχούν και συντηρούν μια αίσθηση κανονικότητας. Έτσι μιλούσε ο κόσμος, έτσι παραπονιόταν, έτσι χόρευε. Η πρωταγωνίστρια έχει ανάγκη να τα δει όλα αυτά, να της θυμίσουν ένα παρελθόν χωρίς τον φόβο του θανάτου. Κι ύστερα να συνεχίσει να ζει με αυτόν, καθώς κινείται μακριά του. Το κίνητρο που μας σέρνει σε αίθουσες σινεμά (και μας πληρώνει συνδρομές σε ιντερνετικές πλατφόρμες για ταινίες) δε διαφέρει και πολύ από τα παραπάνω.


Σε μετα-αποκαλυπτικούς καιρούς, ο έρωτας είναι ο τελευταίος που πεθαίνει. Για τη Μισέλ μας, εδώ εμφανίζεται με τη μορφή του Τάκη Σπυριδάκη. Μιλάει τόσο λίγο όσο αυτή, είναι ανάμεσα στους ελάχιστους επιζώντες και υπηρετεί στην Πρωινή Περίπολο, με άλλα λόγια, δουλειά του είναι να την ξεκάνει. Το ταίριασμά τους είναι αναπόφευκτο, αυτός δε θα σκοτώσει εκείνη και εκείνη δε θα σκοτώσει αυτόν, από εχθροί γρήγορα γίνονται συνταξιδιώτες, γίνονται ο μόνος καλός οιωνός ανάμεσα σε εικόνες σήψης, προλαβαίνουν να φτιάξουν ένα ηλεκτρισμένο μεταξύ τους κάτι ,που, σε προ-αποκαλυπτικές συνθήκες, θα το ονομάζαμε έρωτα. Ο έρωτας εδώ, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να γίνει σαρκικός. Τα τοπία καδράρουν το ειδύλλιο σε στιγμές μικρής ξεκούρασης και ύστερα, φυγής. Ο Σπυριδάκης έχει υποσχεθεί στη Μισέλ να την οδηγήσει έξω από τα όρια της πόλης, για να βρει τη θάλασσα. Η υπόσχεση αυτή απλώνει έναν στόχο σ’ όλο το σενάριο και κλείνει μέσα της έναν ρομαντισμό που ευδοκιμεί στις δυστοπίες: «Έτσι κι αλλιώς, είπα θα σε βγάλω από την πόλη, αν όλα πάνε καλά», της λέει, εννοώντας έχεις τον λόγο μου, θα σε οδηγήσω μακριά από όλα όσα σε πονάνε.


Στα σχόλια της ταινίας στο youtube, υπάρχει η παρατήρηση πως «αρκεί και μόνο το location scouting για να χαρακτηριστεί αριστούργημα αυτή η ταινία». Πραγματικά, πολύ νωρίς σε κάνει να αναρωτιέσαι για τους δρόμους, τα εμπορικά, τις στοές, τις βίλες και τα υπόγεια, τους λόφους, τα εγκαταλελειμμένα. Πού είναι όλα αυτά ακριβώς, σε ποια σημεία της Αθήνας, πώς μπόρεσαν να δείχνουν τόσο καταραμένα, χωρίς κανένα ειδικό εφέ, πίσω στο μακρινό 1987. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για εικόνες Κηφισιάς και ίσως και Ομόνοιας, όπως διαβάζω σε ένα άλλο σχόλιο. Τα νυχτερινά πλάνα δε διαφέρουν πολύ από μια παράνομη βόλτα στην Αθήνα, τον Δεκέκμβριο του 2020, μετά τις εννιά το βράδυ. Πολύχρωμα φώτα από βιτρίνες, πόρτες, αντανακλάσεις του εαυτού μας, η εκάστοτε βροχή, η εκάστοτε περίπολος, καμία απολύτως ψυχή. Δεν ξέρω πώς να νιώσω με αυτό. Δεν την επέλεξα για να πατήσω στην ανάγκη μου για ταύτιση, για απεικόνιση ενός κόσμου που έχει έρθει πάνω κάτω, μα παίρνω ακριβώς αυτό.

Και δεν το παίρνω βίαια. Η επιστημονική φαντασία εδώ είναι μια ποιητικότατη συνθήκη. Οι σκηνές επενδύονται με μονολόγους από κείμενα συγγραφέων, όπως ο Ρέιμοντ Τσάντλερ και ο Φίλιπ Ντικ. Παρά τον αρχικό μου φόβο ότι θα δυσανασχετήσω σύντομα, αν συνεχίσει αυτή η πρακτική, το πάντρεμα αποσπασμάτων και εικόνων κατά κύριο λόγο συγκινεί, δίνει στη sci-fi δυστοπία μία υπόσταση άφοβα στοχαστική, ανθρώπινη.


Οι διάλογοι είναι λιτοί, η ambient μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου τους κερδίζει. Η επιβίωση, άλλωστε, έρχεται πρώτη. Οι πρωταγωνιστές μας πιάνουν κουβέντα ίσα για να επιβιώσουν και για να θυμηθούν. Προσπαθούν να κρατήσουν ο ένας τον άλλο ζωντανό, όσο διασχίζουν την απαγορευμένη ζώνη. Λίγο κοντοστέκονται να πούνε κάτι για μια παλιά ζωή, μήπως καταλάβουν πότε ξεκίνησε να αποσυντίθεται ο κόσμος, ποιοι ήταν πριν, αν είχαν μήπως ξανααγαπηθεί. Γιατί δεν εξηγείται τέτοια οικειότητα στις χείριστες των συνθηκών. Ή ίσως πάλι η οικειότητα να είναι κι αυτή ένα φάντασμα παλιών δεσμών, απ’ τη ζωή προτού τα επισκιάσει όλα η Πρωινή Περίπολος. Κι όσο κι αν δανειζόμαστε απ’ όσα ξέρουμε για να επιβιώσουμε, δεν είναι εύκολο να φέρουμε στα μέτρα μας το σκότος.

Ο Νίκος Νικολαΐδης πετυχαίνει, όμως, να γράψει ένα ποίημα για την Αθήνα της αποσύνθεσης και του σκότους. Άλλοτε φωσφορίζει μες στο βράδυ, άλλοτε θαμπώνει την ημέρα, μέχρι τέλους αγχώνει, προσομοιάζει εφιάλτη, ψιθυρίζει ένα δύσκολο για όλους μυστικό: η μικρή μας ζωή θα καεί ολοσχερώς, ο έρωτάς μας θα μας φτάσει λίγο παραπέρα κι έπειτα η τύχη θα διαλέξει για ποιον είναι να βγει, χωρίς κανέναν γυρισμό, κάτω στη θάλασσα.

κείμενο της Σελέστ
artwork της Άννας

Μπορείτε να δείτε την ταινία εδώ.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *