ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

PEUGEOT 106 (ή πώς έμαθε να αγαπάει ένα κομμένο δάχτυλο)

Δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με τους αριθμούς. Λάτρευε τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, ακόμα και τα αρχαία ελληνικά καμιά φορά, και εκείνα τα προχωρημένα μαθηματικά που είχε συναντήσει στα τέλη του Λυκείου, που λειτουργούσαν με διανύσματα και την ευθεία στο επίπεδο και γεωμετρικούς τόπους. Αλλά τους αριθμούς τους σιχαινόταν από τα βάθη της ψυχής του. «Τι παράδοξο λεξιλόγιο», αναφωνούσε, όταν κοιτούσε τηλεφωνικούς καταλόγους, αριθμούς τραπεζικών λογαριασμών και τις σελίδες στις άκρες των βιβλίων. Και είχε, βέβαια, δίκιο. Γιατί άλλο το 1 και το 2, μια μαγκούρα και μια καρδιά σπασμένη στη μέση, και άλλο το «ένα» και το «δύο». Τα πρώτα του φαίνονταν πρωτόγονα, κάτι σαν ρουνικό αλφάβητο επινοημένο για τεχνικές λεπτομέρειες και επίπονες αγγαρείες των ενηλίκων. Ενώ το «ένα» ολογράφως ήταν ένα κύλισμα της γλώσσας από τον ουρανίσκο πίσω από τα δόντια της κάτω γνάθου και το «δύο» ένα χάδι στο χείλος, που κατέληγε σε μια τόση δα τρυπούλα του στόματος, σαν να σφυρίζει μια συμφωνία. Εκτός αυτών, τον πονούσε να μετράει. Πόσους ανθρώπους κέρδιζε, αλλά, κυρίως πόσους έχανε.

Πρώτη έφυγε η μητέρα του. Δηλαδή, είχε φύγει από τα σχολικά του χρόνια, τότε που μάθαινε ακόμα να μετράει στα δάχτυλα. Δεν πρόλαβε να φτάσει να μετράει μέχρι το πέντε και η απώλεια του το έφαγε το ρημάδι και έμεινε να μετράει μέχρι το τέσσερα: αυτός, ο μπαμπάς, η γιαγιά και η Αρλέτα, η γάτα. Το πέντε έφυγε ένα βράδυ που έβρεχε. Ήταν τα γενέθλιά της. Πήγε να πάρει άμμο για τη γάτα, είπε. Τι την θέλεις την άμμο για τη γάτα, μια χαρά είναι η άμμος που έχει, το σακίδιο γιατί το παίρνεις μαζί, σκέφτηκε, θα βραχεί. Κοίταξε από το παράθυρο και την είδε να μπαίνει στο λευκό PEUGEOT 106, να χαιρετά και να φεύγει στη νύχτα.

Η μάνα του δε γύρισε, παρά μόνο όταν αυτός είχε μάθει πια να μετράει καλά, αλλά σιχαινόταν τους αριθμούς. Το είχε πάρει απόφαση πλέον. Είχε κρεμάσει με ωραία μεταλλικά γράμματα, που τόσο αγαπούσε, μια ταμπέλα έξω από την πόρτα του που έγραφε: «Νευροψυχολόγος, μετεκπαιδευθής στη Σορβόννη». Άνοιξε την πόρτα και αυτόματα τη ρώτησε αν είχαν κλείσει ραντεβού, επειδή δε δεχόταν χωρίς ραντεβού. Αυτή απλά τον κοίταξε. Την αναγνώρισε, τη ρώτησε γιατί, τον αγκάλιασε και ψιθύρισε συγγνώμη. Μετά του είπε «πεθαίνω» και αυτός της είπε «πού ήσουν τόσο καιρό;», χαμογέλασε και του είπε «δε σε πειράζει που πεθαίνω» και της είπε «δεν πειράζει». Του έδωσε τα κλειδιά για το PEUGEOT σε ένα τσαντάκι δώρου, ένα απαίσιο χρώμα που γυάλιζε και τον ενοχλούσε η φτήνια του. «Το αμάξι είναι πλέον δικό σου. Δεν παίρνει μπρος, αν δεν βάλεις στο ταμπλό έναν τετραψήφιο κωδικό. Τον έχω γράψει σε ένα χαρτί μέσα στην τσάντα. Θα τον θυμάσαι, δεν είναι δα και δύσκολος.» Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Πριν φύγει είπε «Προσοχή με το αμάξι και να το επισκευάζεις συχνά, έχει φάει χιλιόμετρα». Μετά από δύο εβδομάδες, έμαθε ότι πέθανε από καρκίνο στο πάγκρεας.

Όσο τον ενοχλούσε να κόβει δάχτυλα και να μετρά απώλειες, άλλο τόσο τον αηδίαζε να κερδίζει. Τους έβλεπε, αμούστακους φοιτητές με ματομπούκαλα και σημειώσεις ανά χείρας, να χτυπάνε τις παλάμες τους με δήθεν ακαδημαϊκή έξαψη από τις διαλέξεις του. «Τι πρωτόγονο λεξιλόγιο το χειροκρότημα» σκεφτόταν, και δεν απαντούσε ποτέ σε ερωτήσεις. Ίσως καμία φορά να επέτρεπε μία ερώτηση, αλλά γρήγορα, επειδή βιαζόταν, και ποτέ δεν ήταν σκοπός του να την απαντήσει, παρά να θέσει μια ερώτηση στην ερώτηση, τόσο καλά στυλωμένη κι έξυπνη, που θα έκανε το αμούστακο σκατό απέναντι του να το βουλώσει και να καθίσει στη θέση του. Αποχωρούσε από το αμφιθέατρο σε γαλήνη, επέβαινε στο PEUGEOT του που είχε φροντίσει να βάψει λευκό ματ, ώστε καθόλου να μη γυαλίζει, και γυρνούσε σπίτι μόνος.

Εκείνο το πρωί, στα τέλη του Μαρτίου, η αίθουσα συνεδριάσεων του ξενοδοχείου «Η Θέα» ήταν γεμάτη από παλάμες έτοιμες να τον χειροκροτήσουν. Και γεμάτη από τις αχτίδες του ήλιου που αντανακλούσαν στο χιόνι, σαν ένα δαιμονικό κάτοπτρο που είχε σκοπό να εξαλείψει κάθε σκιά από την αίθουσα. Ξεκίνησε την παρουσίαση στην ώρα του. Στο τέλος της, έσφιξε τα χείλη του και είπε: «Θα επιτρέψω μια ερώτηση». Ένας κουστουμάτος νέος σηκώθηκε από τη θέση του κι άρπαξε με θάρρος το μικρόφωνο. Δε θυμόταν τι ερώτηση είχε θέσει ο μικρός, κάτι σχετικά με τη συμπεριφοριστική θεωρία, τα σκυλιά του Παβλόφ, τιμωρία και ηδονή κι άλλα τέτοια.  Θυμόταν, όμως, την ερώτηση που έθεσε ο ίδιος: «Γιατί νεαρέ προτρέχετε να θεωρήσετε ότι ο Παβλόφ παρατηρεί το σκυλί να γεμίζει σάλια και δε θεωρείτε ότι το σκυλί παρατηρεί τον Παβλόφ να σημειώνει κάθε φορά που γεμίζει σάλια;» Αποχώρησε από την αίθουσα, ανάμεσα σε χάβρα και γέλια.

Μπήκε στο PEUGEOT και, αυτή τη φορά, δεν το έβαλε μπρος και δεν πληκτρολόγησε κανέναν τετραψήφιο κωδικό πριν γυρίσει το κλειδί στη μίζα. Το συνέδριο ήταν τριήμερο και είχε να υπομείνει δυόμιση ακόμα μακρές ημέρες. Ανατρίχιασε στη σκέψη του αριθμού δυόμιση. Από περιέργεια, άνοιξε το ντουλάπι στη θέση του συνοδηγού. Και με ένα αέρινο φλαπ, το ντουλάπι ξέρασε χαρτούρα: αποδείξεις από βενζινάδικα και έγγραφα τεχνικών ελέγχων, κάρτες καυσαερίων, εγχειρίδια χρήσης του αμαξιού και συμβόλαια μεταβίβασης. Ένας οχετός αριθμών, αποκλειστικά για ενηλίκους. Έκλεισε το ντουλάπι γρήγορα -είχε ξεχάσει τι υπήρχε εκεί μέσα- και άναψε τσιγάρο να ξαποστάσει.

Το απόγευμα τον βρήκε να πίνει καφέ με συναδέλφους στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και να χαζεύει τα χιονισμένα βουνά από το παράθυρο. Η μετάβαση από τις κορυφές στις πλαγιές ήταν τόσο απότομη που το τοπίο μπροστά του σχημάτιζε ένα «ω» βουτηγμένο στην ομίχλη. Του άρεσε πολύ το ωμέγα: ώρα για φαγητό, ωκεανογράφος, ωτοασπίδες, ωφέλιμος, ωρολογιακή βόμβα. Πίσω του παράκουσε κάτι συναδέλφους να ψιθυρίζουν: «Αν θες τη γνώμη μου, η εργασία εκείνου του φοιτητή είναι μια μαλακία, απορώ πώς την ενέκριναν για δημοσίευση…ότι έχει σχέση η εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση με τις καισαρικές, χέσε με! Δεν είμαι γυναικολόγος, αλλά μου ακούστηκε τραβηγμένο». Καισαρική. C-section. C. Ωραίο γράμμα. «Μα και βέβαια έχω διαβάσει τον Άνθρωπο που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο, τι είμαι, καμία αμόρφωτη;», «Α, εγώ δεν το έχω διαβάσει, είναι καλό;». Στάθηκε σαν να μην ήθελε να μπλέξει στη συζήτηση που εκτυλισσόταν πίσω από τα αυτιά του. Ωταλγία. Μετά είπε: «Το έχω εγώ, αν σας ενδιαφέρει. Μαζί μου. Μπορώ να σας το δανείσω.»

Ήταν η δεύτερη φορά που γυρνούσε στο PEUGEOT. Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ και παραμέρισε μερικά τεύχη του «Τάσεις στις Γνωστικές Επιστήμες» για να βρει το βιβλίο. Το έδωσε στη γυναίκα και εκείνη τον ευχαρίστησε προσθέτοντας: «Μπορώ να σας συνοδεύσω μέχρι το δωμάτιο σας; Ο άνδρας μου κοιμάται και πεθαίνω για παρέα». Χαμογέλασε και της έγνεψε προς τον δρόμο που οδηγούσε πίσω στο ξενοδοχείο. Ο πρωινός ήλιος είχε δώσει τη θέση του σε ένα σούρουπο με πηχτή ομίχλη. «Είστε τόσο σκληρός με τους φοιτητές όσο φαίνεται ή είναι κομμάτι της διδακτικής σας μεθόδου;». Δεν είχε απάντηση. Χάζεψε τη νέον επιγραφή «Ξενοδοχείο: Η Θέα» να ανάβει όσο περπατούσαν και άλλαξε την κουβέντα. Όταν έφτασαν στον διάδρομο, εκείνη πέρασε ένα τσιγάρο στα χείλη της και πήρε θάρρος και το έκανε κι αυτός. «Στοματικός τύπος κι εσείς. Όλοι είναι καθηλωμένοι σε ένα στοματικό στάδιο. Ο άνδρας μου πίνει. Η μικρή προς το παρόν θηλάζει.» Την καληνύχτισε με ένα θερμό χαμόγελο και έκλεισε την πόρτα του δωματίου πίσω του.

Εκείνο το βράδυ είδε στον ύπνο του ένα C, φωταγωγημένο με ζωηρά νέον χρώματα να κυλάει και να στροβιλίζεται. Μετά, ένα δεύτερο C ήρθε και το συνάντησε. Τα γράμματα αγκαλιάστηκαν και μετά κόλλησαν το ένα κάτω από το άλλο και συνέχισαν να κυλούν μέχρι να σχηματίσουν ένα ωμέγα. Από τις πλουμιστές καμπύλες του γράμματος άρχισαν να ξεπροβάλλουν δυο θηλές, ζωηρές κόκκινες. Άνοιξε το στόμα του σαν να περίμενε να πιει. Ξαφνικά, το γράμμα διπλώθηκε και άρχισε να πάλλεται και ορθώθηκε, δίνοντας τη θέση του σε ένα φρικιαστικό 3. Ξύπνησε καταϊδρωμένος. Πήγε στο μπάνιο και έκανε εμετό. Από κάποιο δωμάτιο μακριά, ακούστηκε ένα μωρό να κλαίει.

Το πρωί της δεύτερης μέρας, παρακολούθησε μια διάλεξη σχετικά με την ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας πάνω στους εγκεφάλους νεκρών γουρουνιών, στους οποίους διοχετευόταν ένα συνθετικό υποκατάστατο αίματος και οι εγκέφαλοι, ακόμα και ώρες μετά τον θάνατο του ζώου, αποδεικνύονταν μάλλον ικανοί να περιορίσουν τον κυτταρικό θάνατο. Σκέφτηκε ότι είχε φάει μπέικον με κέτσαπ το πρωί και αυτό ήταν όλο. Το απόγευμα πήγε και στάθηκε στην ίδια θέση στο παράθυρο του εστιατορίου. Δεν μπορούσε παρά να σκεφτεί τα βουνά να ορθώνονται σε τριάρια. Πανικοβλήθηκε.

Η βραδινή στρογγυλή τράπεζα τον βρήκε αποχαυνωμένο να κοιτάει το οβάλ τραπέζι. Ήταν από εκείνα τα μοντέρνα που ήταν τρύπια στη μέση, σαν όμικρον, αλλά λίγο τεντωμένο. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο, ακούστηκε ξανά το κλάμα εκείνου του μωρού. Είπε όσα είχε προβάρει να πει. Και για όλη την υπόλοιπη ώρα, σκεφτόταν τραπέζια να σηκώνονται στα πόδια τους και να τον κοιτούν σαν μηδενικά. Κάποιοι πίσω του στο βραδινό ψιθύριζαν: «Οι περισσότεροι φοιτητές την κάνουν. Λες να φύγουμε; Φοβάμαι μη μας βρει καμία πλάκα.», «Βεβαίως και θα φύγουμε, τη Δευτέρα έχω μάθημα, δεν με παίρνει. Αν και ωραία θα ‘ταν να μέναμε. Μου είπαν ότι έχει χιονοδρομικό λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Το ήξερες;». Πλησίασε το παράθυρο. Και σαν να του φάνηκε ότι παραμόνευε από τον ουρανό ένα χαλάζι, έτοιμο να βρέξει μηδενικά.

Το βράδυ ξύπνησε από ένα όνειρο, στο οποίο άνοιγε μια πόρτα δωματίου που έγραφε πάνω 2. Ένα 7 στεκόταν όρθιο και τον κοιτούσε. Έψαξε το κομοδίνο και άνοιξε το καρνέ του, όπου σημείωνε τηλέφωνα. Κράτησε την ανάσα του. Πέρασε ανδρολόγους, βαρίατρους, δερματολόγους, ιατρούς γενικούς, καρδιολόγους, νευρολόγους, παθολόγους, ψυχίατρους και ΩΡΛ και στην τελευταία σελίδα βρήκε με κεφαλαία: ΚΩΔΙΚΟΙ. PIN κινητού. PUK κινητού. PIN λάπτοπ. PIN τράπεζας 1. PIN τράπεζας 2. PIN λογαριασμού μπαμπά (δεν έχει λεφτά πια μέσα, μην ανησυχείς). PIN τράπεζας γιαγιάς. Επαναλάμβανε τους κωδικούς σαν παιδάκι στο Δημοτικό που παλεύει να προσθαφαιρέσει με τα δάχτυλα. Όταν τελείωσε τη διαδικασία, έκλεισε το καρνέ και ξεφύσησε. Όλοι οι κωδικοί ήταν στη θέση τους. Δηλαδή όλοι, εκτός από έναν. «Αυτόν τον θυμάμαι» διαβεβαίωσε τον εαυτό του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Έβαλε τις παντόφλες του και βγήκε στο βραδινό χιόνι να καπνίσει.

Την κίνηση που συνάντησε στη σάλα και στο προαύλιο του ξενοδοχείου δεν την περίμενε: φοιτητές με φορτωμένα σακίδια και φασκιωμένοι με κασκόλ, εκείνο το δύσμοιρο μωρό που έκλαιγε στην αγκαλιά της μάνας του και φωταψίες από αυτοκίνητα που έπαιρναν μπρος μέσα στη νύχτα. Προσπάθησε να φανεί σαν να απολαμβάνει ατάραχος τη βραδινή του βόλτα. «Τι παράδοξο λεξιλόγιο ο πανικός», μουρμούρησε.

Ένα χέρι τον τράνταξε στον ώμο. Ήταν η γυναίκα που της είχε δανείσει το βιβλίο. «Δεν βάλατε μπρος ακόμα;». Σαν να ντρεπόταν, τη ρώτησε γιατί έφευγαν όλοι. «Η χιονοθύελλα που έρχεται. Ήδη έχει φύγει το μισό ξενοδοχείο.» Ένας άντρας με κόκκινη μύτη και πλαδαρά μάγουλα που προσπαθούσε να περάσει αλυσίδες στα λάστιχα του αυτοκινήτου του, τη φώναξε από μακριά. «Ευχαριστώ και πάλι.» είπε και του έδωσε το βιβλίο πίσω. «Δεν πρόλαβα να το διαβάσω όλο, αλλά κοντεύω. Θα πάω να πάρω δικό μου αντίτυπο.», είπε και έφυγε.

Σαν υπνωτισμένος κοίταξε το χιόνι που έπεφτε σε μικροσκοπικούς κρυστάλλους από τον ουρανό. Γύρισε στο δωμάτιο και ονειρεύτηκε ένα μικροσκοπικό όμικρον να κυλάει στην πλαγιά και να γίνεται χιονοστιβάδα.

Την τρίτη μέρα του συνεδρίου ήταν καλεσμένος ένας λέκτορας του Πανεπιστημίου με μια διάλεξη πάνω στον ιππόκαμπο. Αυτό ήξερε, δεν είχε διαβάσει περισσότερα. Πέρασε μια ωραία καρφίτσα στο πέτο του, που απεικόνιζε την ψαλίδα του εγκεφάλου, και κατέβηκε για πρωινό στο εστιατόριο. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το αντιμετώπισε με χιούμορ και περίμενε για έναν απροσδιόριστο αριθμό λεπτών. Βημάτισε προς την αίθουσα συνεδριάσεων για την βρει επίσης άδεια. Έπιασε μια θέση πίσω. Και περίμενε. Απροσδιόριστο αριθμό λεπτών.

Η ανακούφιση που ένιωσε, όταν άκουσε βήματα έξω από την αίθουσα, τον έκανε να πεταχτεί από την καρέκλα. Αντίκρισε έναν σερβιτόρο. «Κύριε, δε φύγατε ακόμα;» Απάντησε ευγενικά ότι είχε και τρίτη μέρα το συνέδριο. «Κύριε, το συνέδριο ματαιώθηκε.» Δεν απάντησε, παρά έκατσε στην καρέκλα και κοίταξε ευθεία. «Θέλετε να σας καλέσω ένα ταξί; Αμφιβάλλω, βέβαια, αν θα βρούμε κάποιον πρόθυμο να έρθει με αυτές τις συνθήκες. Α, πολύ καλά, έχετε δικό σας αμάξι. Σας συμβουλεύω να φύγετε αμέσως, κύριε. Η χιονοθύελλα σε δύο ώρες θα χειροτερέψει. Θα σας πήγαινα εγώ, αλλά το συμβόλαιο ορίζει το προσωπικό να παραμένει σε χιονοθύελλες, για να φροντίζει να επιδιορθώνει τυχόν βλάβες από το κρύο. Πρέπει κυκλικά να ανάβουμε τους λέβη-»

Φόρτωσε βαλίτσες στο πορτ-μπαγκάζ. Και έκατσε στη θέση του οδηγού. Χαμογέλασε με τα μάτια στον καθρέφτη. Ένα τριήμερο που έληγε πρόωρα. Τι ευτυχία. Έστριψε το κλειδί στη μίζα. Το κλειδί βρήκε αντίσταση.

Το παρμπρίζ θόλωσε και οι καθρέφτες κρυστάλλωσαν. Ένα κόκκινο διαβολεμένο φωτάκι αναβόσβηνε στο ταμπλό. Έπρεπε να βάλει τον κωδικό.

Χωρίς καν να κοιτάξει το αηδιαστικό πληκτρολόγιο, πάτησε τον τετραψήφιο που ήξερε από μνήμης. Στο αμάξι ήχησε ένα μπιπ. Το φωτάκι συνέχισε να αναβοσβήνει.

Γέλασε και πάτησε ξανά τον τετραψήφιο κωδικό που ήξερε καλά και ποτέ δε θα ξεχνούσε, γιατί τον ήξερε από μνήμης. Το αμάξι του απάντησε με ένα μπιπ και το κόκκινο φωτάκι συνέχισε να αναβοσβήνει.

Πανικόβλητος, άνοιξε το ντουλάπι και άρχισε να ψάχνει το εγχειρίδιο του αμαξιού. Το πληκτρολόγιο κλειδώνει στις τρεις αποτυχημένες προσπάθειες εισαγωγής του κωδικού για 30 λεπτά. Φροντίστε να αποστηθίσετε τον κωδικό καθώς η διαδικασία επαναφοράς του είναι σοβαρή και δαπανηρή. Αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Έφερε τα δάχτυλα στο πρόσωπο του και μέτρησε. Όπως στο δημοτικό. Πάτησε τον κωδικό μανιασμένα και το αμάξι απάντησε με μια αλληλουχία από μπιπ και το φωτάκι άρχισε να αναβοσβήνει σαν ωρολογιακή βόμβα.

Πετάχτηκε έξω από το αμάξι. Έφερε ένα τσιγάρο στα χείλη του. Θα περίμενε τριάντα λεπτά, αυτό ήταν όλο. Στην πρώτη τζούρα από το τσιγάρο, είχε ξεχάσει πια εντελώς τον κωδικό που προσπαθούσε να βάλει στο αμάξι.

Ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες του. Στο τοπίο απλωνόταν παχύ χιόνι.

Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ και έβγαλε το καρνέ. Τελευταία σελίδα. Κοίταξε τους αριθμούς. Γαμημένες τετράδες από τυχαίες γραμμές που δεν αναγνώριζε απλώνονταν μπροστά του. Προσπάθησε να προφέρει τους αριθμούς. Δεν μπορούσε να ξεστομίσει κουβέντα. Έφερε τα δάχτυλα στο πρόσωπο. Όπως στο δημοτικό. Το σχέδιό του άρχισε να δουλεύει. Ήταν σίγουρος ότι στο τέλος της λίστας θα του ερχόταν ο κωδικός που θυμόταν πάντα. Μέτρησε και το τελευταίο τραπεζικό PIN. Δεν ήρθε τίποτα.

Άρχισε να κλωτσάει με μανία το πίσω φως του αυτοκινήτου και να γκαρίζει από το βάθος της κοιλιάς του. Πίσω του, ο σερβιτόρος στην είσοδο του ξενοδοχείου αναφώνησε: «Όλα καλά, κύριε;». Χασκογέλασε και τον διαβεβαίωσε ότι απολάμβανε για τελευταία φορά το τοπίο. «Έγινε, κύριε, καλό δρόμο και καλό ξεχειμώνιασμα.» Οι πόρτες του ξενοδοχείου σφράγισαν και τα ρολά στα παράθυρα άρχισαν να κατεβαίνουν.

Άρχισε να μετράει με τα δάχτυλα, ανά δέκα, ανάποδα από το τριάντα. Σε τριάντα λεπτά ήταν ξανά μέσα στο αμάξι. Έτρεμε, αλλά το χιόνι είχε καθαρίσει το μυαλό του. Και με καθαρό μυαλό, θα δοκίμαζε και θα πετύχαινε. Άνοιξε το καρνέ. Και άρχισε να δοκιμάζει κωδικούς. Η ωρολογιακή βόμβα επανήλθε μετά από τρεις ακόμα αποτυχημένες προσπάθειες. Κοπάνισε το κεφάλι του στο ταμπλό τριάντα φορές. Άνοιξε το ντουλάπι. Εγχειρίδιο. Όλα τα εξαρτήματα του αμαξιού (εξαερισμός, θέρμανση, κλιματισμός, υαλοκαθαριστήρες) λειτουργούν χωρίς την χρήση του κωδικού. Για την εκκίνηση, ωστόσο, είναι απαραίτητη η συμπλήρωση του τετραψήφιου κωδικού. Άνοιξε τη θέρμανση και περίμενε να ζεστάνει. Αναρωτήθηκε αν φαίνεται από το ξενοδοχείο ότι είναι ακόμα εκεί. Ένα λευκό αυτοκίνητο στη μέση μιας χιονοθύελλας. Χαμογέλασε.

Άρχισε να ψάχνει τη χαρτούρα στο ντουλάπι. Η μάνα του είχε πάρει το αμάξι μεταχειρισμένο. Αν έβρισκε το συμβόλαιο μεταβίβασης, πιθανό να έβρισκε τον αριθμό του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Και αν ήταν τυχερός, ο κωδικός θα είχε μείνει ίδιος. Ξεφύλλισε τα χαρτιά και βρήκε ένα κινητό τηλέφωνο, από μια πράξη μεταβίβασης Ι.Χ. του 1991. Με δάκρυα στα μάτια, πληκτρολόγησε το νούμερο στο κινητό του. Από την άλλη άκρη της γραμμής άκουσε ένα πνιγηρό μπιπ να επαναλαμβάνεται. Δεν το σήκωσε κανείς.

Ξεκίνησε να χτυπάει το κεφάλι του ρυθμικά στα μπιπ του αμαξιού. Απροσδιόριστες φορές.

***

Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του, έξω ήταν απλωμένο μαύρο χιόνι και τα φώτα του ξενοδοχείου δεν φαίνονταν πουθενά. Σαν η χιονοθύελλα να τον είχε καταπιεί. Κοίταξε το ρολόι στο ταμπλό. 00:00. Μια υπόκωφη δόνηση ερχόταν μέσα από το αμάξι. Σήκωσε, σαν σε ύπνο, το κινητό του:

— Ναι;

Του φάνηκε ότι κάποια γυναίκα, από την άλλη άκρη της γραμμής, ψιθύρισε «παρακαλώ;». Δεν μπορούσε καν να προσδιορίσει αν άκουγε ανθρώπινη φωνή ή το χιόνι που σάλευε στο έδαφος. Πήρε το θάρρος:

— Επικοινωνώ μαζί σας για ένα αμάξι που μεταβιβάσατε στη μητέρα μου το 1991. Καταλαβαίνω το ακατάλληλο της ώρας, αλλά δεν ξέρω τι μου συμβαίνει και ειλικρινά χρειάζομαι τη βοήθειά σας… Κινώ το αμάξι τακτικά και δεν είχα ποτέ πρόβλημα, αλλά να, δεν μπορώ να το βάλω μπρο-

— Το αμάξι είναι πλέον δικό σου. Δεν παίρνει μπρος, αν δεν βάλεις στο ταμπλό έναν τετραψήφιο κωδικό. Τον έχω γράψει σε ένα χαρτί μέσα στην τσάντα.

— Ξέρω, ξέρω, αλλά δεν τον θυμάμαι. Οι αριθμοί, κυρία μου, οι αριθμοί…

— Θα τον θυμάσαι, δεν είναι δα και δύσκολος.

— Αν μπορείτε να με βοηθήσετε, σας παρακαλώ… θα πεθάνω από το κρύο…

— Ο κωδικός είναι τα γενέθλιά μου, αγάπη μου.

— Ευχαριστώ πολύ, κυρία μου. Να είστε καλά.

— Προσοχή με το αμάξι και να το επισκευάζεις συχνά, έχει φάει χιλιόμετρα.


 

διήγημα του Καραγιαννό
φωτογραφία του Σωτήρη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *