ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Το Παιδί Τραύμα Σκοτεινιάζει μία Πόλη 4 Εκατομμυρίων

Χθες η νύχτα τράβηξε κι εγώ ξύπνησα στραβά. Είναι πολύ αργά για να πίνω τον μισοτελειωμένο φίλτρου στο μπαλκόνι μου. Σηκώνω το βλέμμα μου πέρα απ’ την οθόνη και μπροστά μου απλώνονται θερμοσίφωνες, που, μετά από ένα ανελέητο καλοκαίρι, δεν αντανακλούν ούτε ένα ίχνος θερμής απόχρωσης. Ο αέρας φυσάει τα χαρτιά από το τραπέζι και συγχρονίζεται με τα πιο δυνατά σημεία του «Θα Καταστρέψω Τον Κόσμο», προκαλώντας με να γράψω κοφτά και να σκαρφιστώ τρόπους να κάνω την πρώτη κρύα Δευτέρα του Οκτώβρη αξιομνημόνευτη. Αν ήμουν λίγο πιο φαντασμένη, θα ορκιζόμουν ότι φταίει αυτός ο δίσκος που κρύωσαν απότομα τα αθηναϊκά τσιμέντα.

Με εντυπωσιάζω που φαντάζομαι ότι τα δέκα κομμάτια του δεύτερου δίσκου τουΠαιδί Τραύμα θα είχαν τη δύναμη να σκοτεινιάσουν μια πόλη 4 εκατομμυρίων, γιατί δεν νιώθω συχνά έτσι για αυτή τη σκηνή. Συνήθως, την αποδοκιμάζω ως μέτρια απομίμηση των τάδε και λήγει εκεί η κουβέντα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, το φεγγάρι προσπαθεί να λάμψει μέσα από σκούρα σύννεφα και η κουβέντα μόλις αρχίζει.

Με το Στοπ. Το Παιδί Τραύμα το γνώρισα από εδώ κι εδώ και το συμπάθησα, αλλά δε με κέρδισε πραγματικά μέχρι την πρώτη συγχορδία αυτού του δίσκου. Μουδιασμένα φωνητικά, στριμωγμένα κάπου που δε θέλεις καθόλου να είσαι, ίσως σε ένα ασφυκτικό Α2, ίσως σ’ ένα κρανίο, που, μαζί με τη ρυθμική μελωδία, κλιμακώνονται, όσο αγανακτεί ο πρωταγωνιστής μας -εσύ που διαβάζεις- γιατί οι μετεφηβικές του φαντασιώσεις δεν αρκούν για να σκηνοθετήσουν τη ζωή του. 

“Παίζουν άκυρα τραγούδια σ’ ένα τελειωμένο μπαρ
Αν το επόμενο είναι Daft Punk, θα φανείς κι εσύ μετά
Θα χορέψουμε αστεία κι όλοι θα μας λεν’ τρελούς
Μα μην δίνεις σημασία, ποιος θυμάται τους νεκρούς;”

Με εκνεύρισε που δεν το έγραψα εγώ αυτό το τετράστιχο, γιατί ακούγεται σαν δικός μου συνειρμός, απλά με αντρική φωνή. Όσο το σκεφτόμουν αυτό, δεν είχα ιδέα ότι ο εγκληματίας που απολογούνταν πάνω σε μελωδίες όλο νεύρο, θα το έβρισκε ως αφορμή να μ’ αρπάξει: τέντωσε το χέρι του, με γράπωσε απ’ το σβέρκο και κόλλησε το αυτί μου σε ένα ηχείο στο πάτωμα για μισή ώρα ακόμα. Αυτό βουίζει ακόμα όσο γράφω.

Συνέχισε με τη Χιονάτη. Όπως αρμόζει σ’ ένα παραμύθι, ξεκινάει ατμοσφαιρικά με ένα τηλεφώνημα, που θα έκανα εγώ για σένα και εσύ για μένα πριν πολλούς μήνες, κι αυτό το πήρα σαν κάκιστο σημάδι. Ξέρω πλέον τι με παρακινεί, γιατί ακούω καθηλωμένη. Η ηλεκτρική κιθάρα τραχαίνει τα φωνητικά, η θερμοκρασία πέφτει απότομα, το αίμα κυλάει αργά, το σάλιο όχι. Είμαι στο αμάξι, τα τζάμια δεν έχουν ξεθολώσει εντελώς από τον κλιματισμό, οι γυαλοκαθαριστές τρίζουν ενοχλητικά. Δεν μπορώ να αποφασίσω ποιος οδηγούσε, ποιος ήταν πιο αλαζονικός, ποιος είχε τις περισσότερες νευρώσεις· αν είμαι εγώ πιο σίγουρη ότι είσαι δικός μου ή το αντίστροφο, και θα έπεφτα έξω, αν μάντευα (και δεν θα είχε σημασία). Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι κι οι δύο δείξαμε με σιγουριά τον απέναντι καθρέφτη μέσα στην ομίχλη από σκοτεινά riff και τα πράγματα είναι πλέον ξεκάθαρα.

Επιταχύνουμε επικίνδυνα μαζί με το tempo σε αυτοκαταστροφή, στην οποία συναινώ χωρίς να θέλω. Μέγεθος 34, χρώμα κυπαρισσί, Φόρεμα μήκους δύο λεπτών και εικοσιτεσσάρων δευτερολέπτων που οι στίχοι λεκιάζουν με νιχιλιστική παράνοια. Δε με πείθει καθόλου, μα δεν αντιδρώ. Προσπαθώ να διαγνώσω την κλινική ασθένεια της πηχτής σκιάς του καθενός από μας, που εδώ ηχεί από τα χείλη ενός κατηγορούμενου τρεις δεκαετίες πριν. Το «Θα ‘πρεπε να ξέρεις, γρήγορα ή αργά, κι οι αθώοι ένοχοι θα γίνουν» ακούγεται σαν προσωπική επίθεση, το μυαλό μου δεν αργεί να κάνει τις απαραίτητες συνδέσεις και το εφιαλτικό σχέδιο αρχίζει να φαντάζει δελεαστικό. Κλείνω τα μάτια μου.

Ξυπνάω απότομα μια Κυριακή μεσημέρι μακρινή, που το σώμα μου είναι παραδομένο στην παρακμή. Φεύγεις βιαστικά, γιατί αρπαχτήκαμε, και πίσω σου αφήνεις όλο σιγουριά τη μελωδία από το Ακαταλαβίστικο . Γεμίζει το δωμάτιο και αναλαμβάνει να με πατρονάρει στην αλληλουχία των κύκλων που με κάνουν υποχείριο κάθε ενόρμησης θανάτου μας. Στα μισά του κομματιού, δεν μπαίνει πια φως στο δωμάτιο. Φαίνεται μόνο πόσο καλά ξέρεις να γλείφεις τις πληγές μου κάθε βράδυ, πως μ’ αφήνεις εθισμένη στην πανάκεια των καλύτερων ημερών, στην προοπτική των διαθλασμένων ειδώλων. Η ένταση στη φωνή καλύπτει την κενή προσπάθεια, λέει ότι είναι ακαταλαβίστικο, εγώ, όμως, θέλω να ξέρω τι λες εσύ και πάνω απ΄όλα τι σε κινεί να μπλέκεις τους αστραγάλους μου με όσα δεν θα έρθουν ποτέ, επανειλημμένα. Εξουθενωμένη από εξηγήσεις που ζητάω απ’ τον μικρό καθρέφτη πάνω απ’ το καλοριφέρ, αποφασίζω να απευθυνθώ σωστά. «Σ’έχω ρωτήσει πολλές φορές, αλλά τι σκατά μου βρήκες;»

Απαντάς με φωνητικό. Βάζω το ηχείο του κινητού μου στο αυτί που είναι ελεύθερο ακόμα. Οι προβολές του εγκληματία για το θύμα, μέσα απ’ το στόμα της την ώρα που ξεστόμισε «Με Λένε Μαρία», αντηχούν τώρα και απ’ τις δυο μεριές του κρανίου μου. Κοφτά γυναικεία φωνητικά γίνονται αντίλαλος διεστραμμένων συνδέσεων θηλυκής εξουσίας, που αφηγείται εκείνος ρυθμικά σε πρώτο ενικό. Μια Μαρία από τους Αμπελόκηπους στην Αγία Τράπεζα, εκείνος ικέτης στα γόνατα μπροστά της, έτοιμος να παραδοθεί σε ό,τι επιφυλάσσει για κείνον, λίγες ώρες πριν εκραγεί ο ναός. Βλέπει τον εαυτό του σωτήρα της ανθρωπότητας, που αντί να αναληφθεί στους ουρανούς, θα βουλιάξει μαζί της στο χώμα. Αυθόρμητα αναρωτιέμαι πόσο βαθιά. Το χέρι του, δεμένο με το κεντρικό νευρικό μου σύστημα, θα με αναγκάσει να μάθω: αρχίζει να πιέζει το κεφάλι μου, το ηχείο λιώνει αβίαστα μέσα στο τύμπανο μου, το πάτωμα υποχωρεί κάτω από την ωμοπλάτη μου. Πλέον δεν με πιέζει κανείς, αλλά το δωμάτιο πιάνει όλο και μικρότερο μέρος του οπτικού μου πεδίου, μέχρι να γίνει μια λευκή κουκίδα. Λίγα δευτερόλεπτα πριν μαυρίσουν όλα, το χέρι του πετάει το κινητό μου, το φωνητικό παίζει ακόμα, σ’ ακούω καθαρά να επαναλαμβάνεις: «όσο μπλέξαμε».

Οι δυο λέξεις  παραμορφώνονται, ο ρυθμός επιταχύνει, φτάνουμε στο κρεσέντο του εφιάλτη. Η φράση σκορπίζει στη βοή μιας λεωφόρου που ακούγεται πλέον καθαρά. Αέρας παγώνει τον ιδρώτα στο σβέρκο μου, αλλάζω πλευρό και είμαι στην άκρη μιας θεόρατης ταράτσας. Κοιτάω κάτω και με νιώθω να πέφτω και ίσως να ‘χω ήδη πέσει, απλά η όραση μου δεν το έχει επεξεργαστεί ακόμα. Ακούω σειρήνες από Ασθενοφόρα και αναρωτιέμαι αν έρχονται να μαζέψουν τα απομεινάρια μου απ’ τον δρόμο. Η ηλεκτρονική μουσική έχει ξεκινήσει να βγαίνει απ’ τον κοχλία μου και  γι’ αυτό μάλλον είναι τόσο επιθετική. «Πάνω που νόμιζες θα πέθαινες μαζί της, μία σειρήνα σε ξαναφέρνει στη ζωή». Αιφνιδιάστηκα από τον πιο κυριολεκτικό στίχο όλου του δίσκου: εγώ τον Ιούνιο, εγώ χτυπημένη, εγώ για σένα την χειρότερη νύχτα της ύπαρξής μας να μην μ’ έχω για να με χάσω, παρ’ ολίγον δίχως ραχοκοκαλιά, παρ’ ολίγον με κουμπιά για μάτια. Τελικά με πολύ πόνο χαμηλά αριστερά, διπλωμένη κάτω στα δύο, κόβεται η ανάσα μου και δεν είμαι στο πάτωμα του δωματίου μου, είμαι όντως στο πεζοδρόμιο της Λουίζης Ριανκούρ, και μόλις έπεσα από τον 25ο όροφο για να σωθώ.

Περάσαν μερικές χιλιετίες από τότε. Ρωτάω πόσες μεταφορές κοστίζει μια γέφυρα και διορθώνω το ποσό που απαντάς, γιατί δεν ήταν ακριβές και δεν μπορεί να καταχωρηθεί έτσι. Πλέον δεν πονάω χαμηλά αριστερά, πλέον απλά μετράω ποιος έδωσε και τι, ποιος έκλαψε· γιατί βρίσκομαι πάλι να συγκρίνω εμμονικά τη στάθμη. Είναι οριακό, αλλά είμαστε Πάτσι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άργησα να παρατηρήσω τα γυναικεία φωνητικά που άρχισαν να ισομοιράζουν πόνο και χαρά. Μαζί με τη μουσική, αρχίζω να βαραίνω και ‘γω, οι εξομολογήσεις γίνονται γλαφυρές, ντρέπομαι έτσι δειλά που υπέκυψα σε κοινοτοπίες που δεν είναι καθόλου τυχαία κοινές, που αντικατόπτρισα τέτοια νοήματα φωτεινά και ακόμα φροντίζω τα εγκαύματα στον τοίχο. 

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, είμαστε πάτσι
Μα έχω αυτόν τον εαυτό που δεν τολμάει να πεθάνει
Και το μόνο που ‘χει μάθει και το μόνο που μοιράζει
Είναι λάθη και απάτη και το τέλειο σκοτάδι.

Κάπου εδώ οι συνειρμοί έχουν εξαντληθεί στους προφανείς. Αφήνω απλά το instrumental να με σαρώσει

αλύπητα σαν παγωμένος αέρας στο πρώτο βήμα απ’ την εξώπορτα ένα βράδυ, όταν ο Δεκέμβρης κρατάει παραπάνω απ’ όσο νομίζεις. Ό,τι εκτίθεται μουδιάζει απ’ το κρύο, βραδύνει όπως η εισαγωγή του Ο Παλιός ο Χρόνος. Η μελωδία μυρίζει αναμονή για τα χειρότερα. Τρέχω, χωρίς να νιώθω τα άκρα μου, για να προλάβω κάποιο δρομολόγιο και συναισθάνομαι κάθε κομμάτι του δρόμου σου που δε φτάνει το φως της λάμπας για να κάνει την υγρασία κίτρινη. Δε μου κάνει διαφορά πια. Νιώθω το έδαφός σου να απορροφά τους κραδασμούς μου μέτρια, να καταπονεί τα γόνατά μου σε κάθε δρασκελιά, σαμποτάροντας την προσπάθειά μου να μην γλιστρήσω ξανά μέσα στο κενό από σπασμένα πλακάκια πεζοδρομίου που άλλοι έσπασαν για σένα. Δια στόματος άλλου, ρωτάς ξανά και ξανά αφελώς «Εσύ τι θες εδώ;» σαν να ξεχνάς ότι, άπαξ και απαντήσω, το εδώ αυτό δεν με χωράει.

Άρχισα να ασφυκτιώ ανάμεσα σε δαγκωμένες γλώσσες και ξύλινες σιωπές, στις αργές απογευματινές, σε μια κάθετο της Ακαδημίας, σε έναν τρίτο όροφο, στο πιάνο και τα παιδικά γέλια της εισαγωγής της Θεραπείας. Με πιάνει απροετοίμαστη κάθε φορά, λόγω της αλληλουχίας, στοιχισμένο ηλιοβασίλεμα σε ένα στενό που πήγες να προσπεράσεις, μια λύτρωση που δεν ξέρεις τι να την κάνεις.

Ξέρω, όμως, ότι πια δεν μπορώ να αγνοώ την προϋπόθεση του ήλιου για τη διακεκομμένη σκιά ενός φινάλε που επιβεβαιώνει τα ψιλά γράμματα, ό,τι άρχισα να διακρίνω μόλις πήρα χαμπάρι ότι εγώ ήμουν που δεν ήθελα να ανοίξω το πατζούρι. Θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας συνωμοσίας, η δικαίωση μιας υποψίας που καθόλου με υποψία δεν έμοιαζε, γιατί προς έκπληξη κανενός, δεν ήταν. Είναι το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, είναι κομμάτι δικό μου και δικό σου, είναι το Άνθρωπος Κακός και μου πήρε δυσανάλογα πολύ καιρό να φτάσω να γράφω γι’ αυτό, όπως μου πήρε να το αρθρώσω. Εδώ είναι το σημείο που σε κατηγορώ, εδώ είναι που εσύ έχεις σκατά στο κεφάλι και καρδιά στο κενό, εδώ που εναλλάσσονται τα φωνητικά, διεστραμμένα, σαγηνευτικά, με προσκαλούν να καταλάβω χωρίς δεύτερη σκέψη πώς ζήτησα, ποια ήθελα, τι ήμουν, πως ένα, δύο, τρία δάχτυλα γίνονται κοφτερά, όταν ακουμπάνε εκεί που δεν έχεις καταλάβει ακόμα. Η μελωδία μοιάζει σαν να τη φανταζόμουν, ξέρω τους στίχους απ’ έξω, σε έχω καταλάβει απ’ την πρώτη εισπνοή και σε χρειάζομαι μέχρι να πάρω την δική μου.

 

Εδώ η μουσική σταματάει, το χέρι πέφτει άψυχο απ’ τον αυχένα μου. Αυτή είναι μια κριτική δίσκου που καμία σχέση δεν έχει με τέτοια, που στρέφεται χωρίς καμία αντίσταση μέσα και απέναντι, γιατί δεν αντέχει περιορισμένη σε αντικειμενικότητες, ρυθμούς και επιρροές, όταν κάτι καταφέρνει να σπάσει το φράγμα όσων σημαίνουν για μένα, γιατί έχω κουραστεί να διαβάζω κείμενα για μουσικές που μου δίνουν την εντύπωση ότι ο συγγραφέας τους δεν έμαθε ποτέ να νιώθει.

Το Παιδί Τραύμα γράφει μουσική για θραύσματα ολόδικά μου, που δεν τους λέω πια καλημέρα, αλλά έχω μάθει να νοιάζομαι από μακριά. Με κομμάτια που αλλάζουν tempo, θέμα και ενορχήστρωση, μόνο για να χτυπήσουν το σωστό σημείο κάθε φορά.

Αν η καταστροφή του κόσμου ακούγεται έτσι, count me in.

Από την οθόνη μου στη δική σας,
Ράνια Ζώκου

*κολλάζ της Σελέστ

Το «Θα Καταστρέψω τον Κόσμο» κυκλοφορεί σε βινύλιο, cd και digital από την Inner Ear Records.
Στίχοι, μουσική, ανδρική φωνή: Παιδί Τραύμα
Παραγωγή, μίξη, όργανα: Κτίρια τη νύχτα
Γυναικείες φωνές: Sophie Lies
Mastering: Γιάννης Χριστοδουλάτος
Βρείτε το Παιδί Τραύμα:
youtube
spotify
bandcamp
facebookinstagram.

 






Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *