ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΗΣ ΖΩΗΣ

 

Κάποιος σπουδαίος μεταμοντέρνος, που σίγουρα αυτοκτόνησε πριν πατήσει τα 40, είπε ότι το βλέμμα δεν υπάρχει χωρίς την προσμονή ανταπόδοσης, ακόμα και αν πρόκειται για το δικό σου.


Κάποιος άλλος πιο σύγχρονος βασισμένος στην ιδέα του σολιψισμού, για την οποία έμαθα μεθυσμένη στον όγδοο όροφο του Beacon Hotel, είπε ότι κάθε άτομο εξερευνά την ίδια εικόνα, την ίδια διαδρομή, το ίδιο πρόσωπο με εντελώς διαφορετικό τρόπο, όσο αυτό εξελίσσεται. Δηλαδή, είχε πει κι άλλα πιο έξυπνα, αλλά εγώ αυτό κράτησα μετά την εξεταστική.


Εγώ τώρα κλεισμένη στο σπίτι που συμπάθησα μετά από ενάμιση χρόνο ψυχοθεραπείας ταξίδεψα στη σουρεάλ προαστιακή γειτονιά μου και μετέτρεψα σε πίξελς ό,τι αντανακλούσε κάποιο απ’τα γερά κολλημένα θραύσματά μου.

Δεν προσποιούμαι τη φωτογράφο ούτε πιστεύω ότι οι φωτογραφίες αυτές θα σε μορφοποιήσουν, γιατί, έτσι, όσα γράφω θα ήταν εντελώς περιττά. Είναι ανεπεξέργαστες μεμονωμένες προβολές του δικού μου κουβαριού της όρασης. Εικόνες που καταναλώνω, εικόνες που δεν θυμάμαι πια, εικόνες που (ξανα)είδα στον ύπνο μου, εικόνες από όσα μέρη ανοιγόκλεισα ποτέ τα βλέφαρα μου, εικόνες που βλέπω ξανά και ξανά και ξανά.

Μου ανήκει αυτό στο οποίο μεσολαβεί το μάτι μου, με αποκρυπτογραφεί αυτό στο οποίο μεσολαβεί ο φακός μου, με ανασυνθέτουν τα πρώτα και ανασυνθέτω τα δεύτερα.

Ό,τι κοιτάς, ό,τι προσέχεις σε μορφοποιεί, γιατί πρωτίστως θυμίζει κάτι απ’ τη δική σου μορφή. Τα σύρματα δεν περιφράζουν μόνο το γήπεδο, οι εναλλαγές στο τοπίο κάτι μου ‘χουν κάνει.

Το ηλιοβασίλεμα είναι δικό μου, όσο μια ξεθωριασμένη καρέκλα, δομές απλές, νοηματοδοτήσεις παράλληλες.

Το τι βλέπω με μαθαίνει να βλέπω και το πώς έχω μάθει να βλέπω καθορίζει το τι βλέπω, το οποίο με μαθαίν…

Το μάτι βρίσκει ανακούφιση, όταν χάνεται στο πολύ τίποτα, όπως η μεγάλη μαύρη κουκκίδα που γίνεται η κόρη του ματιού σου που μ’αρέσει να χάνομαι κάθε φορά που

παίρνω ό,τι μου ανήκει, το κάνω προβολή, κακή κόπια ονείρων, κακή κόπια ταινιών, διαθλασμένη αντανάκλαση- μιλάω ακόμα για φωτογραφίες;

Οι αισθήσεις δεν είναι ποτέ μόνες, είναι ετεροκαθοριζόμενες, δεν σου κάθονται στο στήθος οι αθηναϊκές πολυκατοικίες, απλά επειδή είναι βρώμικες, ίσως να σου βρωμάνε ταυτόχρονα τα σκουπίδια, ίσως να σου βρωμάνε οι ενοχές σου.

Το μάτι εκπαιδεύεται να αρχειοθετεί τα ψήγματα όσων αισθήσεων χαλάνε εκτός ψυγείου.

Πριν σταματήσουν να υπάρχουν οι στιγμές, αν δεν υπάρχουν στο κάμερα ρολλ, εγώ τις αποθήκευα στην αμυγδαλή μου. Ήταν βράδυ Ιουλίου, ήμουν ξάπλα στο τσιμεντένιο αμφιθέατρο της κατασκήνωσης, που μόλις είχε δροσίσει απ’ τον μεσημεριανό ήλιο, και πετραδάκια τρύπαγαν την πλάτη μου. Εγώ μέτραγα όσα αστέρια δεν έκρυβε η πανσέληνος και ο αέρας μύριζε αυτό που κάνει το καλοκαίρι να μυρίζει καλοκαίρι. Το χέρι μου κρεμόταν παρατημένο απ’ το σκαλί και θυμάμαι να βάζω όλη μου τη συγκέντρωση να αποθηκεύσω κάθε επίπεδο της ευτυχίας. Τώρα που την έγραψα δεν θα τη θυμάμαι πια. Θα ξαναδιαβάζω ό,τι θυμήθηκα από την τελευταία φορά που την ανακάλεσα.

Για μένα μια πετυχημένη φωτογραφία είναι ερέθισμα για άλλες αισθήσεις, για άλλα συναισθήματα. Και όσο πιο αναπάντεχη είναι η αλληλουχία (συν)αισθη(μα)τικών αντιιδράσεων, τόσο πιο πετυχημένη.

ΤΟ ΜΑΤΙ (ΔΕΝ) ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΟ ΜΑΤΙ (ΔΕΝ) ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΚΟΙΤΑ.

Ανακαταλαμβάνω ό,τι δεν πρόσεχα, ό,τι δεν κοιτούσα, ό,τι έχει πλέον σημασία για νευρικές απολήξεις που κόλλησαν με πολύ πολύ κόπο· η περιοχή μου, αυτοί οι δρόμοι, αυτός ο ήλιος, αυτά τα σύρματα

είμαι εγώ, είμαι εγώ, είμαι εγώ, είμαι εγώ

το μελάνι νοτίζει

την πιο ηλιόλουστη άκρη του σύμπαντος

εδώ πάνω

έχω μείνει εγώ και μια νεκρή μέλισσα

να βλέπω 

τα λεωφορεία να κυκλώνουν

λόφους με ανήξερους καθρέφτες 

που βάζουν σιγά σιγά

φωτιά σε ό,τι δεν είμαι 

 

αφετηρίες υποδερμικές

εξατμίζουν το κυάνιο που τσούζει τα μάτια μου

απ’την αντανάκλαση του θερμοσίφωνα απέναντι.

 

όσο ο ήλιος δύει

εγώ θα προσπαθώ ξανά

 

μια έκλαμψη μόλις έγινε δική μου 

 

μετατρέπομαι μάλλον και γω σε θερμοσίφωνα

ξεφλουδίζω το θαμπό μου δέρμα

δίνω πλέον νόημα στο φως 

κάνω βουτιά απ’την ταράτσα

δεν κλείνω καλά τη μύτη μου

και καταλάθος καταπίνω λίγο απ’ όσα εκτίμησα προχθές.

 

Αλήθεια δεν το ‘θελα ποτέ να σε γειώσω έτσι.

 

αλλά το μόνο που χρειάστηκε τελικά

είναι να ρίξω μια γερή κλωτσία

στ’αρχίδια του θανάτου

με δυο λεξούλες

 

καλό καλοκαίρι



Από την οθόνη μου στη δική σας,

Ράνια Ζώκου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *