Ξενέρα ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Ανεβαίνοντας την Τρικούπη επαναλαμβάνει υστερικά την ίδια φράση

Ανεβαίνει την Τρικούπη κι επαναλαμβάνει υστερικά την ίδια φράση. Δεν μπορεί να τη βγάλει εδώ και ώρες από το κεφάλι της, όσο και να την επαναλαμβάνει δεν φαίνεται να αποβάλλεται.

Γιατί δεν χορεύετε, ρε;

Γιατί δεν χορεύετε, ρε;

Γιατί δεν χορεύετε, ρε;

Άνθρωποι που βουρτσίζουν δόντια, που ανάβουν το κλιματιστικό ή τον ανεμιστήρα ή ανοίγουν την μπαλκονόπορτα για να δροσίσει το δωμάτιο και το πρόσωπο, για να αποφύγουν τη ζέστη, για να καταφέρουν να κοιμηθούν χωρίς να ιδρώσουν. Άνθρωποι που ήδη κοιμούνται, μόνοι ή με άλλους ή με την τηλεόραση ανοιχτή στον καναπέ ή στο πάτωμα ή έχουν αϋπνίες και καπνίζουν μέχρι να νυστάξουν ή μέχρι να σκάσουν ή πίνουν ένα ποτήρι νερό ή κοιτάζουν το ταβάνι. Πάνω, κάτω και γύρω απελπιστικά αμέτρητοι άνθρωποι κι απόψε όλους τους έχει απορροφήσει αυτή η πόλη και τους έχει κλείσει αεροστεγώς σε ένα υφασμάτινο μαύρο σακούλι που το φαντάζεται να φωσφορίζει σαν εκείνα τα αστεράκια στα παιδικά μας δωμάτια.
Απελπιστικά αμέτρητοι άνθρωποι δεν θα μοιάσουν ποτέ ξανά μεταξύ τους τόσο πολύ όσο απόψε κι αυτή δεν θα ξανά ‘ναι ποτέ τόσο μακριά τους.
Απόψε στην πόλη δεν θα αρχίσει ούτε ένας χορός, όσο και να παρακαλέσει για το χέρι κάποιου αγοριού που κοιτάζει με την άκρη του ματιού του.
Απόψε όλοι στο σακούλι κι αυτή απ’ έξω, μάλλον από σπόντα, ανεβαίνει την Τρικούπη.
Πέντε χρόνια πριν νόμιζε πως σε αυτή την πόλη όλοι χορεύουν. Δεν ξέρει γιατί, πάντως έτσι νόμιζε.

Γιατί δεν χορεύετε, ρε μαλάκες;

Χτες το βράδυ ρώτησε τον Ηλία. Ο Ηλίας της είπε πως δεν του άρεσε ποτέ αυτό το κομμάτι και πως η απάντηση στην ερώτηση γιατί δεν χορεύετε, ρε; είναι γιατί δεν γουστάρουμε, ρε.
Πέντε χρόνια πριν νόμιζε πως σε αυτή την πόλη θα χορεύει συνέχεια.

Κοιταζόταν στον καθρέφτη, φοβόταν, στέγνωνε κάπως το στόμα της, κατάπινε τα σάλια της, τσούζαν τα μάτια της σαν από χημικά, σκεφτόταν αν θα καταφέρει να χορέψει. Ώρες πολλές μπροστά στον καθρέφτη πρόβες χορού, κάθε βράδυ τζενεράλε, για να ‘ναι έτοιμη για τους φωταγωγημένους χορούς κάτω από την Ακρόπολη, στην Πνύκα και στο Τρίτση. Και τους πιο βρώμικους σε μπαλκόνια, υπόγεια, πιλοτές, γκαρσονιέρες και τζαμαρίες της Ομόνοιας.
Τώρα δεν μπορεί να καταλάβει τι σόι προσδοκία ήταν εκείνη. Μάλλον παιδική.

Απόψε σκέφτηκε πως μπορούσε να περπατήσει την Πειραιώς μόνη, δεν ξέρει γιατί, αυτό σκέφτηκε όμως. Στα πρώτα πέντε λεπτά σταμάτησε ταξί.


Δεν είναι δυνατόν να μην χορεύει κανείς, τρία εκατομμύρια μυστικές ζωές πλάι πλάι, αν μπορούσαμε να κρυφοκοιτάξουμε, σίγουρα θα βλέπαμε ανθρώπους να χορεύουν υστερικά στα κρεβάτια τους και στις μπανιέρες τους. Δηλαδή, μαλακία να μην χορεύει κανείς. Λογικά θα χορεύουν στα κρυφά. Ή ίσως φαντάζονται πως χορεύουν, ίσως οι άνθρωποι που προσπερνάει με το ταξί να φαντάζονται πως χορεύουν, σίγουρα δηλαδή θα προτιμούσαν να χορεύουν αντί να περπατάνε. Μαλακία, σκέφτεται, πάλι, κι αυτό.
Το ταξί χρέωσε την ταχεία ξενάγηση στην Πειραιώς τέσσερα ευρώ. Θαμπά φώτα, ζεστός αέρας στο πρόσωπο και ησυχία. Μια κούρσα που φάνηκε σαν να τσουλάει στον αέρα, αθόρυβη και πανάλαφρη η κίτρινη άμαξα του μεσονυχτίου. Στο ραδιόφωνο πετύχανε Λου Ριντ, ο ταρίφας κατάλαβε τι μεγάλη τύχη, τι φοβερή ενέργεια χρωστούμενη υπήρξε αυτή η μουσική επιλογή του άγνωστου παραγωγού και δυνάμωσε. Ο ταρίφας έπιασε εκείνο το μομέντουμ από τα κέρατα και έφτιαξε το σάουντρακ του άδειου θερινού κέντρου, φρεσκοπλυμένου από την υδροφόρα μπροστά.
Γυρνάει και του λέει: Θα ‘θελα απόψε να άλλαζε ο χρόνος, να ‘πρεπε να με πας σε ένα τεράστιο πάρτι στην άλλη άκρη της πόλης και να ‘παιζε αυτό το κομμάτι. Τέικ α γουόκ ον δε γουάιλντ σάιντ. Να ‘μουν τσακωμένη με όλους, να ‘ξερα ποιοι μ’ αγαπούν, να ‘γλειφα παγωτό φράουλα, να μην ήξερα πως φεύγουν από δω.
Κατεβαίνει στο αγαπημένο της μπαρ. Κανείς δεν χορεύει. Το αγαπημένο της αγόρι κάθεται στην απέναντι πλευρά της μπάρας κι είναι ωραία που για λίγο μπορεί να τον κοιτάζει. Σκέφτεται πως θα ‘πρεπε ίσως να της φτάνουν τα λίγα και καλά, να τα παίρνει με ευγνωμοσύνη, να ζει τη δεδομένη στιγμή κι όχι να μπλέκεται στη χαμένη πιθανότητα. Ήταν ωραία που μπορούσε να τον κοιτάζει κι αποφάσισε πως για απόψε αυτό θα της έφτανε. Είπε είναι ωραία απόψε και για λίγο ξέχασε που δεν χορεύει κανείς σε αυτή την πόλη και που πέρασαν έτσι πέντε χρόνια. Δεν πειράζει που κανείς δεν χορεύει, εντάξει, το ‘χε πάρει απόφαση πια. Δεν πειράζει που θα χορεύει μόνη. Κύλησε έτσι και το αποψινό. Πλεούμενο αυτή στην αποδοχή. Σχεδόν τα κατάφερε. Σχεδόν πλήρωσε κι έφυγε. Είπε δηλαδή θα κρατηθώ, αλλά δεν ξέρει καλά από αυτά. Πριν τη πόρτα συναντάει το αγόρι με τα μάτια κάτω:

Γιατί δεν με χορεύεις, ρε μαλάκα;

Αυτό κι έφυγε.
Στον δρόμο για το σπίτι κατάλαβε πως οι πατούσες της πονούσανε πολύ.
Αυτό ήταν, λοιπόν.

κείμενο της Κιού
κολλάζ της Σελέστ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *