ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Ciné Periplok: Όντως Φιλιούνται; Review

Αρχές του καλοκαιριού που διανύουμε είδαμε όλοι μαζί ταινία. Με κανονισμένη μέρα και ώρα προβολής, από την άνεση των σπιτιών μας. Η ψηφοφορία που είχε προηγηθεί στα stories μας στο instagram, με μεγάλη διαφορά, ανέδειξε το Όντως Φιλιούνται; (2016) του Γιάννη Κορρέ ως την ταινία που θα μας ένωνε εκείνο το βράδυ. Η προβολή της έγινε δυνατή χάρη στο Cinobo.

Το Cinobo είναι η νέα ελληνική streaming πλατφόρμα που ειδικεύεται στον ανεξάρτητο και arthouse κινηματογράφο. Μία πλατφόρμα που φτιάχτηκε από λάτρεις του σινεμά για λάτρεις του σινεμά.

Ακολουθήστε το @cinobo, εγγραφείτε στο cinobo.com και ανακαλύψτε την ευρεία γκάμα καλού σινεμά που προσφέρει!

ΘΑΝΟΣ: Το Όντως Φιλιούνται; είναι η Αθήνα που αγαπάμε όλοι οι ψευτο-Αθηναίοι (όσοι είναι από επαρχία και τώρα ζουν εκεί)- και δεν εννοώ την πόλη. Είναι τα στενόχωρα διαμερίσματα με τις στενάχωρες συζητήσεις. Τα βλέμματα που καίνε σαν τις μπρούτζινες λάμπες πυρακτώσεως τα βράδια. Είναι τα λόγια που λες σε καβγάδες, παρεξηγήσεις και πεσίματα και ποτέ δε θα φύγουν από το χώρο, ακόμα και αν φύγεις εσύ.

ΣΟΦΙ: Για μένα, ήταν μία ταινία–ύμνος στις αέναες συζητήσεις με την παρέα τα βράδια του Αυγούστου στην πόλη, τις μέρες που είστε μαζί για πάνω από δέκα ώρες, χωρίς να θέλετε να μείνετε μόνοι, αλλά και χωρίς να έχετε κάτι άλλο να πείτε. Παρόλο τον ρομαντισμό και τις ερωτικές αφηγήσεις που υπήρχαν στην ταινία, εμένα μου έμεινε ο ρεαλισμός αυτού του κομματιού. Κάθε πρόταση θα μπορούσαν να την έχω πει εγώ ή κάποι@ φίλ@ μου- και είμαι σίγουρη για αυτό.

ΘΑΝΟΣ: Είναι μία ταινία που ταράζει λίγο τη γαλήνη μέσα σου, θέλοντας να σε κάνει να βγεις έξω (ή κατά την τεχνική ορολογία επίκληση στο FOMO, fear of missing out). Είναι καλοκαιρινή ταινία για ένα ζευγάρι που δεν δουλεύει ακριβώς και δεν ξέρεις πώς θα δουλέψει, αφού πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Τι σου άρεσε στην ταινία;

ΡΑΝΙΑ: Ξεκίνησα να βλέπω την ταινία με χαμηλότατες προσδοκίες και ίσως γι’αυτό την συμπάθησα τελικά. Αυτό που με κέρδισε ήταν η επιτηδευμένη υπερβολή όλων των χαρακτήρων, ώστε να θυμίζουν καρικατούρες-αρχέτυπα, πράγμα το οποίο δημιουργεί ακραία μη ρεαλιστικές σκηνές που κάπως σε ξενίζουν, αλλά κάπως σε κάνουν και να γελάς.

ΣΟΦΙ: Αυτό που ξεχώρισα ιδιαίτερα στην ταινία ήταν το πόσο ταιριαστή ήταν η μουσική σε κάθε πλάνο ξεχωριστά, πραγματικά σε συνέπαιρνε. Ωστόσο, η αγαπημένη μου σκηνή είναι και αυτή που δεν έχει κανένα μουσικό εφέ: ο καυγάς του Ντάνυ- δεν φταίω εγώ που πληγώθηκες- και της κοπέλας- όταν στεναχωριέμαι, εγώ κλαίω, και όταν εγώ κλαίω, εγώ κλάνω. Η ωμότητα αυτού του καυγά με έκανε να γελάσω δυνατά. 

ΧΑΡΙΤΙΝΗ: Η απλότητα και αμεσότητα των διαλόγων, το αβίαστο χιούμορ, ο κυνικός και ωμός (αλλά απαραίτητος) ρεαλισμός. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι καθημερινοί, είναι η γενιά των 700 ευρώ που έγινε η γενιά των 592 ευρώ, οι σημερινοί τριαντάρηδες, παιδιά που ενηλικιώθηκαν μέσα στην κρίση προλαβαίνοντας να ζήσουν την εποχή των «παχιών αγελάδων» και γι’ αυτό έχουν μόνιμα μια νοσταλγία, αλλά και μια απελευθέρωση ακριβώς, επειδή το νόημα που συγκρατούσε τις ζωές τους έχει γίνει τόσο ακατανόητο, όσο μια συζήτηση υπό την επήρεια χόρτου, που το έφερε ένας τύπος που ούτε τον ξέρεις καλά, ούτε θα τον θυμάσαι μετά.

ΡΑΝΙΑ: Αλλά και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται τα φλάσμπακς καθ’ όλη την διάρκεια είναι αναζωογονητικός σε σχέση με τη ρεαλιστική συζήτηση στην οποία η κάμερα κινείται σαν κανονικό βλέμμα και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι κάθεσαι και συ στον καναπέ, συμπαθείς τον Αχιλλέα (Όμηρος Πουλάκης), καταλαβαίνεις την Στέλλα (Ηρώ Μπέζου) και θες να κοπανήσεις τον Ντάνυ (Θανάσης Πετρόπουλος). 

ΘΑΝΟΣ: Κάθε φορά που τη βλέπω, μου θυμίζει ένα κολλάζ διαφόρων τεχνικών. Ο λόγος αντικαθιστά την εικόνα σε κάποια φάση και δεν βλέπεις τι γίνεται, μα το διαβάζεις. Η μουσική κυριαρχεί σε κάποιες σκηνές της ταινίας και, ακόμα και όταν δεν την παρατηρείς, προσδίδει ένα βάθος και μία διάσταση στην ταινία, λες και είναι η σκιά της. 

έργο της Ελένης

 

Τι δεν σου άρεσε τόσο στην ταινία;

ΛΥΔΙΑ: Η ταινία ξεκινάει με μερικές ταχύρρυθμες στιχομυθίες και μία μεγάλη φούσκα που σκάει. Βρίσκω τη πρώτη αυτή σκηνή αυτοαναφορική. 

Λίγο αργότερα, βγαίνει ο Όμηρος (Πουλάκης) και γλυκαίνω. Αράζει με τη Στέλλα και τον Ντάνυ και μιλάνε. Με κρατάει για κάμποσο η κουβέντα, μέχρι που συνειδητοποιώ πως ψάχνω δικαιολογία να σηκωθώ να φύγω από την παρέα, χωρίς να τους προσβάλω. Το guest του The Boy στη συνέχεια και η γλυκύτατη ζουζούνα με την «μάθσκαρα» με «ξύπνησαν» και με έκαναν να ανασηκωθώ από τη θέση μου. Μα, αυτά ήρθαν πολύυυ αργότερα και δεν ήταν αρκετά, για να με κάνουν να δω την ταινία, όσο ευχάριστα ευελπιστούσε ο σκηνοθέτης να τη δω. Υποθέτω, δηλαδή, ότι αυτό ήθελε. Αναγνώρισα τη φρέσκια και κουλ ατμόσφαιρά του, τους τσιτάτους, χρωματιστούς τίτλους, που ξεπηδούσαν πού και πού, ακόμα και τους (κάπως) ρεαλιστικούς χαρακτήρες. Είδα το χιούμορ, είδα την μοντέρνα ματιά. Αλλά τα είδα σε πολύ μικρές δόσεις και δεν μου φάνηκαν πηγαία.


ΡΑΝΙΑ: Αυτό που με κριντζάρει πάντα σε τέτοιες ταινίες είναι αυτή η γενικευμένη «quirky Αθηναϊκή αύρα τριαντάρηδων» την οποία καθόλου δεν σώζουν οι μεσότιτλοι, αλλά αντίθετα την υπογραμμίζουν μαζί με δυο-τρεις σεναριακές αστοχίες.

ΧΑΡΙΤΙΝΗ: Αν πάρει κανείς ως δεδομένο ότι, ενώ μπορεί να παρακολουθούμε την σχέση της Στέλλας και του Ντάνυ, επί της ουσίας η οπτική του θεατή είναι ο ίδιος ο Ντάνυ, δημιουργείται μια υπερβολική εστίαση σε αυτόν, παραγκωνίζοντας τον χαρακτήρα της Στέλλας και περιορίζοντάς τον μόνο στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Σε ορισμένες σκηνές, ειδικά σε αυτές που ο Ντάνυ είναι με άλλα πρόσωπα εκτός των δύο βασικών χαρακτήρων, ο διάλογος φαίνεται πιο ασύνδετος, κάπως ξύλινος.

ΜΑΡΛΕΝΟ: Είδα την ταινία σαν μία μεγάλη έκθεση του γιατί ο Ντάνυ είναι προβληματικός. Κι αλήθεια τον σιχάθηκα. Κι όσο περισσότερο συμπαθούσα τη Στέλλα, που άβολα και κάπως εξεζητημένα, προσπαθούσε να συμμετάσχει στη συζήτηση με μία θέληση να εντυπωσιάσει (στην αρχή νόμιζα ότι την έπεφτε στον Αχιλλέα), άλλο τόσο τον σιχαινόμουν τον άλλον. Αλλά δεν με ενόχλησε αυτό. Δεν έχω θέμα να τον σιχαίνομαι. Με ενόχλησε το πού φαίνεται να πήγαινε η ταινία- για μένα η κλεφτή ματιά του Ντάνυ με τη Στέλλα στο τέλος τα λέει όλα. Ενώ νόμιζα ότι η ταινία κάπως θα αποδομούσε το ρομαντικό (κλαίω=> κλάνω), όλο και περισσότερο επέμενε να το πλησιάζει. Και δεν πιστεύω ότι υπάρχει οτιδήποτε ρομαντικό στο να είσαι με έναν άνθρωπο ο οποίος δεν σέβεται τους συντρόφους του και οριακά έχει κάνει την προβληματικότητά του φιλοσοφία. Και αν η ταινία προσπαθεί να με πείσει ότι η Στέλλα θα τον αλλάξει, ουφ ανατριχιάζω κι απλά ξαναβάζω να δω τη σκηνή με την κοπέλα που κλάνει και τον The Boy που τους κλέβει στο κέντρο.

ΣΟΦΙ: Πιστεύω ότι είχε προοπτικές να γίνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα, αλλά στην τελική νομίζω πως η απλότητά της είναι αυτή που την χαρακτηρίζει σαν σύνολο και, αν αυτή ήταν η βλέψη του σκηνοθέτη, τότε το πέτυχε 100%. 

 

Τι σου θύμισε η ταινία;

ΧΑΡΙΤΙΝΗ: Σε ορισμένα σημεία μού θύμισε το Annie Hall, άλλες φορές πάλι μου θύμιζε ένα υποθετικό prequel του Άφτερλωβ. Τα πειράγματα μεταξύ του Ντάνυ και της Στέλλας είχαν κάτι από την τριλογία του Πριν (με ένα μείγμα της πρώτης και της δεύτερης ταινίας). Ρεαλιστικά, αμφιβάλλω αν κάποιος δεν αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του και τις σχέσεις του, από τα τετριμμένα κλασικά αστεία των πρώτων γνωριμιών, μέχρι τις αμήχανες καταστάσεις στο σεξ (ειδικά όσο προσεγγίζεις μια ηλικία και έπειτα).

ΡΑΝΙΑ: Το Όντως Φιλιούνται; μού θύμισε πόσο απεχθάνομαι κάθε Ντάνυ εκεί έξω και όλο το σκατό που κουβαλάει στο κεφάλι του και, συγκεκριμένα, την σιχαμένη θεωρία «δεν έχουμε τυρόπιτα, έχουμε μεγάλο τυροπιτάκι» για τις σχέσεις, που καλό θα ήταν, αντί να το ανέχεται η οποιαδήποτε Στέλλα, να  κοιτάξει ο Ντάνυ τα θέματα του, μπας και μειωθεί η φάρα του, γιατί έλεος. Δηλαδή όχι κούκλα μου μην τον φιλάς, παράπεμψε τον σε θεραπεία και τρέχα να σωθείς.

σχέδιο της Κιου


Εxtra Σκέψεις

ΛΥΔΙΑ: Θα αφήσω ένα ενδεχόμενο ανοιχτό και θα πω πως ίσως, αν οι διάλογοι ήταν πιο φυσικοί και το ζεύγος αυτό δεν έκανε διαγωνισμό στο ποιoς θα την πει πιο γρήγορα σε ποιον, να μπορούσα να χαθώ στο τσιλ και ιδιαίτερο κλίμα και να νιώσω μέλος της παρέας. Αλλά τώρα, πιο πολύ ήθελα να καπνίσω αυτό που πίνουν, παρά να ακούσω τι λένε… Ρε, λες αυτός να ήταν ο σκοπός;! Αν είναι έτσι, μιλάμε για ένα εντυπωσιακά καλό marketing. Μέχρι, όμως, να αποδειχτεί, αν όλο αυτό πρόκειται για μία δαιμόνια, επιχειρηματική κίνηση, εγώ θα στέψω τον Όμηρο ως MVP και θα αποχωρήσω με ελαφρά, χωρίς να πω τι μου θύμισε η ταινία, γιατί ξέρω πως έχει πολλούς θαυμαστές. Γενικά, με μία πρόταση, καλύτερα να φιλιόντουσαν!

ΘΑΝΟΣ: Το Όντως Φιλιούνται; είναι μία ταινία με πολλά λογία, πολλές σκηνές και λίγους χαρακτήρες και μία κάμερα που κινείται σαν να θέλει να μας δώσει ναυτία. Αυτό είναι που την κάνει τόσο τρυφερή για εμένα και, ίσως, εμάς. Εμάς που είμαστε μικροί (λίγο περισσότερο, λίγο λιγότερο) και ξέρουμε άκυρα πράγματα και ζούμε πολλές άκυρες καταστάσεις. Το Όντως Φιλιούνται; δεν είναι κάτι άμεσα καινοτόμο που θα γίνει άμεσα ένα κλασικό. Έχει, ωστόσο, νομίζω πολλές ιδιαίτερες στιγμές και αυτό την κάνει να μιλά λίγο-πολύ σε όλες τις ζωές έξω από την οθόνη (γιατί δε γίνεται «πολλές» χωρίς «όλες»).

ΧΑΡΙΤΙΝΗ: Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Αλέξανδρο Βούλγαρη (The Boy). Η σκηνή που εμφανίζεται αποτελεί κατά την γνώμη μου την πιο κωμική της ταινίας και κάπως έρχεται να αποσυμπιέσει το κλίμα έντασης μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών. Ο Τέσλα δεν ζητάει πολλά, μονάχα τα κινητά του ζευγαριού. Χωρίς να το θέλει, όμως, μέσα από τη δικιά του chaotic neutral οπτική ο θεατής ανακαλύπτει σε δύο λεπτά περισσότερα για την δυναμική των χαρακτήρων, απ’ ότι είχε μάθει μέχρι τότε στην ταινία. Ουσιαστικά, ο Τέσλα, «ρίχνει φως» στην σχέση του Ντάνυ και της Στέλλας, ξεγυμνώνοντας τις αδυναμίες που έχει η επικοινωνία τους από τα πολύ απλά και βασικά (αν πρέπει να δώσεις το κινητό σου για να γλιτώσεις την ζωή κάποιου).

σχέδιο της Κιου

 

ΡΑΝΙΑ: Εν τέλει, κάπως, επειδή γέλασα και εκείνη την ώρα έφαγα το παραμύθι ότι ο τύπος που κλαίει επειδή χάνει στα επιτραπέζια θα καταφέρει να κάνει μια wholesome σχέση (δεν θα το κάνει) και γιατί ενθουσιάστηκα με τον Boy ως Τέσλα και σε κάποια σημεία ταυτίστηκα, η ώρα πέρασε ευχάριστα. Θα ζούσα και χωρίς να την είχα δει αλλά δεν μετανιώνω που το έκανα. 

ΧΑΡΙΤΙΝΗ:  Σε ο,τι αφορά στη μουσική, θα ομολογήσω ότι πολλές φορές στις σκηνές του τριγώνου Στέλλα-Ντάνυ-Αχιλλέας, εστίαζα περισσότερο στα φωνητικά του The Boy, παρά στον ίδιο τον διάλογο, κάτι το οποίο δεν βρίσκω απαραίτητα μειονέκτημα της ταινίας, καθώς κομμάτια αυτών των σκηνών σε έβαζαν στην λογική της νωθρότητας, που επικρατεί σε μια τέτοια συνθήκη. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και στην μουσική από την Δεσποινίδα Τρίχρωμη, στο μουσικό χαλί που έντυνε τις εναλλαγές των σκηνών, τα φωτεινά γράμματα με το γαλάζιο φόντο. Το ερώτημα του αν όντως φιλιούνται, απαντάται, αν και δεν είναι αυτό που όντως θέλει να ρωτήσει κανείς βλέποντάς την. Το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται σε όλα εκείνα που δεν λέγονται από τους πρωταγωνιστές, σε καθετί άρρητο και υπόρρητο και συμπυκνώνεται σε υποερωτήματα όπως τα…

Είναι μαζί; Τι είναι; Έχουν σχέση; Τι θέλουν; Θέλουν όντως κάτι; 

 




για την ταινία έγραψαν ο Θάνος, η Σόφι, η Ράνια, η Χαριτίνη, η Λυδία και ο Μαρλένο 
το έργο του header ετοίμασε η Αστέρω
τα έργα στο σώμα του κειμένου ετοίμασαν η Ελένη και η Κιου

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *