ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Τα Κίτρινα Διηγήματα (I)

Άσκηση: γράψε ένα διήγημα στο οποίο το κίτρινο χρώμα θα έχει μία αισθητή παρουσία ή έναν ρόλο-κλειδί, χωρίς να αποτελεί το κεντρικό θέμα της αφήγησης.

Το Ταξί Είναι Πληρωμένο
της Κιού

Πώς λεγόταν εκείνη η εκπομπή με την Βίκυ Σταυροπούλου που οδηγούσε ένα ταξί που είχε φούξια καθίσματα σε σχέδιο αγελάδας; ΤΑΧΙ GIRL δεν λεγόταν; Και υποτίθεται ότι σε έκανε να γελάς, αλλά εμένα δεν με έκανε ποτέ να γελάσω. Δεν την βρήκα ποτέ διασκεδαστική αυτή την εκπομπή, πάντα περίμενα απλά να τελειώσει και να πάμε παρακάτω, στην επόμενη σειρά. Ούτε το Taxi Driver με τον Ντε Νίρο μου άρεσε. Η μοναδική ταινία με ταξί που ερωτεύτηκα ήταν αυτή του Τζάρμους. Μπορεί να φταίει που μοιάζω στη Γουαινόνα. Μπορεί αυτό να ‘ναι όλο. Τα σιχαίνομαι τα ταξί, το ξέρεις; Δεν με ρώτησες ποτέ. Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Η μάνα μου πάντα τσακωνόταν με τους ταρίφες. Έλεγε ότι μας έκλεβαν. Κάθε φορά οι ταρίφες μας έκλεβαν. Μας πήγαιναν στο σπίτι από τη μεγάλη διαδρομή. Κύκλους μας έκαναν οι ταρίφες κάθε φορά. Γύρω γύρω με τη μάνα μου και τον ταρίφα και το ταξί μας. Γύρω γύρω τα τετράγωνα και στη μέση το σπίτι. Α στο διάολο ρε μαλάκα που θα σε πληρώσω κιόλας που μας έκανες γύρω γύρω από το σπίτι. Άντε μωρή σκύλα τράβα στο διάολο. Και πόρτα που χτυπάει κατακίτρινη πίσω μας και μια μικρή που κοιτάζει τα παπούτσια της. Τι κουβέντες είναι αυτές κάθε φορά. Μαμά, να μη ξαναμπούμε σε ταξί, δεν θέλω, σε παρακαλώ, δεν μπορώ που νευριάζεις μαμά, σε παρακαλώ. Σου λέω τα μισώ τα ταξί, κάθε φορά που κάθομαι σε αυτά τα δερμάτινα καθίσματα θέλω να με ρουφήξουν και να εξαφανιστώ. Λες ο ταρίφας να με κάνει πάλι βόλτες γύρω γύρω από το σπίτι και να θέλει να με κλέψει; Λες να μου βγάλει τη ταρίφα κανα δεκάρικο και να με δουλέψει ψιλό γαζί; Έχει βάλει το ταξίμετρο να γράφει ή θα τον στείλω στον διάολο; Γιατί πρέπει να γίνω μαλακισμένη πάλι σαν εσένα ρε μάνα; Λες και εγώ ξέρω ποιος είναι ο πιο σύντομος δρόμος για το σπίτι. Δεν μένουμε πια στα Πατήσια. Τώρα δεν ξέρω την γειτονιά μου. Δεν στο ‘χω πει, αλλά, όταν μου έδινες λεφτά να πάρω ταξί, γυρνούσα πάντα με τα πόδια. Δεν τα αντέχω τα κωλοταξί τους ρε, με κάνουν μαλακισμένη ή χαζή, κουφή, πυροβολημένη. Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Με έβαλες στο γαμημένο το ταξί με έναν οδηγό που λέγεται Κώστας ή Γιώργος ή Νίκος. Μάλλον Νίκος θα λέγεται. Φαίνεται για Νίκος. Είναι ήσυχος, δεν μιλάει, ούτε έχει ράδιο. Θέλει να πάρει καλή κριτική στην εφαρμογή σου ο Νίκος και σωπαίνει. Πώς τα βλέπεις τα πράματα, ρε Νίκο; Τι δουλειά έχω τέσσερις η ώρα το πρωί μέσα στο ταξί σου; Τι στο διάολο γίνεται, ρε Νίκο. Γιατί με έδιωξε από το σπίτι, μήπως κατάλαβες εσύ; Δεν μιλάει ο Νίκος. Ο Νίκος μόνο οδηγάει στην έρημη Αθήνα. Ποιος ξέρει από αύριο τι. Ποιος ξέρει τίποτα πια. Εκτός φυσικά από σένα, εσύ ξέρεις, κουράστηκες τώρα, φτάνει, περάσαμε ωραία, αλλά φτάνει, κουράστηκες, ίσως νύσταξες. Ναι, λες, ίσως αυτό φταίει, ίσως να νύσταξες. Αύριο πρέπει να εργαστείς, να συγκεντρωθείς, να παράγεις. Όλη μέρα θα παράγεις αύριο. Θα στερέψεις από ζωή με αυτή τη δουλειά, ρε πουλάκι μου. Τρομερό. Η Βικάρα γελάει μέσα στην αμαξάρα της με τη κατάστασή μου και εγώ στον καναπέ κοκκαλωμένη με τα βυζιά έξω. Κόκκαλο λέμε, δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου να σηκωθώ να ντυθώ, έχω κολλήσει στον καναπέ σου και σε λίγο φτάνει το ταξί και θα με βρει ένα με τον καναπέ, κολλημένη, ανθρώπινο κάλυμμα. Τόσο σοκαρισμένη πια που και η Γουαινόνα γελάει μαζί μου. Είμαστε και μεις σκηνή στον Τζάρμους. Δεν πρέπει να χάσω τις ατάκες μου. Εσύ είπες τις δικές σου. Είμαι πτώμα/σου έχω πάρει ταξί/ να φύγεις/ ντύσου σε λίγο φτάνει κάτω. Ο Νίκος θα με περιμένει να πούμε τις δικές μας ατάκες. Πού είναι το παλτό μου. Την ψυχραιμία μου πού την παράτησα. Τη μαγκιά μου. Με βλέπω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας, δεν φοράω τίποτα από τα παραπάνω. Θα κρυώνω έξω, είναι αργά. Αλλά δεν πειράζει. Ωραία θέα. Είναι ωραία τώρα. Μπράβο, ωραίο σπίτι. Χάρηκα που τα ‘παμε. Μην χαθείς. Όχι ρε. Τώρα που θα ξέρει και ο Νίκος που μένω. Η πρώτη ατάκα του Νίκου είναι «Καλησπέρα», τι τραβάς και εσύ, καλέ μου, που σε έβαλε στο σενάριο. Άντε, ας το πάμε μια τελευταία να βγει σωστά να τελειώνουμε. Ο Νίκος οδηγεί στην έρημη Αθήνα. Το ταξί γλιστράει φωτισμένο στους δρόμους. Τη μουσική πρέπει να τη βάλει ο θεατής. Εμείς μούγκα. Μην σε ξυπνήσουμε. Περνάμε τις γραμμές του τραίνου. Το τραίνο πάντα κορνάρει στη διάβαση. Δεν το ‘ξερα. Απόψε μου το ‘πες. Περνάμε τα μπουζουκτζίδικα. Θα έπινα ευχαρίστως ένα ουίσκι. Κρίμα που είναι κλειστά. Έχει αρχίσει να βρέχει. Πόσο κλισέ, θεέ μου. Έχουμε άλλες δύο ατάκες με τον Νίκο, αλλά όχι ακόμη, μόλις φτάσουμε. Η Αθήνα μου αρέσει, μου ψιθυρίζει απόψε στο αυτί. Κάνει πως δεν είδε τίποτα από τα αποψινά. Κάνει πως δεν ξέρει το σενάριο. Δεν κρίνει η Αθήνα, με χαϊδεύει, με τρίβει στην πλάτη, τώρα που θα βάλω τα κλάματα του Νίκου η Αθήνα θα το κρατήσει μυστικό. Η Αθήνα με αγαπάει εμένα. Ο Νίκος βάζει αλάρμ, φτάνουμε, φτάνουμε στο φινάλε. Είμαι συγκινημένη. Έρχονται οι τελευταίες ατάκες. Ν: Το ταξί είναι πληρωμένο, το ξέρετε; Α: Ευχαριστώ πολύ. Του σφίγγω θερμά το χέρι, απίστευτη ερμηνεία και οι δυο μας. Μας αξίζουν χειροκροτήματα, αναφιλητά, μπουκέτα με τριαντάφυλλα. Ο Νίκος μου κλείνει το μάτι σαν να μου λέει τους γαμήσαμε πάλι. Κλείνω τη κίτρινη πορτούλα μαλακά, μην σε ξυπνήσω. Ο Νίκος περιμένει να μπω στην πολυκατοικία και ύστερα φεύγει. Συγγνώμη για τη μάνα μου ρε συ Νίκο, να σου πω και κάτι; Εγώ να ξέρεις την εκτιμάω τη ράτσα σας τελικά. 

Κανένας Δεν Ανήκει Εδώ
της Σελέστ

Θέλω να ξέρεις πως το κράτησα. Αν το ζητήσεις, δηλαδή, ποτέ σου. Αν κάποια μέρα θες να βγεις, το ψάξεις στην ντουλάπα σου να το φορέσεις και δεν το βρεις κι ανησυχήσεις. Αν το ζητήσεις, να ξέρεις πως το βράδυ που ήρθες επειδή σας έβγαλε το λεωφορείο μία στάση τάχα πριν το σπίτι μου και ήταν κρίμα να μην είσαι πια ευπρόσδεκτη σε μία τέτοια απρόσμενη στιγμή, εκείνο το βράδυ που εξελίχτηκε σε πανικό και ήθελα να σε σκοτώσω ήθελα, να ξέρεις πως εκείνο το βράδυ, το κράτησα.

Με πήρες τηλέφωνο και ήσουν σοβαρή, ποτέ δεν είχαμε μια σχέση τηλεφώνου. Μου είπες κατά λέξη γεια σου και συγνώμη αν ενοχλώ, είχα κακή μέρα κι ο οδηγός έπαθε έμφραγμα και μας κατέβασαν νωρίτερα εκεί κοντά στο πάρκο και είναι αργά και χάλασα όλα μου τα χρήματα σ’ αυτό το μπαρ απόψε που ήταν δικό μας ξέρεις ποιο λέω τώρα δεν μου βγαίνει να σου πω το όνομα, αλλά ξέρεις ε. Και τέλος πάντων, ζητώ συγνώμη κι έρχομαι απ’ το σπίτι.

Με πανικόβαλες. Δεν πρόλαβα να πω κουβέντα. Καταδίωξη. Όλο λέω να φύγω από αυτό το σπίτι, έχει κακή ατμόσφαιρα, περίεργες αναμνήσεις. Δεν ανήκεις εδώ. Κανένας δεν ανήκει εδώ. Προσπάθησα να σε κάνω να το καταλάβεις. Ζητώ συγνώμη κι έρχομαι απ’ το σπίτι. Ποτέ δεν μπόρεσα να κατηγοριοποιήσω τις συγνώμες σου. Κυρίως, να τις σεβαστώ. Πίσω από κάθε μία, διάβαζα ένα τεράστιο σε μισώ. Σε μισώ που είσαι έτσι, σε μισώ που δεν μου λες εσύ συγνώμη, θα στην πω, μόνο και μόνο για να τη θυμάσαι, πώς ακούγεται ως λέξη, έτσι ώστε αύριο να την πεις πρώτος εσύ. Καταδίωξη. Και πανικός. Χτυπάει το κουδούνι.

Όσο ανέβαινες με το ασανσέρ, δεν σε σκεφτόμουν. Και δεν σκεφτόμουν τίποτα. Νομίζω ούτε είχα καταλάβει ποια είσαι και ποια έρχεται. Αν με ρωτούσανε εκείνη τη στιγμή πώς γνωριστήκαμε, θα έμενα μαλάκας. Δεν ήξερα ποια είσαι, ρε. Ανέβαινες στο σπίτι μου, μετά από δύο μήνες. Και δεν θυμόμουνα πώς μοιάζεις. Τα μαλλιά σου είναι βαμμένα ή φυσικά. Τα μάτια σου χωρίς τη μάσκαρα τι βλεφαρίδες έχουν, το πρωί. Τα μάτια σου, ποιο χρώμα, ποιο σχήμα. Το αγαπημένο σου παλτό και πόσο είναι φθαρμένο. Ανέβαινες. Δεν ήξερα ποια είσαι.

Μπήκες και απέφυγες το βλέμμα μου. Και απορούσα με τον εαυτό μου. Ρε, εσύ μου αρέσεις. Εσύ κάπως με αδειάζεις. Και κάπως με γεμίζεις. Και κάπως είσαι δικιά μου, εσύ. Και τι σκεφτόμουν, δυό μήνες πριν, όταν σου φώναζα δεν είσαι. Έβγαλες τα παπούτσια σου, τα έβαλες στην άκρη. Πρώτο σημάδι λάθος. Δεν ανήκουμε εδώ, γιατί τα βγάζεις. Πώς και τολμάς να μιμηθείς μία ρουτίνα που έχει λήξει. Και το κυριότερο, γιατί ήρθες εδώ.

«Η αλήθεια είναι πως ήρθα για να σου αφήσω αυτό.» μου είπες και έβγαλες ένα κουτί απ’ την τσάντα. Εγώ είχα αρχίσει και σε αγαπούσα ήδη πάλι. Και ίσως μόνο για αυτό αλήθεια να σου χρώσταγα συγνώμη.

-Τι είναι αυτό;…Είσαι πολύ όμορφη. Αλλά να ξέρεις δεν-

-Ευχαριστώ. Τίποτα, σου έφερα κάποια δικά μου πράγματα που έγιναν δικά σου και τώρα δεν τ’ αντέχω. Πάρ’ τα.

Ο θόρυβος με έβγαλε εκτός. Σταμάτησα να σε αγαπάω. Ήδη πάλι. Δεκάδες μικρά φλούο χαρτάκια με σημειώματα, πετρούλες, σκουλαρίκια, φωτογραφίες, σιντί, βιβλία. Και ένα φόρεμα. Στρώθηκαν κάτω, δεν είχα βάλει ακόμα τα χαλιά και έκαναν θόρυβο και χώθηκαν παντού. Σε μίσησα. Σαν να προσπάθησες να μιμηθείς μία σκηνή τσακωμού, να τσακωθείς ενήλικα και αρρωστημένα, με έναν τρόπο από ταινία. Δεν είσαι εσύ αυτό. Εάν τη μέρα που σε γνώριζα σε είχα δει να σπέρνεις πανικό, δεν θα σε αγαπούσα. Εάν τη μέρα που σε γνώριζα, είχες μαζί σου ένα κουτί και το είχες αδειάσει όλο στο σαλόνι μου και είχε κάνει αυτόν τον θόρυβο, τότε σίγουρα δεν θα σε αγαπούσα. Ούτε τώρα σε αγαπούσα. Πανικός.

Σου είπα να φύγεις, πήγες να με αγκαλιάσεις. Σου είπα να φύγεις, πήγες να με φιλήσεις. Σου είπα να φύγεις, με αγκάλιασες, με φίλησες. Φύγε, φύγε, φύγε, δεν ανήκεις εδώ, δεν ανήκουμε εδώ, δεν με πείθεις για αρρωστημένη, δεν με πείθεις για υστερική, κάπου το έχεις δει όλο αυτό και είπες να το κάνεις πρόβα στο σαλόνι μου. Δεν σε αγαπάω. Φύγε.

-Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη, αλλά να ξέρεις πως δεν αντέχω άλλο, έχω περάσει τέρμα δύσκολα, υποφέρω, δεν-

-Φύγε, σου ζητάω ευγενικά να φύγεις-

-Δεν πρόκειται να φ-

-Φύγε! Φύγε, φύγε, φύγε, φύγε-

Και τότε πήρες τα παπούτσια σου στο χέρι, άνοιξες την πόρτα με το άλλο, γύρισες να δεις το χάλι που δημιούργησες, σαν να σκεφτόσουν «ντάξει, αυτό θυμίζει τόσο σινεμά, πουτάνα όλα και εξαφανίζομαι», σαν να σκεφτόσουν «τώρα μου μένει να γυρίσω, να τον χαστουκίσω, και να φύγω».

Ο θόρυβος με έβγαλε εκτός. Και όχι τόσο η αίσθηση. Το χέρι σου στο μάγουλό μου, να με πονάει ως το σαγόνι. Δεν είσαι εσύ αυτό. Κάπου το είδες. Δεν το εννοείς. Κι ας το αξίζω. Εάν τη μέρα που σε γνώριζα μου έδινες χαστούκι, δεν θα σε αγαπούσα. Ή θα σε αγάπαγα πολύ και ύστερα καθόλου. Τώρα έχει μείνει λίγο. Φύγε.

Ο τελευταίος θόρυβος, η πόρτα.

Κι έπειτα εγώ να παίρνω μια σακούλα ατάραχος, λες και δεν σε ήξερα, να τη γεμίζω με τα πεταμένα: Είκοσι εφτά Μαρτίου καλημέρα ήθελα να σου πω πως νιώθω τόσο τυχερή που είμαστε εννιά Απριλίου τι ωραία που ήταν εχτές σου έχω αφήσει το εφτά Ιουνίου συγνώμη για τη μαλακία θέλω να ξέρεις πως είμαι δικιά σου, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω τριάντα Αυγούστου σ’ αγαπάω. Αυτά ήσουν εσύ. Τα σημειώματα και η εναλλαγή απ’ τα σ’ αγαπάω στα συγνώμη. Δίχως λόγο. Γύρευες σαν κοριτσάκι να τα καθρεφτίσω. Μ’ αγαπούσες, όταν ήθελες να σε αγαπήσω και μου έλεγες συγνώμη, όποτε ήθελες να στη ζητήσω. Γύρευες το καθρέφτισμα.

Η σακούλα γέμισε γρήγορα, μάζεψα τα πάντα, δεν πέταξα τίποτα, δεν ξέρω γιατί, σαν να ήξερα ότι η αφήγηση αυτή είναι δική σου και πως τα πεταμένα θα είναι πάντοτε δικά σου και πως δεν έχω το δικαίωμα να τα διαλύσω. Είναι στοιχεία της αφήγησης και αυτή είναι δική σου, καταβάθος, εσύ διαλέγεις σ’ αγαπώ, βίβλίο, καταβάθος, συγνώμη, δίσκο, αντίο. Και φόρεμα.

Την επόμενη μέρα το πρωί το είδα. Το βρήκα μισοπιασμένο στην καρέκλα στο σαλόνι, σ’ αυτή την ψηλή, την παγωμένη, που σε έστηνα όταν γαμιόμασταν και σου άρεσε και πάει καιρός που έχω να την σύρω έξω και να κάτσω. Μάζεψα το φόρεμά σου, προσεκτικά, μην σκίσω τίποτα, το κράτησα στα χέρια μου. Κίτρινο. Ξεθωριασμένο από τις διακοπές, θυμήθηκα. Δικό σου. Κίτρινο φόρεμά σου και ξαφνικά ποτέ δεν είχα νιώσει να μην μου ανήκει ένα χρώμα πιο πολύ. Ένα ολόκληρο χρώμα δεν ήταν πια δικό μου. Έπρεπε να το δω για να το καταλάβω.

Ύστερα τράβηξα την ψηλή καρέκλα έξω. Κι έκατσα.

κείμενα των Κιού και Σελέστ
φωτογραφία της Άντζελας Σαλίου 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *