ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Λογικά Άλματα

Το γαμημένο το ουίσκι σου φταίει για όλα.

Μπήκες μέσα βαρύ πεπόνι, με στραπατσαρισμένη έκφραση και ήθελες να πιεις ένα ουίσκι. Και εγώ έχω μια τάση προς τα θλιμμένα αγόρια με τα ενωμένα φρύδια. Τα παιδιά σε ρώτησαν τι έπαθες και εσύ είπες απλώς τίποτα. Έμενα με εκνευρίζουν πολύ αυτού του τύπου οι απαντήσεις. Τι σημαίνει δηλαδή τίποτα; Όχι, θέλουμε να μάθουμε τι έχει συμβεί. Να μας πεις τι έπαθες, κύριε. Κατεβαίνεις να πάρεις ουίσκι, τα παιδιά δεν έχουν σπίτι. Επιστρέφεις ύστερα από λίγο. Βγάζεις το παλτό και κάθεσαι δίπλα μου. Βάζεις ποτό μόνο για σένα…Θλιμμένος και αγενής, λοιπόν. Ήδη σε αντιπαθώ, αλλά δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω απόψε κι έχω φαγωθεί να μάθω τι έχει πάθει το παιδί. Λες και είναι τόσο αξιοπρόσεκτο να ‘ναι θλιμμένο ένα αγόρι. Ένα αγόρι που να σημειώσουμε ότι δεν γνωρίζω καν το όνομά του, εδώ που τα λέμε. Φτάνει η ώρα να συστηθούμε: Φοίβος, μου λες, χάρηκα.

Φτου.

Έχει και ωραίο όνομα. Χάθηκε να τον λέγανε Νίκο ή Τάκη, να κοβόταν το ενδιαφέρον μου μαχαίρι; Μου αρέσει το Φοίβος, μου θυμίζει το φόβος. Έπρεπε να σε λένε Τάκη, αν σε λέγανε Τάκη δεν θα με ενδιέφερες σε καμία περίπτωση. Δεν θα μπορούσε, όμως, να σε λέγαν Τάκη, ένας Τάκης δεν θα καθόταν ποτέ δίπλα μου πίνοντας ουίσκι θλιμμένος. Έχω ήδη αρχίσει να σκέφτομαι πώς θα ‘ναι να γράφω το όνομά σου στο χαρτί, δεν έχω γράψει ποτέ το όνομά σου, Φοίβο. Λέω να σε φωνάζω Φόβο. Στις επιστολές που θα σου γράφω θα ξεκινάω ως εξής: Αγαπημένε μου Φόβε. Κι όταν θα τσακωνόμαστε, θα κρύβομαι κάτω από το τραπέζι ή το κρεβάτι. Θα κρύβομαι από τον Φόβο, λες και κατάφερε ποτέ κανείς να του κρυφτεί επιτυχώς. Θα χωράω κάτω από το κρεβάτι ή μήπως είναι πολύ χαμηλό και πρέπει να σκαρφιστώ άλλη κρυψώνα; Αλήθεια, πώς να ‘ναι το σπίτι σου; Είναι ευρύχωρο και φωτεινό; Έχει ξύλινα πατώματα σαν και αυτό; Το πάπλωμα σου είναι αφράτο; Σου αρέσει να χουζουρεύεις το πρωί; Γιατί εμένα μου αρέσει. Τα χάδια σου τα χαίρεται μόνο η γάτα σου, στην οποία αναφέρεσαι αυτή τη στιγμή λέγοντας πως τις τελευταίες μέρες ήταν άρρωστη, ή μήπως χαϊδεύεις και κανα κορίτσι και δεν το ξέρω ακόμη; Όχι, αυτή η σκέψη με στρεσσάρει, τη διώχνω. Πόσο καιρό θα μας πάρει μέχρι να μου ζητήσεις να συγκατοικήσουμε; Πόσο σύντομα θα μου δώσεις αντικλείδι και τι μπρελόκ να κρεμάσω; Λογικά άλματα στη συλλογιστική μου πορεία τα οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μάθεις. Και δεν είναι καν Κυριακή βράδυ, είναι Δευτέρα και δεν μπορώ να δικαιολογηθώ. Γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά Δευτέρα βράδυ; Στο κάτω κάτω είσαι απλώς ένας τύπος. Ένας τύπος που αν καθόταν δίπλα μου σε ένα μπαρ, μετά από δυο τρεις μέρες, θα έπρεπε να μου θυμίσει το όνομά του για να τον αναγνωρίσω.

Πίνεις άλλη μια γουλιά, έχεις χαλαρώσει, σηκώνεσαι ν’ αλλάξεις τον δίσκο. Θέλω να σου πω να βάλεις Χαρούλα. Παναγιά μου, το θέμα έχει πάρει διαστάσεις και δεν μπορώ να το συμμαζέψω με τίποτα. Θέλω να σου τσιμπήσω τα μάγουλα, να σου βγάλω το τσιγάρο από το στόμα. Με κουράζει που καπνίζεις τόσο, αυτό θα είναι πρόβλημα στη σχέση μας, αλλά θα το κόψεις επειδή θα με αγαπάς και θα θέλεις να ‘μαι χαρούμενη. Ψέματα. Θέλω να σου στρίβω εγώ τα τσιγάρα σου από ‘δω και πέρα. Πρέπει να μάθω να στρίβω, δηλαδή. Θέλω να σου σιδερώνω τα πουκάμισα σου. Να βγαίνεις στον δρόμο ντυμένος με φρεσκοσιδερωμένα πουκαμισάκια από τα χεράκια μου και να ‘σαι ένας κούκλος να ‘σαι. Να σου φωτίζω τα μουντά σκατένια πρωινά, σαν αυτό σήμερα, που μάλλον τέτοιο σου φάνηκε. Να μπαίνω στην πρίζα και να φωτίζει ο κόσμος κιτρινάκι. Να κάνουμε πολλά παιδιά. Αγόρια, που θα μεγαλώσουν και θα κάθονται και αυτά θλιμμένα και θα πίνουν ουίσκι, μέχρι που θα τα ερωτευτεί ένα κορίτσι που θα τύχει απλώς να κάτσει δίπλα τους. Θέλεις να κανείς παιδιά; Εγώ δεν ξέρω αν θέλω. Δεν το είχα σκεφτεί μέχρι τώρα, αλλά θα το σκεφτώ και αυτό απόψε, Δευτέρα βράδυ. Δεν πειράζει αν δεν θέλεις παιδιά, αρκεί ν’ αρχίσεις να θέλεις τα δικά μου κάποια στιγμή. Και δεν με νοιάζει αν η μάνα σου έχει κάποιο τραγικό όνομα, όπως ας πούμε Καλλιόπη και έχει κανα σκάλωμα να δει εγγονάκι με τ’ όνομά της, πριν μας αφήσει χρόνους. Καλλιόπη θα το βγάλουμε το παιδί, μητέρα, ναι. Έχε χάρη που, αν δεν ήταν η μάνα σου, δεν θα υπήρχες ούτε εσύ. Καλλιόπη; Καλλιόπη. Φτάνει να σου αρέσουν τα καλοκαιρινά μου φορέματα και τα πόδια μου και να μη σε νοιάζει που είμαι σαν γάλα το καλοκαίρι και να μην έχεις καλύτερο κώλο από τον δικό μου, γιατί αυτό δεν θα το αντέξω, και τόση ώρα κάθεσαι και δεν μπορώ να καταλάβω. Φτάνει να γελάμε με τους παραγωγούς του τρίτου προγράμματος, όταν παρουσιάζουν τους μεγάλους συνθέτες από τη Ρωσία και την Αυστρία με αυτή τη βαρβάτη προφορά. Φτάνει να κλέψεις τις ανεμώνες από το βάζο απέναντι, τις κόκκινες και τις κίτρινες, ίσως και τις μωβ, που η Ελένη λέει πως είναι σαν μαρούλια και τόση ώρα τις διασύρει. Να τις βουτήξεις αυτή τη στιγμή με μια απότομη κίνηση, να μου τις χαρίσεις μπροστά σε όλους και να μην καταλάβει κανένας τι γίνεται. Κι ας το βγάλουμε Καλλιόπη το παιδί. Ακόμη και αγόρι να ‘ναι, πάλι ας το πούμε Καλλιόπη να χαρεί η μάνα σου. Διακόπτεις τον ειρμό μου και με ρωτάς τι σκέφτομαι τόση ώρα και δεν μιλάω. Τι να σκέφτομαι ρε Φοίβο, πες μου σε παρακαλώ ότι τη μάνα σου δεν τη λένε Καλλιόπη, γιατί σοβαρά τώρα, θα πεθάνω απόψε.


Και άσε επιτέλους κάτω αυτό το γαμημένο το ουίσκι.

κείμενο της Κιού
κολλάζ της Σελέστ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *