ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Μετ’εμποδίων

Μπαίνει η Α, γυναίκα από 25-30 ετών. Φοράει φανταχτερά ρούχα και παπούτσια, έχει σχετικά έντονο βάψιμο. Παρ’όλη την υπερβολή, είναι όμορφη.

Α: Θέλω να σταματήσω. Αλήθεια, το θέλω… Και προσπαθώ. Σε προειδοποιώ. Δεν νομίζω πως καταλαβαίνεις. Ξεκινάω από ένα μικρό ψεματάκι για να σπάσει ο πάγος και πριν καλά καλά το καταλάβω, θρέφω από μνήμης μια ολόκληρη σκευωρία. Και βασικά, γιατί να σταματήσω; Ένα ψέμα ακουμπάει μόλις στην γλώσσα και εμπεριέχει τον ύψιστο κίνδυνο: να πιαστείς. Φαντάσου ένα κόσμο μόνο με αλήθεια και μετά φαντάσου το πρόσωπου ενός ανθρώπου όταν του λες το τελευταίο πράγμα που περιμένει να ακούσει. «Χθες πήγα στον γιατρό και… είμαι άρρωστη.» Μπαμ! Η αντίδραση, η ξαφνική αμέριστη προσοχή σε εσένα, οι ερωτήσεις… Σου ζητάω μόνο να σκεφτείς την εσωτερική ικανότητα και την κοινωνική επιδεξιότητα που χρειάζεται για να υπολογίσεις το μέγεθος, το χτύπημα και τον απόηχο ενός ψέματος. Μέσα σε δευτερόλεπτα γίνομαι απόφοιτος του Ωδείου της Μόσχας που κληρονόμησε πρόσφατα έναν αυθεντικό Manet εξ αιτίας της γαλλίδας προ-προ-γιαγιάς μου Victorine , της γνωστής μούσας του. Αχ, η καημένη η Victorine, πέθανε από φυματίωση στους πνεύμονες. Λογικό με όλες αυτές τις χρωστικές από τις μπογιές! Υφαίνω, υφαίνω, υφαίνω και έχοντας για πινέλο αθέατες πτυχές μου και κρυφές επιθυμίες μου, χρωματίζω ό,τι είναι απαραίτητο. Χρωματίζω τη συνέχεια αυτού που άρχισα. Το νόημα; Προσωρινό – ή, καλύτερα, αστραπιαίο, φευγαλέο, ανεξαίρετα γοητευτικό. Μπορώ να θριαμβεύσω, να σοκάρω, να θρηνήσω, να συγκινήσω… Μπορώ να φέρω τον άλλον εκεί που είμαι. Εκεί που θα ήθελα να είμαι. Ένα είδος παγίδας για όλους τους αφελείς. Μια χαριτωμένη τιμωρία με κέρδος την εξουσία μου. Ένας ιστός που για να στηθεί χρειάζεται πίστη, χρώμα, παύσεις και μάτια. Δεν είμαι κανένα εμμονικό δεκαπεντάχρονο που λέει ασυναρτησίες… Είμαι καλλιτέχνης. Παρατηρώ τη ζωή για να δημιουργήσω τη μη-ζωή. Μπορώ να σου πω ένα ψέμα τόσο συγκεκριμένο που θα καθιερωθεί ως αλήθεια. Και, φυσικά, άμα θελήσεις να με διαψεύσεις, ας δοκιμάσεις. Δεν θα βρεις καμία απόδειξη και κανείς δεν θέλει έναν ψεύτη στο τραπέζι του, σωστά;

(Βγαίνει.)

Μπαίνει ο Β, άνδρας 30-35 ετών. Φοράει ρούχα σε γήινες αποχρώσεις και καφέ δερμάτινα παπούτσια. Κουβαλάει μια φτηνή μαύρη τσάντα ταχυδρόμου που φαίνεται κάπως παράταιρη.

Β: Αχ, εκείνα τα κορίτσια. Σίγουρα τις έχεις δει. Μεγάλα μάτια, προκλητικά μισάνοιχτα χείλη, ύφος 10 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ φοράνε τζιν μπουφάν και αρβυλάκια… Αυστηρά νεότερα από 23. Τις αποκαλώ «ελάφια» και εγώ είμαι απλώς ο αστικός παρατηρητής τους. Τις συναντάω συχνότερα σε μετρό να πολεμούν τον κόσμο σιωπηλά με τα ακουστικά τους και σε μικρά συνοικιακά καφέ με Σαρτρ, Μπρυκνέρ και Ντοστογιέφσκι απλωμένους επιδεικτικά πάνω στα τραπέζια τους. Όταν τις εντοπίζω, δεν μπορώ παρά να κοιτάζω. Καμιά φορά, άμα είμαι τυχερός, κάνουν την κίνηση και βγάζουν το νεσεσέρ από την τσάντα τους και αρχίζουν να βάφονται…Η ιεροτελεστεία των μικρών χεριών τους και του τρόπου που ανοίγουν το καπάκι του κραγιόν: στροβιλίζουν το μοχλό της αναμονής, τοποθετούν την υφή στο στόμα και απλώνουν. Στην περίπτωση υπερβολικής ποσότητας, φιλάνε την απόδειξη του καφέ τους…Εγώ στέκομαι κάπου παράμερα πίνοντας έναν κακοφτιαγμένο καφέ ή διαβάζοντας προχθεσινή εφημερίδα. Εκείνες αρχίζουν να με αντιλαμβάνονται. Σου λέω, με κοιτάζουν και έχουν καταλάβει ήδη το παιχνίδι. Και πίστεψέ με, παίζουν. Σιωπηλά, αλλά παίζουν…Πλέκουν λέξεις στο μυαλό τους, πλέκουν ατελείωτες συζητήσεις μαζί μου, το ξέρω. Φαντάζονται τα πρώτα μας ραντεβού, τα τυχαία αγγίγματα και τα φιλιά στα πάρκα. Με παρακαλάνε με τα κουταβίσια μάτια τους και για αυτό δεν τις πλησιάζω ποτέ. Μου δείχνουν -με τρόπο που επιτρέπει ο εγωισμός τους- πόσο μόνες είναι. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσω, γιατί αυτό που θα μπορούσα να θέλω από εκείνες είναι σαν ήδη να το έχω πάρει. Και μόλις αρχίζουν τα υπόγεια παρακάλια, απομακρύνομαι, από επιλογή. Τις εγκαταλείπω, φίλε, στη μιζέρια τους και στη μοναξιά τους και εγώ συνεχίζω την μέρα μου. Καταλαβαίνεις, τη νύχτα, τις γυναίκες, τους φίλους, τις υποχρεώσεις, τις ασχολίες, τα τόσα χόμπι μου τέλος πάντων!

(Βγαίνει.)

Μπαίνει η Γ. Κοπέλα μικρή σε ηλικία, όμως απροσδιόριστη. Εξαιρετικά γοητευτική.

Γ: Ξέρεις, χθες το βράδυ μου άγγιζε τα χείλη, τον λαιμό και ναι…όλο κατέβαινε. Είχαμε πιεί και δυο μπουκάλια κρασί… Άστο, χάλια έγινα. Αν ήταν ωραία λέει; Ε, βέβαια και ήταν, σου μιλάω για εραστή που έχει υπάρξει με κάθε τύπο γυναίκας…Όχι βέβαια, δεν ήταν ζιγκολό, απλά χόρευε σε εκείνο το μαγαζί για τρία χρόνια, μην το κάνεις και ζήτημα. Πολλά ρωτάς, αφού σου λέω μετά έφυγε. Από το δωμάτιο. Πού να ξέρω που πήγε, εσύ ποια είσαι και ρωτάς τόσα πολλά; Τι θες να μάθεις τέλος πάντων; Όχι, μου έφτιαξε πρώτα το αγαπημένο μου πρωινό και μετά με ρώτησε εάν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί του. Δεν θυμάμαι τι απάντησα. Ξέρεις, είναι που απλά εγώ δεν μπορώ τους άντρες που σε αγαπάνε τόσο εύκολα τόσο γρήγορα, το ξέρεις αυτό. Τι εννοείς να του το ‘λεγα; Να πάω να πω σε έναν ολοκληρωτικά άγνωστο στον δρόμο ότι τον αγαπάω κιόλας? Ναι, δεν θυμάμαι ή κρεβάτι ήταν ή δρόμος. Πρέπει να ‘ταν ή εραστής μου ή απλώς περαστικός. Δεν είμαι σίγουρη. Γνωστή φυσιογνωμία πάντως. Με κούρασες, εσύ και οι ψευτοηθικολογίες σου. Ενήλικη είμαι και νομίζω πως μπορώ να χειριστώ μια τόσο απλή κατάσταση. Θα πάω κιόλας να ετοιμαστώ για να τον δω. Λες να προτιμάει κάτι σε σατέν ή κάτι σε δαντέλα? Μακάρι να θυμόμουν και πόσα λεφτά βγάζει το χρόνο, να ξέρω δηλαδή, θα το σκίσει και θα μου αγοράσει άλλο ή θα μ’αφήσει έτσι;! Α, και να σε ρωτήσω, μήπως θυμάσαι πως λέγαν την μητέρα μου; Ξέρεις, σε περίπτωση που με ρωτήσει δεν θα ήθελα ένα μικρό κενό μνήμης να μπει ανάμεσα μας…Και φυσικά αγαπάω την μητέρα μου απλά κάποιες φορές μου διαφεύγει το όνομα της. Επίσης, είχαμε γάτες ή χρυσόψαρα στο σπίτι; Γιατί από πάντα πεθαίναν τα χρυσόψαρα…Άρα από πάντα πρέπει να είχαμε γάτες στο σπίτι, γιατί πεθαίναν τα χρυσόψαρα και εμείς τα θάβαμε στις γλάστρες στο μπαλκόνι…

(Βγαίνει.)

κείμενο της Ειρήνης Μπαζάνη
σχέδιο της Μαρτζ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *