ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Perfect Blue: Το Μπλε Δεν Ήταν Ποτέ Τρομακτικότερο

Το περασμένο Σάββατο, είχα την χαρά να προλογίζω την ταινιάρα του Satoshi Kon «Pefect Blue» στο πλαίσιο του Midnight Express, μιας μεταμεσονύχτιας, κινηματογραφικής συνάντησης σινεφίλ και μη, στις στέγες της στα Εξάρχεια. Και με αφορμή αυτό, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτο σκηνοθετών στον χώρο του anime- και όχι μόνο.  

Ξεκινώντας από τα βασικά, το anime δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που λέμε animation, απλά αναφέρεται μονάχα στις ιαπωνικές παραγωγές. Ξεκίνησε στις αρχές του 20ου αιώνα, εξελίχθηκε και διαμορφώθηκε γύρω στα 70s και το ’80 είχε ήδη γίνει mainstream στην Ιαπωνία. Έχει κυρίως θεματολογία γύρω από την επιστημονική φαντασία, ρομπότ, cuberpunk, post apocalyptic σκηνικά κι όλα αυτά τα ωραία και οπτικά το ξεχωρίζεις πολύ εύκολα λόγω του τρόπου κινηματογράφησης, αλλά και του τρόπου σχεδιασμού των χαρακτήρων. Προσωπικά, παρατηρώ την κυριαρχία του χαμηλού κορεσμού των χρωμάτων, των υπερβολικών- σε ένταση- κινήσεων, των διογκωμένων χαρακτηριστικών στα πρόσωπα, των στατικών πλάνων, των παύσεων μεταξύ των διαλόγων και άλλα χίλια δύο πράγματα που δεν τα γράφω, για να βρείτε κι εσείς τίποτα.


Μία από τις πιο σημαντικές ταινίες anime είναι το «Akira» του 1988 (το οποίο προβλήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο από το Midnight Express για πρώτη φορά στην Ελλάδα) που έγινε παγκόσμια επιτυχία και άνοιξε πλέον το δρόμο για την αναγνώριση των anime και στον δυτικό κόσμο, με αποκορύφωμα το Oscar στο «Spirited Away» του Hayao Miyazaki το 2003 και τη συμμετοχή του «Ghost in the Shell 2» του Mamoru Oshii στο Φεστιβάλ των Κανών, την επόμενη χρονιά. 

Αυτό που φαντάζομαι πως κάνει εντύπωση από την αρχή κιόλας της ταινίας είναι το ότι η αισθητική του «Perfect Blue» δεν εντάσσεται σε αυτή των κλασσικών anime. Αντιθέτως, πρόκειται για κάτι πολύ οικείο στο μάτι. Οι χαρακτήρες δεν είναι εξωπραγματικά όμορφοι και αψεγάδιαστοι, με τεράστια μάτια που λάμπουν και υπερβολικές κινήσεις, και δεν ντύνονται εκκεντρικά. Δεν ωρύονται, δεν κάνουν τρελές παύσεις, δεν κάνουν σχεδόν τίποτα που θα σε «πετάξει» έξω από ένα ρεαλιστικό πλαίσιο. Απλά είναι καρτούν. Το οποίο οκ, σε πετάει λίγο, αλλά με λίγη θέληση…

Fun Fact! H ταινία δεν ήταν προκαθορισμένη να είναι animation, αλλά λόγω budget κατέληξε να γίνει. Ίσως και γι’ αυτό να μπαίνουμε σε ένα τρυπάκι πως αυτό που βλέπουμε ανταποκρίνεται σε μία γνώριμη σε εμάς πραγματικότητα. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για την έκβαση της ιστορίας. Γιατί, με έναν τρόπο, μας κοντρολάρει απόλυτα. Ό,τι μας σερβίρει μετά, το τρώμε. Γιατί; Γιατί το αναγνωρίζουμε και μας φαίνεται πιθανό. Κι εδώ έρχεται ο τρόμος.


Το «Perfect Blue» είναι μία ταινία μυστηρίου. Και, για να γίνουμε ακόμα πιο fancy, θα μπορούσαμε να πούμε πως παραπέμπει στο είδος «giallo» (τζάλο). «Giallo» στα ιταλικά σημαίνει κίτρινο και ο όρος αυτός ξεκίνησε για να περιγράψει κάποια φθηνά μυθιστορήματα μυστηρίου, τα οποία ξεχώριζαν χάρη στο χαρακτηριστικό κίτρινο εξώφυλλό τους. Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε και στο σινεμά και αναφέρεται σε ταινίες θρίλερ με έντονα στοιχεία μυστηρίου, slasher ή και κατασκοπικά. Το «giallo» σαν είδος εξερευνά πολύ τη γυναικεία ψυχολογία, καθώς πολλές φορές, οι ταινίες αυτές έχουν ως πρωταγωνίστρια μία κατεστραμμένη ψυχικά γυναίκα. Ακούγεται συχνά η άποψη πως το Pefect Blue θυμίζει την ατμόσφαιρα του Dario Argentο, ενός σκηνοθέτη που έχει συνδεθεί με το είδος, ο οποίος έχει δηλώσει κιόλας πως έχει επηρεαστεί από πολλά manga.

Πολλοί το ονομάζουν και θρίλερ ή horror κι αυτό γιατί είσαι σε ένα μόνιμο state ανησυχίας. Ένα «τι γίνεται ρε μαλάκα εδώ πέρα;». Και κάπως έτσι είναι κι η πρωταγωνίστρια, μεταξύ μας. Βρίσκεται σε μία μόνιμη αναζήτηση της αλήθειας και του εαυτού της. Κι είναι απόλυτα χαμένη καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της αναζήτησης. Η μαεστρία του σκηνοθέτη στις εναλλαγές μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας είναι αξιοζήλευτη- και φαντάζομαι το ήξερε κι ο ίδιος, γιατί είναι ένα βασικό μοτίβο στη δουλειά του. Μένω κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό στον τρόπο κινηματογράφησης της ταινίας. Η χρήση ειδώλων, αντανακλάσεων και λοιπών μέσων που δηλώνουν διαχωρισμό-κατακερματισμό της προσωπικότητας της Μίμα είναι υπέροχα δοσμένες με κάθε πιθανή ευκαιρία. Τα χρώματα έχουν σημασία σε κάθε πλάνο και οι κινήσεις είναι τόσες, όσες πρέπει. Όλα συνδέονται αριστοτεχνικά και κάνουν τον θεατή να χάνεται μες το κόσμο της ταινίας, χωρίς καν να το συνειδητοποιεί. Κι αυτό είναι μεγάλο στοίχημα· το οποίο κερδίζει με ευκολία.

Αν κάπως πρέπει να περιγράψω τη ταινία με μία πρόταση, αυτή θα ήταν πως: «για τον Satoshi Kon, το perfect blue, είναι μάλλον μια πολύ σκοτεινή απόχρωση του μπλε». 

(Ακολουθούν μερικές σημείωσεις που κράτησα την ώρα που έβλεπα την ταινία -τις οποίες καθαροέγραψα, για να μπορείτε να καταλάβετε τι γράφω. Δεν είμαι τόσο επιμελής.)



κείμενο της Λυδίας 
σχέδιο της Άννας 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *