ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Ιστορίες που λέμε κοιτώντας το Κενό

Δεν θα μιλήσω για εμάς.
Θα σε σκεφτώ να ζεις με άλλες.
Το είχες κάνει, θα το κάνεις.
Εγώ πέφτω στο βάραθρο του χρόνου, μου το άνοιξες εσύ.
Μου χάρισες έναν βατήρα και είπες, κάνε ένα σάλτο να σε δω και έπειτα ρίξου με φιγούρα.
Βρίσκομαι πάνω στον βατήρα. Δεν θα μιλήσω για εμάς. Και θα μετρήσω αντιστρόφως.

Πέντε.

Διασχίζω την Τρικούπη, σε βλέπω να περνάς, να φτάνεις στην οδό σου. Απόψε θα έρθουν φίλοι σας. Η Γυναίκα έχει φτιάξει φαγητό, το παιδί είναι μικρό, όλο γελάει. Είναι κάποια χρόνια πριν. Φτάνω στην οδό σου και έχετε κατέβει όλοι μαζί για βόλτα. Θα περάσετε ωραία. Θα γυρίσετε μαζί. Δεν ξέρω τίποτα για εσάς. Μα ξέρω ίσως κάποια πράγματα για σένα. Διασχίζω άλλη μέρα την Τρικούπη, πλησιάζω στην οδό σου κι είναι κλεισμένη από ένα φορτηγό, μπλοκαρισμένη από ένα τέλος. Σε βλέπω να βοηθάς στη μετακίνηση του καναπέ. Σου λέω, πόσο έχει το νοίκι, ρωτάω, γιατί ψάχνω. Μου λες, Μαρία δεν είμαι καλά, δεν θέλω να μιλήσω. Και με κοιτάς σαν να έχεις έρθει από το μέλλον. Και με αποτρέπεις σαν να ξέρεις. Η Γυναίκα. Το παιδί. Εσύ που μεταφέρεις ένα τραπεζάκι του καφέ. Κι εγώ, εγώ που προσπερνάω την οδό σας, αναρωτιέμαι ποιο να είναι τ’ όνομά σου.

Τέσσερα.

Περνάω ένα τριήμερο στην πόλη που μισώ. Κάτι με έχει σύρει να της δώσω μία ακόμα ευκαιρία. Βγαίνω το βράδυ σ’ ένα μπαρ. Είναι πολλά πια χρόνια πριν. Σε βλέπω να μιλάς με μία Γυναίκα. Φαίνεται πως την έχεις. Βγάζεις ένα μικρό μπουκάλι κόκα κόλα στα κρυφά. Της λες να σε καλύψει. Γεμίζεις το ποτήρι σου ποτό κι ο μπάρμαν ούτε που σε βλέπει. Το ανεβάζεις και στην μπάρα. Αυτή γελάει πονηρά, εσύ σηκώνεις τα φρύδια κι έρχεσαι κοντά της. Της ψιθυρίζεις κάτι, δεν μπορώ να το ακούσω. Διαβάζω έμπειρα μυστηριωδώς τα χείλη σου από την άλλη άκρη του μαγαζιού, της λένε: Αυτή είναι η αρχή του πιο λαμπρού μονοπατιού. Κι ύστερα παύση. Φαίνεται πως την έχεις. Σας πλησιάζω για άλλο ένα ποτό στο μπαρ, χαλάω λίγο τη στιγμή κι εσύ κοιτάζεις τη δικιά σου, με δείχνεις με το βλέμμα και κάτι φαίνεται να λες: σου έχω πει πόσο μισώ την ανθρωπότητα; Δεν το ακούω από σένα δυνατά, το ακούω να παίζει στο κεφάλι μου με τη φωνή σου. Κι αυτή γελάει συνωμοτικά, μην παίρνοντας τα μάτια από πάνω σου. Αυτή δεν τη μισεί την ανθρωπότητα, σου λέει. Σου λέει να γλυκάνεις. Ώστε το πέτυχα. Σε ξέρω. Παίρνω γεμάτο το ποτό μου και το κερνάω στην κοπέλα. Τη φιλάω δίπλα στο στόμα, της λέω με θλίψη, φύγε.  Κοιτάς ντροπιασμένος και περιμένεις να δεις τι θα κάνει η δικιά σου. Η δικιά σου, λοιπόν, κατεβάζει μονορούφι το ποτό, με παίρνει απ’ το χέρι. Τρέχουμε σαν κυνηγημένες μες στη νύχτα.
Τρία.

Βόρεια. Έχω έρθει με το Α7. Μαζί μου είναι ο Γιώργος. Μια απ’ τις τελευταίες μας βόλτες πριν μετακομίσει στα Χανιά. Φοράει εκείνο το πουκάμισο το μπλε, είναι καλός και φρεσκοκουρεμένος. Καθόμαστε να φάμε πίτσα και δίνουμε αρκετά λεφτά, δεν έπρεπε να έχουμε έρθει εδώ. Χαλάλι. Μιλάμε, σχεδιάζουμε το μέλλον στο περίπου και φιλιόμαστε. Τίποτα να σηκώνει δεύτερη ανάγνωση και τρίτη. Είμαστε δεκαοχτώ. Στον δρόμο για τη στάση, εμείς πιασμένοι χέρι-χέρι και ξέρω μονάχα να μελαγχολώ με τρόπο που δεν είναι αβάσταχτος, ακόμα. Απότομα, περνάει ανάμεσά μας μια Κοπέλα, μας χωρίζει. Πάω να τη βρίσω, αλλά εσύ με προλαβαίνεις. Ακούγεσαι λαχανιασμένος παραπίσω μας και κάνεις να τη φτάσεις, ώσπου σε βλέπω πλέον στο πεδίο μας. Γαμώ το σπίτι σου, Χριστίνα, μην τρέχεις λίγο, να μιλήσουμε. Η Κοπέλα δεν σου δίνει σημασία. Είναι γύρω στα είκοσι εφτά, μου φαίνεται αρχέτυπο Κοπέλας των Βορείων. Είναι ντυμένη απλά, μα ακριβά, και το άρωμά της, όπως πέρασε, έμεινε στον αέρα. Νάρσικο Ροντρίγκεζ. Εγώ φοράω βανίλια.

Ένα είναι το καλύτερο γυναικείο άρωμα, Μαράκι μου. Νάρσικο Ροντρίγκεζ.
Εγώ φοράω βανίλια.

Την έχεις σχεδόν φτάσει. Εγώ κι ο Γιώργος κινούμαστε αργά, να προλάβουμε να δούμε τι θα γίνει, κάνουμε κέφι να γελάσουμε με το δράμα των πλουσίων. Εκείνη μπαίνει σ’ ένα αμάξι. Και πριν προλάβει να ξεκινήσει, ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις και συ. Παρατηρούμε τα στόματά σας να ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα, όσο ανεπαίσθητα βγαίνει απ’ το τζάμι του αμαξιού ο ήχος των κραυγών σας. Σκέφτομαι, εγώ κι ο Γιώργος ποτέ έτσι, κοίταξε να δεις που κάποια ζευγάρια δυσκολεύονται πολύ. Ο Γιώργος καταλήγει, ποιος ξέρει τι του έκανε η μαλάκω. Σας κοιτάμε πλέον από τη στάση. Εκείνη αρχίζει να κλαίει και εσύ να τρέμεις. Σε αυτό το σημείο δεν είμαστε οι μόνοι που παρακολουθούμε. Οι φωνές σας είναι ασυνάρτητες, η μάσκαρα της Κοπέλας έχει διαλυθεί, εσύ φαίνεσαι φοβισμένος. Πριν βαρεθούμε να χαζεύουμε το σκηνικό, η Κοπέλα σηκώνει  το χέρι στο ύψος του στόματός σου και σπρώχνει ευθεία με τα δάχτυλα μπουνιά. Αίμα. Και μόλις έφτασε το λεωφορείο. Μπαίνουμε και επιστρέφουμε Ερυθρό, σκεφτόμαστε αν άραγε γυρίσατε στο σπίτι ζωντανοί.

Την επόμενη μέρα μπαίνω στο κοντινότερο χόντος σέντερ και ρωτάω αν έχουν κάποια έκπτωση στα Νάρσικο Ροντρίγκεζ.
Δύο.

Είμαι δασκάλα σ’ ένα πατρινό δημοτικό. Στο τμήμα μου υπάρχει μια Μαρία. Η αδυναμία μου. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, κάτι μου φαίνεται να έχουμε κοινό με τούτο το κορίτσι, κι ας μας χωρίζουν τόσα χρόνια. Σας διδάσκω δύο ώρες γλώσσα, έπειτα μαθηματικά. Σου ζητάω να σηκωθείς στον πίνακα, να έρθεις να μας δείξεις πώς γράφεται η λέξη «συγχωρώ». Δεν με ακούς με τίποτα, χαζεύεις, όπως βλέπω, τη Μαρία. Έρχομαι πάνω απ’ το θρανίο σου και σε σκουντάω απαλά. Η τάξη ολόκληρη γελάει και η Μαρία κοκκινίζει. Σηκώνεσαι. Και γράφεις «σινχορώ».

Στο διάλειμμα, εσύ βγαίνεις να παίξεις στο προαύλιο, ενώ η Μαρία δεν βγαίνει καν από την τάξη. Σε χαζεύει απ’ το παράθυρο να κάνεις τρίπλες μ’ ένα κουτάκι από χυμό. Την πλησιάζω να τη συμβουλέψω όπως μονάχα μία συνονόματή της ξέρει. Της λέω, Μαράκι, μην φοβάσαι· στο μέλλον θα μας γράψει ένα τραγούδι και θα προφέρει τ’ όνομά μας ακόμα και πολύ μετά το τέλος.

Ένα.

Θ’ αλλάξεις γειτονιά. Δεν ξέρω πού θα πας, μα θα βρεθείς στο ματς πόιντ ένα βράδυ. Εγώ θα πηγαίνω ακόμα μόνη εκεί καμία φορά. Θα σας δω. Θα καταλάβω ότι δεν την αγαπάς. Αυτή δεν θα το ξέρει ακόμα. Θα γίνω αόρατη. Θα σας ακολουθήσω και θα δω πως πέρασες στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου. Δεν πήγες τελικά και τόσο μακριά. Θα μπω μαζί σας στο ασανσέρ, θα τη φιλάς μέχρι ν’ ανέβει. Το νέο σου σπίτι είναι μικρό. Επεξεργάζομαι τον χώρο, ενώ φιλιέστε με μανία. Έχεις ακόμα το φωτιστικό-υδρόγειο σφαίρα. Τα χέρια σου στο στήθος της, μικρό σαν το δικό μου. Έχεις ακόμα ένα ζευγάρι ξύλινα σπαθιά. Αυτή γδύνεται μόνη της, σε θέλει τώρα, δεν κρατιέται. Τα ίδια κόφι τέιμπλ μπουκς. Και ξεκινάει να κατεβαίνει.

Πάω στο μπάνιο. Έχεις ακόμα τα ξεβαφτικά μου. Όχι, δικά της θα είναι. Ξεβάφομαι με το γαλάκτωμά της. Πετάω τους φακούς μου στα σκουπίδια.

Ξαπλώνω στη μέση του κρεβατιού, όσο σας ακούω να πηδιέστε στο σαλόνι, κλείνω τα μάτια, περιμένω. Να ‘ρθείτε μέσα και να μπω στο σώμα της. Να σου χαρίσω μία ανεπανάληπτη εμπειρία. Ακούω τα βήματά σας, ξαφνικά είστε μπροστά μου. Τη σπρώχνεις στο κρεβάτι και ξεκινάς να τη γαμάς. Το βλέμμα σου αστράφτει με την αίσθηση. Τρομάζεις. Τη διώχνεις άρον άρον και αρχίζεις να κλαις. Με παίρνεις τηλέφωνο, είναι τρεις τα χαράματα. Το κινητό μου χτυπάει στην ξεχασμένη τσάντα της Γυναίκας. Πετάγομαι απ’ το κρεβάτι για να πάω να το σηκώσω. Εσύ τρέμεις. Στο χολ, αρχίζω και παίρνω μορφή. Ώσπου να φτάσω στο σαλόνι, έχω και πάλι το σώμα μου. Αυτό που ξέρεις.Το σηκώνω. Με ρωτάς, πού είσαι. Σου απαντάω. Αρκετά κοντά ώστε να με πληγώσεις
Μηδέν.

Τρέχουμε σαν κυνηγημένες μες στη νύχτα. Αυτή με ρωτάει για σένα. Πού σε ξέρω. Της απαντάω πως δεν σε έχω δει ποτέ μου, δεν γνωρίζω το όνομά σου, ότι δεν ξέρω πως είναι τα μαλλιά σου όταν ξυπνάς, ότι δεν είμαι σίγουρη αν τα μάτια σου είναι πράσινα ή σκούρα. Ότι δεν ξέρω ποια είναι η έμμονη παραγγελία σου στα μπαρ. Με ρωτάει για σένα και της λέω πως δεν σε ξέρω, μα πως γνωρίζω εκείνη απίστευτα καλά. Την παίρνω αγκαλιά. Της λέω επί λέξει

αυτή είναι η αρχή του πιο λαμπρού μονοπατιού.

Με κοιτάει συνωμοτικά. Δεν μισεί την ανθρωπότητα. Είναι γλυκιά και νέα. Την έσωσα. 

Κάνω ένα άλμα στο παρόν. Βρίσκομαι πάνω στον βατήρα. Δεν έχω άλλους αριθμούς. Νομίζω δεν θα πέσω με φιγούρα. Σκέφτομαι να μην πέσω και καθόλου. Εκείνη τη στιγμή στραβοπατάω, το κενό με κάνει μια χαψιά, χωρίς πολλά πολλά και έπειτα κλείνει. 

Φτάνεις στο ύστατο λεπτό και ο βατήρας βρίσκεται ακόμα σε ταλάντωση. Κενό πουθενά. Κοπέλα ούτε για δείγμα. 

Το επόμενο πρωί, ξυπνάς με όρεξη και ελπίδα. Ένα φορτηγό φτάνει κάτω από το σπίτι σου, σταματάει και γεμίζει. Οδηγεί όλα σου τα πράγματα στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου κι εσύ το ακολουθείς με το αμάξι σου από πίσω.

κείμενο της Σελέστ
σχέδια της Stoufa Mathers

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *