ΠΡΟΣΩΠΑ

Η Γεωργία Ζάχαρη Πλέκει στις Άκρες του Κόσμου κι Αυτός δεν Τελειώνει

Μία μέρα πριν αρχίσει το lockdown έψαχνα να βρω τον «Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας», γιατί είχαμε αποφασίσει με τη Γεωργία να το διαβάζουμε μέσα στην καραντίνα- η «Πανούκλα» του Καμύ ήταν μια επιλογή που απορρίψαμε αμέσως. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο, δεν μπόρεσα να ξαναδιαβάσω πάνω από δέκα σελίδες. Γύρισα, λοιπόν, το ενδιαφέρον μου προς το “The End of the F*** World” και κατέληξα να βλέπω και το “Orange is the New Black” έως την τέταρτη σεζόν, παρόλο που στην ουσία τελειώνει μετά την πρώτη. Κάπου στο ανάμεσο είδα και τη μαμά μου να βλέπει το 2012 και το είδα κι αυτό για έκτη ίσως φορά στη ζωή μου. Δευτερόλεπτα πριν αρχίσω να ακούω σε επανάληψη το The End of the World της Sharon van Etten, στη γενικότερή μου προσπάθεια να ταυτιστώ με μία κατάσταση της οποία ζω το 0,01%, ανακοινώθηκε η άρση της απαγόρευσης κυκλοφορίας. Μεταξύ, όμως, του τρίτου κύκλου του “Orange is the New Black” και του χορού με τη Sharon, τρεις μέρες πριν την άρση, έπεσα πάνω στο «Εγχειρίδιο Κεντήματος για το Τέλος του Κόσμου», που είχα πάρει πέρσι στο ComicDom Con., το κόμικ, δηλαδή, της Γεωργίας Ζάχαρη, η οποία κατάφερε να ξαναδιαβάσει περισσότερες σελίδες από τον Μαρκέζ κατά τη διάρκεια της καραντίνας.

Έτσι, στις 4 Μαΐου έκανα μια αρκετά πρωινή βιντεοκλήση με τη Γεωργία, ενώ έτρωγα τα δημητριακά μου.

Σχετικά με την Ιστορία του Τέλους του Κόσμου και την Ιστορία του Κεντήματος
Όταν της ζήτησα να μου πει με λίγα λόγια την πλοκή του κόμικ, μου μίλησε για μια παρέα παιδιών αμφισβητήσιμης ηλικίας:

«Για εμένα ήταν σίγουρα στην ηλικία μου, όταν το έγραφα. Είναι σε αυτό το ενδιάμεσο κομμάτι στο οποίο πραγματικά ενηλικιώνεσαι. Φοιτητές, βασικά· και νομίζω για μένα είναι σημαντικό το ότι είναι φοιτητές, γιατί έχουν λίγο πιο εξελιγμένη άποψη για τα πράγματα, από ό,τι έχεις όταν είσαι συνήθως στο γυμνάσιο ή στο λύκειο, ηλικία που κατά βάση βλέπουμε να σώζει τον κόσμο. Είναι μεγαλύτεροι, όμως, και κάνουν διακοπές στο χωριό τους, όπως κάνουν κάθε καλοκαίρι, από όταν ήταν πάρα πολύ μικροί, και μένουν με τις γιαγιάδες τους. Και εκεί πέρα που σκέφτονται πως
“α τι κρίμα έρχεται το τέλος του καλοκαιριού και πρέπει να γυρίσουμε σπίτι”, τελικά δεν πρέπει να γυρίσουνε σπίτι, γιατί έρχεται και το τέλος του κόσμου, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, γιατί μία από αυτούς ανακαλύπτει μέσα από ένα όνειρο ότι ο κόσμος μας είναι στην ουσία ένα υφαντό το οποίο υπάρχει σε έναν τελείως υπερβατικό χώρο και το φτιάχνει…ένα τεράστιο πλάσμα.»

Πριν συνεχίσω, πρέπει να σημειωθεί ότι το πλάσμα αυτό ονομάζεται «Υφάντρα», γιατί, αν λεγόταν «Υφαντής», θα θύμιζε τα σαλάμια- όπως λέει και η ίδια στο κόμικ. Στο α’ και στο β’ μέρος του Εγχειριδίου Κεντήματος, λοιπόν, η Μάγια, η Ισμήνη, ο Ορέστης και η Μαρίνα ανακαλύπτουν ότι ο κόσμος ξε-υφαίνεται ή ξηλώνεται και με όσες γιαγιάδες μπορούν να μαζέψουν αποφασίζουν ότι πρέπει να τον ξανα-υφάνουν, για να τον σώσουν.

«Η ιδέα για το πλεκτό βασικά είναι αυτό που ξεκίνησε την όλη ιστορία. Κάποια στιγμή, όταν έγραφα την πτυχιακή μου, η οποία αφορούσε τα ελληνικά comics και το αστικό τοπίο, διάβαζα ένα βιβλίο το οποίο αφορούσε στην πόλη και την πολεοδομία και που δεν τελείωσα ποτέ, γιατί δεν νομίζω ότι ποτέ κανείς τελείωσε ολόκληρο βιβλίο το οποίο διάβαζε για την πτυχιακή του (γέλια). Σε ένα σημείο, λοιπόν, όπου και αναφερόταν στη μνήμη και στη σχέση της πόλης με τη μνήμη, μιλούσε για τον μύθο τη Πηνελόπης, η οποία όσο έλειπε ο Οδυσσέας, για να μην παντρευτεί τους μνηστήρες, έλεγε ότι υφαίνει το σάβανο για τον πεθερό της και ότι, όταν το τελειώσει, θα παντρευτεί έναν από αυτούς. Και το βράδυ, πήγαινε και το ξήλωνε. Η ερμηνεία που έδινε το βιβλίο αυτό ήταν ότι η ύφανση είναι μία πράξη θύμησης, μια πράξη μνήμης, και το ξήλωμα μία πράξη λησμονιάς. Και το ενδιαφέρον σε όλο αυτό είναι το ότι, ενώ σίγουρα το πλεκτό ως ανάμνηση υπάρχει ως ιδέα γενικά και το είχα ακούσει πριν από αυτό, αυτό το πράγμα είναι μια πράξη και το κάνεις επίτηδες και, επίσης, ότι ξεχνάς επίτηδες και μπορείς να ξεχάσεις επίτηδες· ότι αυτή η καταστροφή του συμβολικού ή πραγματικού πλεκτού είναι μια τέτοια πράξη λησμονιάς. »


Έβγαζε πολύ νόημα ο ενθουσιασμός της Γεωργίας με την εξωτερίκευση της λησμονιάς και της θύμησης σε εκούσια πράξη, όσο είχα στο μυαλό μου αυτά που μου είχε πει πιο πριν. Όταν διάβαζα το κόμικ της, παρατηρούσα ότι κάθε στιγμή που η κατάσταση φορτιζόταν, κάθε στιγμή που οι χαρακτήρες ήταν έτοιμη να ζήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή υπαρξιακή κρίση που μπορεί να χωρέσει σε χαρτί λίγο μεγαλύτερο από μισό Α4, ήταν λες και τους λυπόταν και για αυτό τους έβαζε αμέσως να τρώνε παγωτό, να πηγαίνουν να χορέψουν, να κάνουν ένα μπάνιο στη θάλασσα, μέχρι που το πράγμα έφτιαχνε κάπως.

«Κοίταξε νομίζω ότι, εάν τα υπαρξιακά μου κι εμένα αυτή τη στιγμή είχαν το περιθώριο να εκφραστούν σε έναν χώρο όπου θα μπορούσα να είμαι με φίλους, όντως θα χόρευα, θα πήγαινα για μπάνιο ή θα έτρωγα μαζί τους παγωτό. Δεν είναι ότι λυπάμαι τους χαρακτήρες, αλλά θεωρώ ότι αυτή είναι πολλές φορές η έκφραση αυτών των αγχών. Όντως, τη μέρα που ανακοινώθηκε ότι θα μπούμε σε lockdown, ενώ είχα ήδη μείνει στο σπίτι για δεκαπέντε μέρες, έφυγα και έκανα μια βόλτα με μια φίλη μου που έχει σκύλο. Και συνάντησα άλλες δύο φίλες μου που θα συζούσαν για την καραντίνα και μετά ήρθε και ένας φίλος μας και πίναμε μπύρες και αυτή, ξέρεις, ήταν η τελευταία κοινωνική μου έξοδος που έκανα με άτομα που δεν συζούμε. Και πίναμε μπύρες και αράξαμε και μιλάγαμε και κάποια στιγμή όντως χορέψαμε και ήταν πολύ λυτρωτικό με έναν τρόπο να μπορείς να εκφραστείς σωματικά. Γενικά, νιώθω ότι ως δυτικός πολιτισμός έχουμε μια πολύ περίεργη σχέση σώματος και πνεύματος.»

Κι αφού συμφώνησα, είπε:

«Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει στο κόμικ για μένα είναι ότι ο κόσμος γύρω μας είναι ένας κόσμος ο οποίος δεν είναι θεωρητικός, αλλά ένας κόσμος από ύλη. Είμαστε σώματα και αγγίζουμε αντικείμενα και φοράμε ρούχα και ζούμε σε έναν κόσμο που είναι ο ίδιος ύλη.  Και όταν αυτός καταστρέφεται, όπως το ζουν οι χαρακτήρες στο κόμικ, νομίζω είναι επόμενο να σκεφτείς το τι είναι αυτός ο κόσμος και για εμένα αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα το οποίο προσπαθώ να αντιμετωπίσω γράφοντας αυτή την ιστορία. Νομίζω ένα μεγάλο μέρος του είναι το πώς ζούμε το φυσικό μας περιβάλλον. Αντίστοιχα σημαντικό με το να σώσεις το μεγαλύτερο ιστορικό μνημείο του κόσμου είναι και το να μπορείς να χορέψεις ή να φας μπριάμ. Ειδικά αυτή η αίσθηση της θάλασσας είναι μια πολύ λυτρωτική στιγμή για εμένα στο κόμικ, γιατί είναι όταν καταλαβαίνουν ότι αυτό που κάνουν μπορεί τελικά να επιτευχθεί, γίνεται να σώσουν τον κόσμο. Και η λύτρωση εκεί είναι ένα σωματικό συναίσθημα και είναι μάλλον τελικά στην καρδιά αυτού του κόμικ, παρόλο που όταν ξεκίνησα να το γράφω είχα περισσότερο στο κεφάλι μου το πολιτιστικό υπόβαθρο.»


Η Ιδέα, το Κουκούλι και το Αποτέλεσμα
Έχοντας, πλέον, τα βασικά σημεία του κόμικ και την προέλευσή τους στο κεφάλι μου, αναρωτήθηκα για το πώς αυτά συνδυάστηκαν, για το τελικό αποτέλεσμα.

«Αυτό [εννοεί η σύνδεση της ύφανσης με τη θύμηση και της διάλυσης του υφαντού με τη λήθη] μου είχε φανεί πάρα πολύ ενδιαφέρον και το σημείωσα κάπου και μετά το άφησα για κάποιο καιρό και σκεφτόμουν ότι θα έκανα μια πολύ σύντομη ιστορία που θα είχε στον πυρήνα της αυτή τη φράση. Και τελικά βγήκε μια μεγάλη ιστορία! Αυτό που συμβαίνει κυρίως με το πώς λειτουργώ εγώ όσον αφορά σε ιδέες που μου έρχονται τελείως οργανικά είναι ότι συνήθως έχω μια φοβερή αναλαμπή και μετά απλά περιμένω μερικούς μήνες ή δεν ξέρω μερικά χρόνια, κατά τους οποίους νιώθω ότι μπαίνει σε ένα κουκούλι στο μυαλό και αρχίζει να εκκολάπτεται σιγά σιγά. Κάτι άλλο, κάποια άλλη στιγμή μετά, το κάνει trigger και εμένα μου φαίνεται ξαφνικά τέλεια διαμορφωμένο, αλλά στην πραγματικότητα θέλει καιρό, για να βγάλει νόημα, όχι μόνο για εμένα αλλά και για τους υπόλοιπους. Νομίζω, δηλαδή, ότι αυτό που συνέβη με τα κεντήματα είναι ότι είχα αυτή την ιδέα, δεν ήμουν σίγουρη πώς θα λειτουργήσει, δεν ήθελα να λειτουργήσει σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο αφήγησης- παρόλο που τελικά λειτούργησε σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο αφήγησης- και από εκεί και πέρα νομίζω χάζευα στο tumblr πάρα πολύ κουρασμένη, επειδή μόλις είχα δώσει ένα μάθημα ή κάτι τέτοιο και είχε αυτές τις εικόνες που έχουν πειράξει τον ουρανό με τα αστέρια και φαίνεται η γη χωρίς νέφος ή κάτι τέτοιο (και αυτό ίσως είναι spoiler για το τρίτο μέρος), αλλά εν πάση περιπτώσει τότε συνέβη κάτι που μου είπε: θα δέσει έτσι κι έτσι και θέλω αυτές τις σκηνές και θα γίνει αυτό.

Έπειτα, προφανώς, θέλει πάρα πολλή δουλειά, γιατί πρέπει να γράψεις διαλόγους και να σκεφτείς τη δομή, αλλά πολλές φορές νομίζω οι ιδέες λειτουργούν με έναν τέτοιο τρόπο σχεδόν εύκολο. Μερικές φορές είναι σαν να μην κάνεις καν την προσπάθεια. Βέβαια, ναι εντάξει προφανώς κάνεις την προσπάθεια μετά, γιατί όλοι μπορούμε να έχουμε ιδέες, αλλά πρέπει να κάνεις την προσπάθεια, προκειμένου αυτή η ιδέα να είναι κάτι το κατανοητό και απολαύσιμο και από τους υπόλοιπους. Όμως, είναι λίγο αστείο, γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι μπορείς να δουλέψεις αμέσως κάτι που σκέφτηκες. Μπορεί να περάσει πάρα πολύς χρόνος για να φτάσεις σε αυτό το σημείο.

Από την άλλη, νομίζω ότι σε έναν βαθμό, αν πρέπει να δουλέψεις ως δημιουργικός άνθρωπος, πρέπει να έχεις πολλές ιδέες αρκετά συχνά. Μετά από λίγο,όμως, δημιουργείς συστήματα που τις παράγουν και εξελίσσεις το ένστικτό σου και υπάρχουν πάντα και πράγματα που εκφράζουν για σένα άλλα πράγματα βαθύτερα και τα ανακαλύπτεις με έναν τέτοιο μαγικό τρόπο. Νομίζω ότι πρέπει να μπορούμε να δουλεύουμε σε δύο ταχύτητες. »

Η Ελληνικότητα, η Τοπικότητα και το Προσωπικό Βίωμα
Γυρνώντας στο κόμικ, ένα από τα πράγματα τα οποία προσωπικά εκτιμώ πάρα πολύ σε αυτό είναι η…«ελληνικότητά» του. Τα κόμικ της Ζάχαρη έχουν συχνά μέσα τους το ελληνικό βίωμα με τρόπο που μπορείς να ταυτιστείς με αυτό. Μεγαλώνοντας, κατά βάση ταυτιζόμουν και έψαχνα καταστάσεις οι οποίες συμβαίνουν εκτός της Ελλάδας. Υπάρχει, όμως, κάτι το απίστευτα ζεστό και τουλάχιστον απολαυστικό, όταν βρίσκεις κάτι, ένα κόμικ, μια ταινία, ένα τραγούδι (θυμάμαι τα σχόλια της Σελέστ για το Μπλουμ της Nalyssa Green), που σε πείθει ότι μπορεί να συμβεί αποκλειστικά και μόνο στην Ελλάδα και μπορεί να είναι αποτέλεσμα δουλειάς μόνος ενός ατόμου που σκέφτεται ελληνικά και ζει ή έχει ζήσει στην Ελλάδα. Από την αρχή του, το Εγχειρίδιο Κεντήματος για το Τέλος του Κόσμου έχει κάνει ήδη πάνω από τον μισό δρόμο, για να με πλησιάσει, και με φέρνει σε μέρη που με φιλοξενούν, επειδή είναι σαν να γνωριζόμαστε ήδη.

«Συζητώντας το πρόσφατα με τη μαμά μου, κατάλαβα ότι και παγκοσμίως έχει αρχίσει να εκτιμάται η τοπικότητα, το να βάζεις ένα τοπικό χρώμα σε αυτό που κάνεις. Κι αντί να έχουμε generic ιστορίες για αμερικάνους εφήβους, πράγμα που συνεχίζει να υπάρχει πολύ, ή αντί να ασχολείσαι μόνο με τις αρχαιοελληνικές θεότητες που έχουν επηρεάσει πάρα πολύ επίσης, έχει αρχίσει να εκτιμάται πια ο τοπικός δημιουργός και η τοπικότητα του έργου του. Μέχρι και το να καταλαβαίνεις ότι πέρα από τα κυρίαρχα πρότυπα υπάρχουν κι άλλα πράγματα θαμμένα  που τώρα βγαίνουν στην επιφάνεια είναι πολύ σημαντικό. Η μητέρα μου μού είπε, για παράδειγμα, ότι αυτό το πράγμα συμβαίνει πάρα πολύ στη μαγειρική, με την έννοια ότι για πολλά χρόνια η καλή κουζίνα ήταν η γαλλική κουζίνα και τώρα καλές κουζίνες είναι όλες και η έμφαση δίνεται περισσότερο στον τοπικό χαρακτήρα και στα τοπικά υλικά και το πώς μπορείς αυτό να το μεταφέρεις ανά τον κόσμο.

Και ξέρεις, όταν κάποια στιγμή ξεκίνησα να βλέπω περισσότερο κινηματογράφο και να προσπαθώ να διαβάζω βιβλία που δεν ήταν γραμμένα από αγγλόφωνους συγγραφείς, κατάλαβα τον τρόπο που αυτό σου δίνει ένα παράθυρο στο πώς βλέπουν οι άλλοι και στο πώς καταλαβαίνουν τον κόσμο. Όταν διαβάζεις λατινοαμερικάνους συγγραφείς, βλέπεις μια τελείως διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο που έχει να κάνει με τη γλώσσα, την κουλτούρα. Θέλω, όμως, να πω ότι πέρα από το ότι μ’ αρέσει να το βλέπω και θεωρώ ότι είναι σημαντικό να αντιλαμβανόμαστε τα βιώματα των άλλων ανθρώπων, νομίζω ότι το να γράφεις, να σχεδιάζεις, να κάνεις ταινίες, να γράφεις μουσική έχει πάρα πολύ να κάνει με το δικό σου βίωμα. Κι αν δεν έχει, αυτό που παράγεται είναι κενό.

Είναι πολύ περίεργο. Πιστεύω ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από ιστορίες και ότι το βασικό εργαλείο μας αντίληψης είναι το να λέμε ιστορίες για εμάς, για τους άλλους και για τον κόσμο. Αλλά νιώθω ότι σε ένα μεγάλο βαθμό επικρατεί η τάση να λέμε ξανά τις ίδιες ιστορίες σε άλλο μόνο περιβάλλον ή με άλλους πρωταγωνιστές. Κι αυτό είναι λίγο προβληματικό π.χ. όσον αφορά και στην προώθηση ομάδων που δεν είναι λευκοί, straight, cis άνδρες στο σινεμά. Θηλυκοί Ghostbusters, ξανά Άγγελοι του Τσάρσλι, θηλυκό Ocean’s 8: γαμώ! Όλα αυτά είναι πάρα πολύ καλά, αλλά δεν μπορείς να ξεκινάς από ένα αντρικό βίωμα, για να πεις μια γυναικεία ιστορία (λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι υπάρχουν και trans και non binary άτομα που έχουν εξίσου το δικό τους βίωμα).

Πρέπει να ξεκινάς από κάτι αληθινό και για μένα αληθινό είναι ότι έκανα διακοπές στο χωριό μου το καλοκαίρι στη θάλασσα και έτρωγα παγωτό και η γιαγιά μου είναι ακριβώς σαν τη γιαγιά της ιστορίας και, αν δεν ξεκινήσεις από κάτι πραγματικό για εσένα, τι θα πεις μετά; Δεν ξέρω αν είναι αφοριστικό αυτό, ειδικά όσον αφορά στην ποπ κουλτούρα και ταινίες όπου βάζουν θηλυκούς χαρακτήρες αντί για αρσενικούς. Και αυτό είναι πολύ κουλ επίσης και στην πραγματικότητα θέλω να υπάρχει μια ισότητα και να μπορούμε να νιώθουμε έτσι. Θυμάμαι και ένα tweet που έλεγε ότι κάποια βγήκε από το Birds of Prey και ένιωσε τόσο τσαντισμένη και ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα και ότι οι άντρες έχουν το προνόμιο να νιώθουν έτσι μετά από σχεδόν κάθε ταινία. Και δεν το είχα σκεφτεί ποτέ αυτό! Ξέρω γιατί αυτό το πράγμα συμβαίνει εμπορικά, αλλά καλύτερα να ξεκινάς αλήθεια από τα βιώματα των ανθρώπων, για να μιλήσεις για αυτά και για να κάνεις αναπαράσταση που απευθύνεται σε αυτούς. Όπως το Moonlight ξεκινά από κάτι αληθινό και πήγε πολύ καλά ή οι ταινίες του Jordan Peele ή το Little Women που είναι μια φανταστική φεμινιστική ταινία, κατά την οποία, επίσης, εγώ έκλαιγα συνέχεια, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία, από όταν ήμουν μικρή, και είναι φανταστικό να το βλέπεις έτσι. Καμία φορά, αυτό γίνεται τόσο ακραίο, ώστε τώρα είδα ότι θα βγει το Lord of the Flies με κορίτσια. Και γιατί να κάνεις το Lord of the Flies για κορίτσια, μια ταινία που μιλάει ακριβώς για το πώς ανατρέφει ο αγγλικός ιμπεριαλισμός τους λευκούς άντρες; Αυτό είναι το πρόβλημα του να παίρνεις κάτι και να το αφαιρείς από το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε.»


Η Ανάγνωση της Καραντίνας
Κάτι που έπιανα πολύ συχνά τον εαυτό μου να κάνει είναι να επιβάλλω, κατά την αγαπημένη μου συνήθεια, την ανάγνωση της καραντίνας και της πανδημίας στο κόμικ.

«Για μένα η πρώτη μεγάλη αλλαγή που έγινε είναι ότι ακυρώθηκε το ComicDom Con.και σκεφτόμουν:
“Σοβαρά τώρα; Γράφω ένα κόμικ για το τέλος του κόσμου δύο χρόνια και συμβαίνει αυτό; Αλήθεια;;;” .
Η αλήθεια είναι ότι αισθάνθηκα πολύ περίεργα, γιατί ένιωθα ότι ακυρώνεται λίγο αυτό που κάνω στο κόμικ, γιατί έχω την αίσθηση ότι τώρα θα υπάρξει πάρα πολύ apocalyptic ή post-apocalyptic fiction, γιατι έχουμε και πάρα πολύ χρόνο στα χέρια μας και αναγκαστήκαμε να σκεφτούμε διάφορα. Και από την άλλη, φαντάσου τώρα, όταν ξεκινήσει το ComicDom Con. θα είμαι κάπως:
“Αλήθεια σας λέω, το έχω σκεφτεί πριν από την καραντίνα, είναι πιο παλιό!!!”. Νομίζω ότι υπάρχει μια πολύ εύθραυστη ισορροπία γενικώς για το πώς κάτι που κάνεις είναι relevant ή όχι. Δηλαδή, για μένα στην πραγματικότητα αυτή η ιστορία δεν έχει να κάνει καθόλου με το τέλος του κόσμου και έχει να κάτι με κάτι τελείως άλλο. Τώρα, όμως, θα υπάρχει όντως αντίστοιχο fiction. Αλλά εγώ ήμουν εδώ πριν και δεν ήθελα να πω ακριβώς αυτό και τώρα είμαι εγκλωβισμένη μέσα σε έναν κόσμο, όπου για πολύ καιρό το κόμικ μου θα διαβάζεται με αυτόν τον τρόπο.»

Της θύμισα, όμως, και τη δική μας αρχική ανάγκη να διαβάσουμε για το ειδύλλιο του Φλορεντίνο Αρίσα και της Φερμίνα Ντάσα και μιλήσαμε για τις συνδέσεις που δημιουργούνται με την κατάσταση που ζούσαμε και όσα έχουμε στο μυαλό μας για το πώς πρέπει να είναι μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

«Διάβαζα σε ένα άρθρο για το πώς κανένας από εμάς δεν περίμενε την Αποκάλυψη (που δεν ζούμε καν την Αποκάλυψη αυτή τη στιγμή προφανώς) με αυτόν τον τρόπο. Περιμένουμε έναν πόλεμο, μια έκρηξη ή κάτι άμεσο που θα καταστρέψει τα πάντα, ενώ αυτό που συμβαίνει είναι το ακριβώς αντίθετο, είναι μια επιμήκυνση όλων των πραγμάτων και μία ανάγκη να είμαστε συμπονετικοί προς τους άλλους και οι άλλοι προς εμάς. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον αυτό, γιατί όντως όταν ξεκίνησα την ιστορία σκεφτόμουν ότι θέλω να κάνω μια ιστορία που δεν είναι το τέλος του κόσμου με ζόμπι ή όπλα ή τέτοια πράγματα. Νομίζω σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό η αποκαλυπτική λογοτεχνία μάς έχει επηρεάσει στο πώς βλέπουμε αυτή τη βία και το πώς ο ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται στον άλλον.

Από την άλλη, είναι ενδιαφέρον γιατί συνολικά όσον αφορά σε τέτοια κόνσεπτ με την εισβολή εξωγήινων ή κάποια άλλη μεγάλη απειλή, η κατάρα της μούμιας ή τα ζόμπι αποτελούν καθρεφτισμούς αυτού που ενδόμυχα φοβάται ο υγιής, λευκός, συνήθως άντρας. Σκέφτομαι τη λογοτεχνία με τους εξωγήινους και ότι αυτό είναι απλά ότι φοβόμαστε ότι αυτό που έκανε η Ευρώπη στον υπόλοιπο κόσμο, κάποιος άλλος θα το κάνει σε εμάς.»


Έρχεται, κάπως, στο μυαλό μου αυτό που είχα ακούσει πολύ όλη αυτή την περίοδο, ότι δηλαδή οι δυσκολίες θα αποτελέσουν σημείο εκκίνησης για την αναβάθμιση του πολιτισμού, της τέχνης, της δημιουργίας και της έκφρασης.

«Δεν εμπιστεύομαι καθόλου τους ανθρώπους οι οποίοι βάζουν την τέχνη πάνω από τους ανθρώπους. Προτιμώ, δηλαδή, να ζούμε όλοι πάρα πάρα πολύ χαρούμενοι και να μην έχουμε ανάγκη να κάνουμε τέχνη, παρά να έχουμε πάρα πολύ γαμάτη τέχνη παντού· πράγμα το οποίο κιόλας δεν ισχύει, γιατί πάντα χρειαζόμαστε ιστορίες, πάντα χρειαζόμαστε να εκφράσουμε τον εαυτό μας με κάποιον τρόπο και το καλό σε αυτό είναι ότι  η τέχνη αποτελεί ακριβώς τον τρόπο έκφρασης που χρειάζεσαι. Ξέρω καλλιτέχνες που πέρασαν κάποια ασθένεια και μετά έκαναν κάτι για αυτό. Αλλά δεν εύχομαι ποτέ κάποιος να πάθει καρκίνο, για παράδειγμα, για να κάνει καλή τέχνη. Δεν εύχομαι να γίνει πόλεμος, για να έχουμε καλή τέχνη, παρόλο που κάποια από τα αγαπημένα μου βιβλία έχουν προέλθει από κάτι τέτοιο.

Κι αν θέλουμε ντε και σόνι αυτές τις κακές καταστάσεις, τις έχουμε, συμβαίνουν. Συμβαίνει πόλεμος σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλλά νοιάζεται αυτή τη στιγμή κανείς για την τέχνη των Ιρακινών; Επίσης, από την άλλη, αν δεν βοηθήσουμε ποτέ όλους αυτούς τους πρόσφυγες που έχουμε, θα κάνουν ποτέ και “καλή τέχνη” για να μας μιλήσουν; Που ίσως δεν θα θέλουμε καν ως Ελλάδα να δούμε αυτή την τέχνη, γιατί δεν θα είναι υπέρ μας. Αλλά, γενικά, δεν ξέρω νομίζω κανέναν καλλιτέχνη που να λέει όντως “Θα υποφέρουμε τώρα, αλλά θα κάνουμε καλή τέχνη”. Νομίζω αυτό το λένε όντως άνθρωποι οι οποίοι δεν ξέρουν πράγματι πώς λειτουργεί αυτό.»

Μεταξύ των αναγνώσεων που η καθημερινότητά μου με αναγκάζει να χωρέσω στο κόμικ φτάσαμε στον ρόλο των ατόμων τρίτης ηλικίας στο κόμικ και την αντίστοιχη δύσκολη θέση τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

«Ως άτομο είχα μία πάρα πολύ καλή σχέση με τα άτομα της μεγάλης ηλικίας στη ζωή μου από πάντα- δηλαδή πολύ αγαπημένους θείους και θείες και εννοείται και τον παππού μου. Κανείς δεν είναι κιόλας προφανώς και στο κόμικ έτσι ακριβώς, όπως το απεικονίζω. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα και περισσότερο χώρο να αναπτύξω αυτούς τους χαρακτήρες, αλλά νομίζω είναι αρκετά δύσκολο, γιατί δεν έχουμε εμείς το περιθώριο να το κάνουμε, γιατί δεν είμαστε ογδόντα χρονών σε ένα χωριό. Είμαι είκοσι πέντε στην Αθήνα και για αυτό η ιστορία λέγεται από τους νέους χαρακτήρες.

Συνήθως, οι φοιτητές δεν είναι αυτοί που σώζουν τον κόσμο, αλλά ούτε είναι και οι παππούδες. Για εμένα, όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία της ύφανσης και του τι σημαίνει μνήμη μου βγήκε πολύ φυσικά ότι αυτοί που υφαίνουν και κεντάνε είναι οι γιαγιάδες. Κι αυτό από εκεί και πέρα τι μου γεννά εμένα; Για εμένα έχει πάρα πολύ να κάνει με τη γυναικεία εργασία και το πώς πράγματα τα οποία κάνουν οι γυναίκες δεν θεωρούνταν εργασία μέχρι τώρα, αλλά πλέον καταλαβαίνει ο κόσμος το πόσο δύσκολο είναι ακόμα και το να είσαι νοικοκυρά. Έχει να κάνει πολύ με το ότι ένα κομμάτι της μνήμης μας χάνεται, όπως χάνονται οι μεγάλης ηλικίας άνθρωποι. »

Ο φόβος της λήθης είναι, εξάλλου, βασικός στην αποκαλυπτική και μετα-αποκαλυπτική λογοτεχνία, όπως και στα γηρατειά μερικές φορές.

«Ξεκίνησα, όντως, από την ιδέα του υφαντού, αλλά τι είναι ο κόσμος; Και τι είμαστε και εμείς πολιτισμικά; Σπούδασα ιστορία τέχνης και είναι πράγματα που με αφορούν και με αφορούσαν πιο πριν από αυτό και ακόμα περισσότερο μετά από αυτό. Ίσα ίσα που μου φαίνεται ενδιαφέρον το ότι όσο δουλεύω αυτή την ιστορία είναι αυτοί οι δύο πόλοι που υπάρχουν: το ότι εγώ την έφτιαξα για να συζητήσω το πώς διατηρούμε τον πολιτισμό και τελικά αναδύθηκε μαζί το πώς διατηρούμε την ανθρωπιά μέσα μας, σημείο όπου μπαίνει και το σωματικό στοιχείο που θέλω να κάνω πολύ έντονο. Καθρεφτίζεται πάρα πολύ στη λογοτεχνία, την τέχνη και τον πολιτισμό μας το ποιοι είμαστε σαν άνθρωποι- ακόμα και τα κακά πράγματα πάνω μας.

Το θέμα στο κέντημα δεν είναι ότι πρέπει να σωθούμε οι ίδιοι, αλλά πρέπει να σώσουμε όλο τον κόσμο. Και τι είναι αυτός ο κόσμος; Είναι το χωριό μας, η πόλη μας, είναι το Σινικό τείχος, ο Παρθενώνας, το Κολοσσαίο, αλλά αντικατοπτρίζουν αυτά τα μεγάλα πράγματα το ποιοι είμαστε όλοι; Και δεν είναι μόνο αυτά.Ταυτόχρονα, η γνώση που έχουμε για τον κόσμο είναι τόσο πολύ συγκεκριμένη με βάση το πού είμαστε ο καθένας. Ακόμα, όμως, η σύζευξη γιαγιάδων και φοιτητών γίνεται, επειδή αυτοί έχουν το εργαλείο της γνώσης και αυτές το εργαλείο της τεχνικής. Αυτές αν καθόντουσαν να κεντήσουν κάτι, θα ήταν απλά το χωριό τους και στο τέλος θα είχαμε ένα νησάκι που θα είχε μόνο το χωριό. Βάζω εμάς σε αυτή την ιστορία, ξέρουμε τόσα πράγματα! Είναι εντυπωσιακό το πόσα πράγματα ξέρουμε! Μέσα σε μία μέρα έχουμε περισσότερη πληροφορία από ό,τι είχε ο προπάππους μας σε όλη του τη ζωή και είναι πάρα πολύ εντυπωσιακό και νομίζω ότι έτσι γίνεται και πιο κοινό κτήμα η αμφισβήτηση των μεγάλων αφηγήσεων. Αυτό είναι το ζήτημα, το τι προσπαθούν να κρατήσουν και το ότι δεν γίνεται να κρατήσουν τα πάντα, γιατί δεν ξέρουν τα πάντα. Και καταλαβαίνουν κάποια στιγμή ότι η γνώση τους είναι επιφανειακή. »

Εγχειρίδιο (Αλληλο)Υποστήριξης των Καλλιτεχνών για το Τέλος του Κόσμου
Τελειώνοντας, θυμάμαι ξανά ότι τα κόμικ τα πήρα από τη Ζάχαρη στο περσινό ComicDom Con. και θυμάμαι ότι το φετινό έχει αναβληθεί μέχρι τουλάχιστον τον Σεπτέμβριο. Σκέφτομαι, λοιπόν, τη σημασία της έλλειψής του και την ανάγκη υποστήριξης που δημιουργείται όχι μόνο για όλους τους καλλιτέχνες που το χάνουν, αλλά και τους καλλιτέχνες γενικότερα.

«Σχεδόν όλο μας το πρόγραμμα γυρίζει γύρω από το Comicdom Con., πότε θα δουλέψεις, πότε θα τυπώσεις, πότε θα έχεις συγκεκριμένα λεφτά. Νιώθω ότι δεν θα έπρεπε να εξαρτόμαστε τόσο από αυτό. Πολλοί εργαζόμενοι καλλιτέχνες δεν εξαρτώνται από αυτό, κάνουν πολλές άλλες δουλειές στο ενδιάμεσο. Αλλά ακόμα και αν δεν βασίζεσαι μόνο σ αυτό, είναι ένα πάρα πολύ καλό συμπλήρωμα. Αυτό έχει διάφορες πτυχές για μένα. Από τη μία, νιώθω ότι όντως στο ComicDom Con. είναι φανερό το πώς μπορεί ο κόσμος να έρθει και να μας στηρίξει αγοράζοντας δουλειά μας. Τέτοιοι χώροι, όπως είναι τα φεστιβάλ, κάνουν πάρα πολύ φανερό το πόσο σημαντική είναι η σχέση κοινού και καλλιτέχνη. »

Βέβαια, η σχέση που αναγκαστικά αναπτύσσεται μεταξύ του καλλιτέχνη και των χρημάτων είναι από τη φύση της σίγουρα παράξενη.

«Από τη μία, αισθάνομαι άσχημα να παίρνω χρήματα από τον τύπο που μπορεί να βγάζει 400 ευρώ το μήνα, μακάρι να περιμέναμε να πάρουμε λεφτά μόνο από άτομα που έχουν την άνεση να μας υποστηρίξουν. Από την άλλη, θέλω να βασίζομαι στα κόμικς για την επιβίωση και την ανεξαρτησία μου. Μακάρι να μπορούσα να δίνω τα πάντα τζάμπα. Νομίζω πρόκειται για μεγάλο πρόβλημα.

Οι άνθρωποι τους οποίους ξέρεις παίζουν, επίσης, έναν τεράστιο ρόλο. Παίζουν έναν τεράστιο ρόλο στο να σε εμψυχώνουν. Εγώ δεν θα είχα κάνει τα μισά από αυτά που έχω κάνει, αν δεν εμφανίζονταν όλοι μου οι φίλοι σε κάθε ComicDom Con. να πάρουν αυτό το οποίο είχα κάνει, ακόμα κι αν δεν ήταν ιδιαίτερα καλό στην αρχή. Πραγματικά, δηλαδή, δεν πιστεύω την υποστήριξη που έχω λάβει από την οικογένεια και τους φίλους μου και το εκτιμώ πάρα πάρα πολύ και δεν νομίζω ότι θα βρω τα λόγια να το εκφράσω. Το ένα είναι αυτό, το άλλο είναι ότι οι καλλιτέχνες είναι φίλοι με άλλους καλλιτέχνες και επηρεάζουν ο ένας τη δουλειά του άλλου, όπως γινόταν πάντα. Όλοι οι καλλιτέχνες είχαν δομές μεταξύ τους και όλοι οι καλλιτέχνες είχαν δομές με άλλους ανθρώπους.

Είδα και που πολλά άτομα από το Περιπλόκ κάνατε share το post του Παναγιώτη για όλες τις φάσεις που δεν έχει πληρωθεί, έχει πληρωθεί άσχημα ή τον έχουν κοροϊδέψει. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό σε ένα πλαίσιο που μπορούμε να μοιραζόμαστε μεταξύ μας το ποιες ειναι οι συνθήκες στις οποίες δουλεύουμε, προκειμένου να προστατεύουμε ο ένας τον άλλον από κακές καταστάσεις. Είναι σημαντικό όσοι δουλεύουμε και πληρωνόμαστε να μιλάμε με τους άλλους, να μην αφήνουμε να κάνουν τα ίδια λάθη με εμάς ή να πουλάνε τη δουλειά τους για πολύ λιγότερο απ’ ό,τι της αναλογεί και όσοι προσπαθούν να μπουν στον χώρο να μπορούν να ρωτήσουν. Πρέπει να μιλάμε μεταξύ μας. Νομίζω το θέμα είναι να υπάρξουν και όλες αυτές οι σωστές ερωτήσεις που δομούν τη συζήτηση και φέρνουν τις απαντήσεις. »

Το Εγχειρίδιο Κεντήματος για το Τέλος του Κόσμου είναι μια εμπειρία καλοκαιρινή από μόνο του. Όσο κι αν το αναζήτησα, όσο περιοριζόμουν σπίτι μου, αυτό εν τέλει με οδήγησε προς τα έξω και με έκανε να νιώσω ότι έχω ήδη πάει τρεις με τέσσερις φορές στην παραλία. Η Γεωργία δεν ξέρει ακριβώς τι θα κάνει αυτό το καλοκαίρι, ίσως απλά χρειαστεί να δουλέψει το τρίτο μέρος της ιστορίας της. Αξίζει, πάντως, σίγουρα να επικοινωνήσεις μαζί της, για να διαβάσεις και εσύ την ιστορία που έχει πλέξει (ιχ). Την ευχαριστώ πραγματικά που έκανε αυτή τη συζήτηση μαζί μου.


συνέντευξη και κείμενο από τον Μαρλένο 
κολλάζ της Ελένης με σχέδια από το κόμικ της Γεωργίας Ζάχαρη
ηχογράφηση από τη Θέμιδα Καραλή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *