Ίλιγγος ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Άσκηση Ιλίγγου

Άσκηση: γράψτε ένα κείμενο αυτόματης, συνειρμικής ροής χρησιμοποιώντας μόνο μία τελεία στο τέλος του και κανένα άλλο σημείο στίξης.

Κιου
:
Μου κατεβαίνει ο αριστερός φρονιμήτης δηλαδή για σας ο δεξιός όπως με βλέπετε εννοώ είναι ο δεξιός γύρω μου μαζεμένα παιδάκια  χειροκροτάνε που μου κατεβαίνει ο φρονηνήτης μου χτυπάνε παλαμάκια τσιρίζουν τα παιδάκια που δεν έχουν ακόμη δοντάκια ενώ εγώ βγάζω τα τελευταία με θαυμάζουν με λατρεύουν είναι κι η μαμά μου απέναντι τραβάει φωτογραφίες χαμογέλα αγάπη μου στη κάμερα και θα βγω σαν μαλάκω γιατί μου ‘χει πρηστεί το μάγουλο το αριστερό μου μάγουλο για σας το δεξιό όπως με βλέπετε εννοώ είναι το δεξιό και ο λαιμός μου έχει πρηστεί και ο ωμός μου ο αριστερός και το αριστερό μου μάτι έχει αρχίσει να πλησιάζει αγχωτικά το δεξί έτσι που θα το φάει θα το καταπιεί θα γίνουν ένα τεράστιο μάτι τα δύο μάτια και θα σας κοιτάω με το μεγάλο μου μάτι και δεν θα υπάρχει δεξί και αριστερό θα υπάρχει μόνο το τρίτο μάτι θα υπάρχω μόνο εγώ η μονόφθαλμη για να σας βλέπω καλύτερα και να σας φάω καλύτερα τράβα μάνα τη φωτογραφία τώρα θα ανοίξω τη στοματάρα μου να σου χαμογελάσω με τα μεγαλύτερα μου δόντια τράβα πριν σε κάνω μια μπουκιά. 

Μαρία Μ.: Πάντα εγώ φταίω και εγώ θα φταίω μιας και αλίμονο αν μια φορά μπορούσα να μοιράσω την παλιοευθύνη των πράξεων στα άτομα που τις εκτελούν και τη μαζεύω όλη πάνω μου λες και μπορώ να τη σηκώσω με τη διαρκώς πονεμένη πλάτη μου και το αυχενικό μου με έχει πεθάνει στις ζαλάδες αλλά εδώ που τα λέμε και αυτές οι ευθύνες μια ζάλη είναι και πώς όλα καταλήγουν πίσω στο ότι όλα θα ήταν καλύτερα αν έχανα αυτά τα αναθεματισμένα τα κιλά μου που τόσα χρόνια κουβαλάω χωρίς να μπορώ ούτε και αυτά να τα σηκώσω και η πηγή του κακού δεν λέει να μετατοπιστεί μα η λογική σκέψη ουρλιάζει και λέει δεν μπορείς να κατηγορείς για πάντοτε τον εαυτό σου θα μαραθείς έτσι όπως κάνεις και εγώ συνεχίζω να φορτώνομαι κάτι ιδιόμορφα φορτία με ετικέτες μακριά από την πραγματικότητα και βαριανασαίνω και προχωράω και οι μύες στο λαιμό μου σφίγγονται και δεν μπορώ να καταπιώ μπουκιά μετά αλλά τουλάχιστον θα αδυνατίσω τελικά. 

Μαρλένο: Το κέικ  λαμπυρίζει σαν διαμάντια και είναι όμορφο είμαι σε σπηλιά και την τρώω κι αυτή και τη σοκολάτα που δεν είναι το κέικ αλλά είναι κάτι άλλο που επίσης τρώω και κάτι άλλο που επίσης δεν αφήνω και επίσης τρώω εμένα που είμαι η ανταύγεια το λαμπύρισμα το φως που είμαι κακός που δίνω φως και τρώω και είμαι ρουφήχτρα τεράστια στην θάλασσα μια τρύπα και ξέρεις είναι αηδία και βάζω το περιτύλιγμα της σοκολάτας δίπλα από τους αριθμούς σαν βιβλιοθηκάριος, αποθηκάριος, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, σαν Μάριος.

Σελέστ: Η Μαρία δεν κάνει αυτή τη ζωή δεν φροντίζει απολύτως καμία πληγή την μπουκώνει ωραίο μπεταντίν καληνύχτες δεν τις λέει φωναχτά ψιθυρίζει αργά κάτι ονόματα σαν προσευχή ξεκινά και χρυσούλα μαριάννα και αλέξανδρε γιώργο για πάντα κοντά και ποτέ πια ξανά καληνύχτες και ποτέ πια ξανά δαχτυλήθρες γιατί η Μαρία δεν κάνει αυτή τη ζωή δεν φροντίζει απολύτως καμία πληγή όταν ράβει ματώνει εσκεμμένα και ματώνει καλύτερα ένα κορίτσι μικρό μια Μαρία σε διαρκή απολογία τι απλό που της έρχεται πλέον να κοιμάται πλέον να βάζει τα ονόματα σε μια σειρά πλέον να γνωρίζει και πότε να σταματά πλέον τα ονόματα σαν προσευχή ξεκινά και σκαλώνει χρυσούλα χρυσούλα χρυσούλα τι ωραίο μπεταντίν καληνύχτες το λοιπόν σας χαρίζω τις δαχτυλήθρες για να ράβετε ωραία να κρατάτε ωραία και αλέκιαστα τα δάχτυλά σας μα η Μαρία δεν κάνει αυτή τη ζωή η Μαρία δεν φροντίζει καμία πληγή η Μαρία μπεταντίν καληνύχτες.

Εριέττα: Καραντίνα μέρα δεν ξέρω καν πόσο νομίζω πάει πάνω από ένας μήνας που είμαι κλεισμένη σπίτι δεν είμαι και σίγουρη δηλαδή θυμάμαι ότι την τελευταία φορά που βγήκα κανονικά στον έξω κόσμο ήταν το βράδυ των γενεθλίων της Ελεάνας η Ελεάνα είναι Ιχθύς έχει γενέθλια στις 11 άρα ναι είναι πάνω από ένας μήνας κι ακόμα θυμάμαι το τελευταίο μου βράδυ έξω τα ποτά που ήπιαμε τα ρούχα που φορούσα την τούρτα τσιζκέικ το τελευταίο μετρό για το σπίτι τότε δεν είχα ιδέα ότι θα ήταν το τελευταίο βράδυ δεν είχα ιδέα ότι θα ξύπναγα σε μια Αθήνα τόσο διαφορετική αν το ήξερα θα καθόμουν περισσότερο στα γενέθλια κι ας έχανα το τελευταίο μετρό κι ας έχανα και το νυχτερινό λεωφορείο δεν με νοιάζει στην τελική θα το παιρνα με τα πόδια απ το Παγκράτι μέχρι το σπίτι μου κι ας περπάταγα με τις ώρες απλά μου χουν λείψει τόσο οι εποχές που φορούσα ρούχα που όντως μου άρεσαν ρούχα κανονικά όχι πιτζάμες  οι εποχές που συνωστιζόμουν στα μέσα και κατέβαινα κέντρο για σινεμά ή για λαιβάκι στο Fuzz  για τρασόπαρτο στο Χοροστάσιο ή ακόμα και στο Frau που δεν μου άρεσε πια και γκρίνιαζα για το πώς πλέον είναι πήχτρα και πως παίζει τα τραγούδια ολόκληρα απ την αρχή μέχρι το τέλος πόσο μου λειψαν οι  μέρες που αυτό μου φαινόταν το μεγαλύτερο πρόβλημα στον κόσμο και τι δεν θα δινα τώρα να βρισκόμουν στο στριμωξίδι του Frau κι ας μην έχω χώρο να κουνηθώ ούτε αέρα να αναπνεύσω κι ας ακούω ολόκληρο το για την αγάπη αυτή και τα 3 ρεφρέν δεν με νοιάζει αρκεί να ήταν μια φυσιολογική Παρασκευή βράδυ και ο κόσμος να ήταν όπως τότε.

Τέτα: ΤΙΚ-ΤΟΚ η ώρα περνάει και τικτοκ κριτζάρω στην άφιξη της νέας εφαρμογής με την όποια έχει γκώσει το διαδίκτυο Σαλπάρει η καραβάνα αυλέ του Πάνα ή και λερωμένη πάνα που με φώναζες στο νήπιο και σιχάθηκα το όνομά μου σου του να τρέξω μόνη ή με το αμάξι που δεν μπορώ να οδηγήσω τι κορνάρεις ρε μπαμπούλα από πίσω δεν βλεπεις το ννι και το λιι και το λλλου το σαλονικιό το μικιό το κρητικό το νέο τον κορονοϊό πού να πάω μου σβήνει η μηχανή μαμά έλα στην πλατεία να πάρεις την κούρσα σπίτι βαρέθηκα και βρέθηκα στον λόφο να οραματίζομαι τα γενέθλια που πέρασαν ή θα περάσουν στην λησμονιά του σπιτιού ενώ ξεκάθαρα έπρεπε να σηματοδοτηθούν από ένα αλπακά στο μπρνο μα δεν μπορώ να πω θα βράσω τραχανά στάσου εσύ πορτοκαλί παλικάρι στη στάση του τραμ που άργησες μια ακόμη φόρα και έκανε κρύο και ίσως να είναι ο μόνος λόγος που δεν μου λείπεις περίμενέ με δε θα αργήσω αν και έχει πήξιμο στην Γιουχάν στάσου το λοιπόν μύγδαλα και μπουρλότο.


Ράνια: Πολλά πολλά βράδια πριν βρέθηκα με την πλάτη μου στο μωσαϊκό της πιο φωτισμένης στοάς της Αθήνας να κοιτάω πράσινα και μπλε νέον που εξηγούν τόσο καθαρά και τόσο έντονα που ο αμφιβληστροειδής του ματιού μου άρχισε να λιώνει στο μάγουλό μου ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ σε μπλε ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟ σε πράσινο και ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΗ ΔΙΑΝΟΗΘΕΙΣ σε ένα γαλάζιο και ξαφνικά μου φάνηκες άσχημος γαμώ κάτι με χάλασε σ’αυτήν την έκφραση και κάπως μου ‘κατσε που η φίλη σου τόλμησε να αναρωτηθεί τι κάνω ξάπλα σε μια στοά πώς τολμάει ποιος την ρώτησε στην τελική εξέπνευσα δυνατά αντί να της πω να πάει να γαμηθεί για να σε προειδοποιήσω και σένα ότι δεν θα συνεχίσει καλά το βράδυ σου γιατί θα γινόταν βράδυ μου πολύ πολύ πιο γρήγορα απ’ότι αντέχεις σε προειδοποίησα και με τρία βήματα βρέθηκα οχτώ στάσεις του μετρό μακριά σου στη στάση λεωφορείου που με περίμενες σπασμένος λες και εγώ σε έσπασα ανάβοντας τσιγάρο που δεν κάπνισα απλά έβλεπα τη στάχτη να λεκιάζει το παντελόνι μου που ούτε αυτό μ’ άφησες να απολαύσω ήρθες δίπλα μου χαμογελαστός και μου έλεγες κάτι ακατάληπτα που ποσώς με ένοιαξαν γιατί το 131 ανοιγόκλεισε τις πόρτες του πιο γρήγορα απ’ τον παλμό μου εκείνο το βράδυ και το άλλο βράδυ και έτσι δεν πρόλαβα να πάρω δύο καλοκαίρια τα άφησα εκεί αλλά χαλάλι σου γιατί το σαραβαλιασμένο 131 απόψε κάνει τέρμα στην Ανταρκτική και ο οδηγός το πάει γαμιώντας φαίνεται είναι τελευταίο δρομολόγιο και έχει κάτι στροφές κάτι στροφές κάτι στροφές κάτι στροφές μέχρι να πιάσουμε υπερεθνική Αθηνών-Ανταρκτικής και το σαράβαλο να πηγαίνει με 120 στην παγωμένη άσφαλτο όσο τα τζάμια του αστικού γίνονται κατάλευκα από το χιόνι που τα κοπανάει απ’τα αριστερά ένας θεός ξέρει πως δεν γλίστραγε στον πάγο ήταν μάλλον και αυτό αποφασισμένο 
να ξυπνήσω καταϊδρωμένη στο κρεβάτι σου το πιο κρύο πρωινό του Γενάρη.

Άντζελα Σαλίου: Τα απεταξαμήνιγκά μου αδιαμφιβεβαίως τρυποκαρδιλίκουν το τσιγαρομαμάδικο ποναγενναίο Ειμί ο Νεκρανέστης σου ο Γιωργαλλιλαίος ο Κοτοκράτορας Εσύ η Σφυρικαδρόνη Πωσέμεινη τοσομόνιά μου καιαλλά η πιοσωστιδοτική Μηδειανεμώνη η Παρθενοκούβερτη πατουσέδοια θανατοέτοιμη πουλαλομουγράφεις

Τρικλιματαράκι μου μεγαλωματοκλάδωσες μασχαλένιε μου Γονατοδιπλωμένιγκος ουφ ουφ abelagie αχ μοναξουλαφρίκυνη μα να να μα Πεταλουδοφουστάνωτος προσφαίνει στην προσευχή μου ένας μέρμηγκας τουμπάνι και πολεμώ πολεμώ γρασιδένιε μου κιτρινοτριανταφυλλοφερμένε μου πολεμώ πολεμώ καββαδικοπλοιαρμεγμένο χαλί στο κυψελοδροσοπούλιο κάγκελο να μπαρκαροπισθενοχωρέσω και συ ουφ ουφ imiamabonsco 

Πιατώριος ζωής παρισομάης όμορφος μακριά μακριά.

Ειρήνη Μπαζάνη: ένα τεράστιο φως στο πάτωμα να με φωτίζει μαλακά κι εγώ να  κόβω κομμάτια από ατελείωτα χαρτιά δικά σου να τα ανασυνθέτω ψάχνοντας τα κίνητρα σου ή να φεύγω ολοκληρωτικά και όσο πιο βιαστικά τόσο πιο καλά και ας κοπώ λιγάκι με το ξυραφάκι θα γίνει κατά λάθος αλήθεια απ’τη βιασύνη μου να ρθω να σε βρω μ’ένα αλλ σταρ με τέσσερις κουκκιδίτσες αίμα 

α ωραία εικόνα αναμονής το κορίτσι να περιμένει σε μια είσοδο πολυκατοικίας επειδή κάποιος μετάνιωσε ή κάποιος δεν την κάλεσε ποτέ ή εκείνη θέλησε κάπου τυχαία να σταθεί πριν εξαφανιστεί θα μείνει ώσπου το ολονύχτιο βενζινάδικο να κλείσει ολοσχερώς από κάποια έκρηξη ή ίσως ο περαστικός με το τσιγάρο να δακρύσει και να σταματήσει το βάδισμα ολοταχώς ή επιτέλους το αγόρι την απόσταση ανάμεσα τους να διανύσει ωστόσο θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση να μάθαινες να αγαπάς 

σαν απάντηση κι αυτός κι αυτή θα οπλιστεί με μια ζωή προσωρινή θα πείσει όλους πως όσα κάνει είναι εξαίσια αν κι όσα λέει δεν είναι αίσια όλα τα κάνει και ταυτοχρόνως τα απορρίπτει και το καλύτερο σιχαίνεται κι εκείνους που ρομαντικοποιούν την έλλειψη έμπνευσης και πιστεύουν πως το κενό τους σημαίνει κάτι για οποιονδήποτε γιατί δεν είναι κακό να λες δεν έχω ιδέες δεν σκέφτομαι δεν είμαι ον πολιτικό και φυσικά δεν λέω αυτό αλλά απαντώ –

πόσο μικρό το χάος μέσα μου πόσο μικρό και θέλω να φτιάξω κάτι που να χωράει ένα τεράστιο καθρέφτη ώστε όταν θα σκύβεις να με φιλάς να ‘χεις κάπου να σε βλέπεις 

να με φοβάσαι γιατί έχω χώρο μέσα μου και θα σε χωρέσω ολάκαιρο όλα άκυρα όσα σχεδιάσαμε πρέπει να φυλάγεσαι από το στόμα μου γιατί θα πάρω το δικό σου 

θα σου πετάξω λέξεις ω πρέπει να βρω όμορφες βαριές λέξεις να μοιάζουν με σπόρους και να θυμίζουν την μητέρα σου ή μήπως όλες οι λέξεις είναι σπόροι γιατί κρύβουν μέσα τους σύμφωνα ελλείψεις φωνήεντα και τύψεις και μνήμες αλλιώς πως όταν λέω γλυκός το λ χτυπάει πίσω από τα μπροστινά μου δόντια και θυμίζει την γλώσσα σου μ’αρέσει η γεύση της αλλά  όταν είπες κόβω υπήρξε η δόνηση πριν από τη μονιμότητα του να μη σε ξαναδώ είχαμε πει πέντε χρόνια έτσι νομίζω θα με κορόιδεψες γιατί σου έδωσα και παραπάνω και με έκανες κάτω άνω αχ.



Εμφανίστηκαν τα κείμενα των: 
Κιου, Μαρία Μ., Μαρλένο, Σελέστ, Εριέττα, Τέτα, Ράνια Φ. Ζώκου, Άντζελα Σαλίου, Ειρήνη Μπαζάνη 

Σχέδιο της Άννας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *