ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Τα ωμά του έρωτα

Τα ωμά του έρωτα είναι μια σειρά από κείμενα και δημιουργίες των μελών του Περιπλόκ, προϋπάρχοντα και φτιαγμένα εν θερμώ. Δεν είναι μυθοπλασίες και κατά παραγγελία εξομολογήσεις, αλλά ειλικρινείς γλυκανάλατες ή/και δακρύβρεχτες καταθέσεις, που, μοιάζοντας τόσο στην υπερβολή τους, αποδεικνύουν σίγουρα ένα πράγμα:

υπήρξε κάποτε μονάχα ένα άτομο που αναμετρήθηκε με κάθε τρόπο με τον έρωτα και έκτοτε μιμούμαστε όλα μας αυτό.

Έχω την έλλειψή σου. Κουβαλάω την έλλειψή σου. Νιώθω την έλλειψή σου πάνω μου. Έχω δεθεί στα δίχτυα της έλλειψής σου. Η απουσία σου με πνίγει. Είναι ο γιακάς που φοράω σήμερα, η απουσία σου. Φόρεσα άλλο πουκάμισο, για να αφήσεις σε αυτό το άρωμά σου, και άφησες και βρωμάει η απουσία σου. Νιώθω την αδιαφορία σου πάνω μου κι, αν πλυθώ, δεν θα έχει φύγει. Είναι κολλώδης και τσούζει. Κολυμπάω στην πετρελαιοπηγή της απουσίας σου και βγαίνω μολυσμένος, δεν μπορώ να αναπνεύσω, ούτε να δω.

Χθες μου μίλησες στις 12:36. Είναι 12:35 και προσποιούμαι ότι δεν έχει σημασία. Προσποιούμαι ότι δεν πιστεύω ότι είναι όλο ένα μαγικό και μόλις φτάσει η ώρα θα έρθεις πάλι. Έφτασε 12:36. Τίποτα. Αλλά έχω ακόμα χρόνο. Είναι ακόμα 12:36. Τίποτα, ακόμη. Τίποτα, ΑΚΟΜΗ. Είναι προσωρινό. Και το λεπτό ήταν κι αυτό προσωρινό, σχετικό, δεμένο με τον χρόνο, και πέρασε. Είναι 12:37 και δεν θυμάσαι ότι υπάρχω. 12:38 και δεν πιστεύω ότι υπάρχω. Αλλά εντάξει, ξέρω ότι είναι η ώρα σου τώρα. Σε λίγο θα είσαι εδώ. 12:39. Υπερβάλλω, εγώ διψάω, εγώ πλανώμαι, εγώ βλέπω κάτι παραπάνω σε κάτι μικρότερο. Γιατί θέλω πολύ και υπερβάλω. 12:41, τίποτα.
ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤ ΤΙΠΟΤΑ
ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ
ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ
ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ ΤΙΠΟΤΑ
ακόμα, ακόμα, ακόμα
ακόμα
ακόμα
ακόμα ακόμα
ακόμα ακόμα
ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα
ακόμα ακόμα
ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα ακόμα

Δυο βδομάδες έψαχνα τι δώρο θα σου κάνω στη γιορτή σου. Μπορεί και παραπάνω. Ήρθε η γιορτή, πέρασε και εγώ τίποτα ακόμη. Λες και ήταν κανά μεγαλόπνοο επίτευγμα. Ήρθες χτες, μου έδειξες μια μπλούζα που σου πήρε κάποιος από τη δουλειά. Μια τύπου άμπστρακτ από κάποιο φασέικο, πανάκριβο  μπραντ, τύπου γουέσκ. Ήσουν κατουρημένος από τη χαρά σου, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, με ματιά που φώναζε εσύ δεν πρόκειται ποτέ να μου πάρεις τέτοια πανάκριβη ούρμπαν μαλακιάρα. Πήγα την επόμενη μέρα στο σταμπάδικο της Θεμιστοκλέους και σου τύπωσα μπλουζάκι. Αφού όλο το πρωί προσπαθούσα να σχεδιάσω την πιο όμορφη σαύρα του κόσμου, μιας και είσαι η σαυρίτσα μου η αγαπημένη. Και αφού τα κατάφερα και πήγα, μια ώρα με το παιδί εκεί να αποφασίσουμε χρωματάκι να ταιριάζει και άλλη μια ώρα να αποφασίσουμε νουμεράκι. Και επειδή ήθελα να τη χαρείς μωράκι μου τη μπλουζίτσα σου, να σου κάνει, πήρα δύο νουμεράκια. Τρέχω σπίτι, σου δίνω το δωράκι σου μέσα στο άγχος,θα σου αρέσει; σου εξηγώ τη φάση με τα δυο μεγέθη, να μη με περάσεις για ψι. Φυσικά με περνάς για ψι, λες ότι το ‘κανα για να τις φοράμε μαζί (;) και μετά πως το χρώμα είναι λάθος, η λαιμόκοψη κακή και ένα σωρό ακόμη παπαριές και θέλω να πεθάνω θέλω. Σου λέω πως αν δεν σου αρέσει θα τη φοράω εγώ. Όχι εντάξει, λες, και τη φοράς σε δείγμα συμφιλίωσης. Δεν περνάν πέντε λεπτά, γυρνάς μου λες
«Περιμένεις αλήθεια να πιστέψω ότι το σχεδίασες εσύ;  Ψέματα μου λες. »
και σε αυτό το σημείο είμαι πια σίγουρη ότι τα έχω με έναν μαλάκα που βγαίνει σε όλα τα μεγέθη. 

Τι έστειλα:

Τι ήθελα να στείλω: 

Μια άλλη φορά, σε μία στιγμή που προσπάθησα να το παίξω αδιάφορη, σου είχα πει πώς δε σε χρειάζομαι, τάχα χωρίς κακία, τάχα τελείως ενημερωτικά. Δεν το είχες πάρει καλά και εγώ προσποιήθηκα ότι ήταν κάτι το αυτονόητο και ότι είσαι απλά υπερβολικός. 

Όλο αυτό ήταν η μισή αλήθεια. 

Η άλλη μισή αλήθεια είναι η εξής: Για όλες τις στιγμές που δε θα σε χρειαζόμουν, θα υπάρξουν άλλες τόσες που η απουσία σου θα άφηνε ένα κενό που δε θα μπορούσε να καλυφθεί με κανέναν τρόπο

Η Edna St. Vincent Millay για να με βοηθήσει γράφει:

“Where you used to be, there is a hole in the world, which I find myself constantly walking around in the daytime and falling in at night / I miss you like hell.” 







Γιατί ασχολούμαι μαζί σου, ξανά και ξανά σα να έχω αλλεργία στο να νιώσω έστω και για μία στιγμή καλά. Γιατί είσαι το απωθημένο μου, γαμώτο.

Γιατί όσο σκουπίδι και να με κάνεις, είσαι αυτή η χαρακιά στο CD που κάνει τη μουσική να σιωπά.

Που κάνει αυτό το CD δικό μου και όχι ένα ακόμα που έχω στο συρτάρι

Που χωρίς αυτό τη χαραγμένη μουσική δεν θα ‘μουν εγώ.


Στα πρώτα μου γενέθλια μου πήρες μια γλάστρα (σημάδι για το τι είμαι για ‘σενα ίσως; ) Έβαλα την γλάστρα, φτέρη όχι ό,τι και ό,τι, δίπλα απ’ την μπαλκονόπορτα και έκανα ακριβώς αυτά που μου είπες. Νερό μια φορά την εβδομάδα. Λίπασμα κάθε άνοιξη και φθινόπωρο. Και να μην την παραμελώ. Και ακολούθησα κάθε βήμα μεθοδικά. Αλλά μετά από λίγους μήνες πρόσεξα ένα φύλλο της που είχε ξεραθεί και το τράβηξα από την ρίζα του, για να μην χαλάσουν και τα υπόλοιπα (να τα ξεριζώνουμε δεν πρέπει τα προβλήματα;). Και μετά από λίγες μέρες εμφανίστηκε και άλλο ένα ξερό φύλλο. Και άλλο ένα. Και άλλο ένα.  Και τα μηνύματα μου άρχισαν να αφήνονται στο seen. Και οι αγκαλιές να γίνονται στιγμιαία αγγίγματα. Και απ’ τα νεύρα μου και την σύγχυση που κυριαρχούσε στο κεφάλι μου ξερίζωσα όλα τα φύλλα της γάμω-γλάστρας που μου έδωσες στα γενέθλια μου. Σχεδόν. Εκτός από ένα. Το άφησα ανέγγιχτο, έτσι, γιατί πιστεύω ότι σε όλους μας αξίζει μια τελευταία ευκαιρία πριν πεταχτούμε στον πράσινο κάδο. Και το φρόντισα, περισσότερο απ’ ότι είχα φροντίσει τα υπόλοιπα 36 φύλλα της γλάστρας. Πότισμα μέρα-νύχτα. Λίπασμα κάθε Κυριακή. 21 υπενθυμίσεις κάθε ώρα στο κινητό, μην παραφερθώ και την ξεχάσω. Και για αρκετές εβδομάδες μεγάλωνε και πρασίνιζε όπως ποτέ ξανά. Και νόμιζα πώς βρήκα την λύση των πάντων. Θα τα ξεριζώνω όλα και θα ελπίζω να φτιάξουν με την τελευταία προσπάθεια που μου απομένει. Όμως, ένα πρωί, από εκείνα τα κρύα πρωινά του φλεβάρη που όλα πάνε λάθος από μόνα τους, ξύπνησα και το τελευταίο φύλλο είχε πέσει. Αυτή την φορά δεν ξεράθηκε, σάπισε. Απ΄το πολύ πότισμα και λίπασμα. Απ΄την υπερβολική προσοχή. Και εκεί κατάλαβα ότι γλάστρες και ανθρώπους δεν κερδίζεις με την υπερπροσπάθεια και τις υπερωρίες. Και πέταξα την γλάστρα στον πράσινο κάδο έξω απ’ το σπίτι μου. Και μακάρι να είχα πετάξει και εσένα μαζί.


Μερικές φορές σκέφτομαι πως τίποτα δε θα είχε νόημα 
Αν για μια στιγμή οι άνθρωποι σταματούσαν να μιλούν 
Αν για ένα λεπτό κάποιος τους έλεγε να κάνουν ησυχία και εκείνοι έκαναν 
Και μετά για ένα λεπτό σταματούσε να χτυπάει το ξυπνητήρι μου 
Και δε με πάρει η μάνα μου ξημερώματα για κάτι περίεργο που είδε πάλι στον ύπνο της 
Αν μπορούσα για λίγο να σε κρατήσω πάλι στην αγκαλιά μου 
Για ένα μόνο λεπτό να ακούσω τη φωνή σου 
Να μυρίζω το δέρμα σου 
Αλλά όλο ξεχνάω 
Ξεχνάω να πάρω τη μάνα μου το επόμενο πρωί 
Ξεχνάω τις όμορφες στιγμές μας 
Τις μαλακίες μας 
Ξεχνάω πως είμαι άνθρωπος πολλές φορές 
Και αυτό καταλήγει σίγουρα σε αδιέξοδο 
Πρώτου ή δευτέρου βαθμού όπως θα έλεγες 
Έγραψα ένα ποίημα που θα ήθελα να σου διαβάσω 
Να καταλάβεις πως πλέον τα χείλη μου ματώνουν για αυτό που τόσο καιρό ήθελα 
Ήλπιζα να είσαι εδώ 
Μα είμαι για ακόμη μια φορά μόνος 
Σε μια φυλακή 
Που μέσα μου φαντάζει παράδεισος
Αυτή τη στιγμή δεν έχω κρίση, έχω μόνο επιθυμία και ανάγκη. Δεν καταλαβαίνω, δεν εκτιμώ, δεν ερμηνεύω, δεν θεωρώ, δεν πιστεύω, δεν νομίζω, δεν μου φαίνεται, μονάχα χρειάζομαι και επιθυμώ και έχω ανάγκη και θέλω και έχω επιθυμία και διψάω και είμαι ξερός κι άγονος και γεμάτος αλάτι και κανείς δεν με θέλει. Κανείς δεν μπορεί να με θέλει, πώς να με θέλει; Εγώ έχω μονάχα ανάγκες, δεν έχω κάτι άλλο να δώσω πέρα από ανάγκες. Είμαι μια μπάλα αλατόνερο, αλμυρός πολύ και δεν θέλεις να με γευτείς. Είμαι χώμα, είμαι χώμα και απομακρύνεσαι από την πίκρα μου. Πικρός κι αλμυρός, αφόρητος: έχω μόνο να δώσω ανάγκες.

Είμαι μια μπάλα αλατόνερο, είμαι μια κύστη βρώμικη, μολυσμένη. Προορίζομαι για αφαίρεση. Αφαιρούμαι, αποκόπτομαι. Και θέλω την αφαίρεση και θέλω την αποκοπή. Θέλω να μην είμαι, γιατί όταν είμαι θυμάμαι ότι σου μοιάζω. Όταν είμαι, θυμάμαι ότι μου μοιάζεις. Σωστότερα: όταν δεν είσαι, αλλά εγώ είμαι, θυμάμαι ότι είμαστε. Θυμάμαι ότι ήμασταν. Κι εγώ είμαι μια ανάγκη ατροφική που πρέπει να χωριστεί από το σώμα, πρέπει να φύγει από το σώμα, πρέπει να την κόψουν και να μην υπάρχει πια πάνω στο σώμα.



σχέδια, γράμματα, ποιήματα και κείμενα από μέλος του Περιπλόκ

3 thoughts on “Τα ωμά του έρωτα”

  1. Ένοιωσα να με βλέπω μεσα απο κάθε πρόταση (δεν ξέρω αν βγάζει πολυ νόημα αυτή η πρόταση αλλά αυτή ήταν η σκέψη μου καθ’όλη την διάρκεια που το διάβαζα)
    Ταυτίστηκα πολυ άσχημα . Υπέροχο όλο το ποστ απο τις φωτο μέχρι το κείμενο . Μπράβο!!!♡ ( συμπασχουμε ολοι μαζί , τραβάμε πολλοί τα ίδια ζόρια)

  2. Θέλω να ουρλιάξω γιατί δεν αντέχω, σε θέλω τόσο πολύ και σε θέλω συνέχεια. Δεν μπορώ τα ψίχουλα που μου δίνεις, δεν μπορώ αυτή την αναμονή, δεν αντέχω δεν αντέχω δεν αντέχω. Δεν αντέχω να είμαι 5 λεπτά μακριά και να μην μπορώ να έρθω να σε φιλάω παντού παντού παντού. Θέλω κι άλλα, ακούς; Θέλω κι άλλα, τα θέλω όλα από ‘σένα, θέλω τα πάντα, νιώθω ότι δεν έχω ανάσα, θέλω να πιω όλο το αλκοόλ του πλανήτη. Θέλω να αλλάξει ο χρόνος και να πάω πίσω πριν γίνουν όλα αυτά και να πάνε όλα φυσιολογικά, να μην πέσω με τα μούτρα τόσο απότομα, να γνωριστούμε κανονικά, να μη νιώθω τώρα έτσι, να μη νιώθω τίποτα, όχι ακόμα, γιατί δεν περίμενα λίγο ακόμα;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *