ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Γουινόνα Για Πάντα

Στην απλούστερη και τρυφερότερη μέχρι στιγμής προσθήκη στη φιλμογραφία του, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (The Boy) κατηφορίζει στον αμμουδερό Ζόρκο της Άνδρου μαζί με μια παρέα τεσσάρων κοριτσιών. Η Έικο, η Μέριλ, η Τζουλιέττα και η Τζένιφερ Τζέισον μοιράζονται από κοινού περίσσιους βαθμούς μυωπίας, αγάπη για το πιάνο και μια κινηματογραφόφιλη ευρηματικότητα που τους επιτρέπει να επιθεωρούν το σπίτι πάνω από την παραλία σαν την χιτσκοκική έπαυλη των Bates και το ζευγάρι που τις παρακολουθεί μέσα από ένα τζιπ σαν (σκονισμένους) μυστικούς πράκτορες.

Κινηματογραφικός στη μουσική του και μουσικός στο σινεμά του, ο Βούλγαρης θάβει πίκρες και αποχαιρετιστήριες επιστολές βαθιά στην άμμο και απλώνει παρτιτούρες και σενάρια ανάκατα στον ήλιο να ξαποστάσουν. Εκεί, θα στηθεί η πομπή ποπ μανίας, θεατρικού παιχνιδιού και off-Broadway ακαπέλα, που είναι η Winona. Με τέσσερις χαρακτήρες ασαφούς backstory και προθέσεων που κρύβονται από τις αχτίδες του ήλιου στις γωνιές του κάδρου, αυτό που αποτυπώνεται στο φιλμ είναι ένα αίνιγμα, τόσο ρευστό όσο και ράθυμο, που δεν αντλεί τον ρυθμό του από κατασκευάσματα της αφήγησης, αλλά από τα τραγούδια των ηρωίδων του και παίρνει μορφή υπό τις σινεφίλ συνθήκες που δημιουργεί όσο ξετυλίγεται.

Σαν σε μια αυτοσχέδια αίθουσα σινεμά, οι πρωταγωνίστριες ξεσηκώνουν ρόλους από την 80’s δεξαμενή του Boy, αυτο-καδράρονται και αυτο-σκηνοθετούνται για να ξεχάσουν μια θλίψη που σιγοκαίει, μεταμορφώνοντας νοερά το απέριττο τοπίο της ερημωμένης παραλίας άλλοτε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο (Αλεπουδίτσες, 1980) άλλοτε στο Καστλ Ροκ ή τα Γκουν Ντοκς του Όρεγκον (Στάσου Πλάι μου, 1986 και Γκούνις, 1985). Εδώ βέβαια, δεν πρόκειται για μια άμεση απόδοση τιμών στο coming-of-age σινεμά, αλλά για μια σύνθεση μικρο-αφηγήσεων από τις διαγεγραμμένες σκηνές του, που σαν να μπερδεύτηκαν όλες μεταξύ τους στο πάτωμα του δωματίου μοντάζ μιας παράλληλης διάστασης. Παιδικοί διάλογοι για νέες γυναίκες και ενήλικοι διάλογοι για άβγαλτες έφηβες∙ μια νοσταλγία στο μπλέντερ, τόσο συναρπαστική όσο ιδιοσυγκρασιακή και προσωπική, ένα άτυπο «μάντεψε ποιος» ή σινε-τρίβια που προτρέπει σε διάδραση και σε αφοπλίζει με χάδια και παραμύθια για να αποφύγει να σε στεναχωρήσει.

Η πρόζα του Βούλγαρη θυμίζει σίγουρα κάτι από τον παραλογισμό του Ευθύμη Φιλίππου (Αστακός, Άλπεις, Κυνόδοντας και άλλα), όμως, το να ταξινομήσει κανείς τη Winona στο greek weird wave είναι -πέρα από άχρηστη- μία δραματική υπεραπλούστευση. Ο Βούλγαρης στη Winona έχει κατασκευάσει έναν ιδιότυπο φιλμικό κώδικα που εκτείνεται από σχεδόν έμμετρες ρομαντικές εξάρσεις μέχρι ένα «αντι-κινηματογραφικό» χιούμορ, που δεν είναι σφιχτοδεμένο ή ατακαδόρικο, αλλά προκύπτει οργανικά από το άραγμα των ηρωίδων, φτάνοντας απολαυστικά το όριο του σκατολογικού. Η αλήθεια να λέγεται, η κάμερα του Boy απεικονίζει λιγότερα απ’ όσες εικόνες πλάθει ο διάλογός του.  Στην καρδιά της στιχομυθίας των κοριτσιών, όμως, βρίσκουμε μια σκυταλοδρομία αναφορών από τον Γούντι Άλεν στο μυστήριο, το horror και το sci-fi, επεξεργασμένη μέσα απ’ το προσωπικό αισθητήριο ενός φανατικού σινεφίλ, που αν και ξενίζει στην αρχή, ορθώνεται με αυτοπεποίθηση σε τολμηρούς μονολόγους, με ενδεικτικό αυτόν της εξαιρετικής Δάφνης Πατακιά στο τέλος του β’ μέρους. Μιλάμε, λοιπόν, για ένα σινεμά «DIY» και εγκεφαλικό, το σινεμά των σινεμά που αγάπησε ο Βούλγαρης, που, αν του λείπουν τα μέσα ή οι πόροι, καταφέρνει συνειρμικά και στήνει ανθρωποειδή με μυωπία, φαντάσματα από το παρελθόν ή στάρλετς της μεγάλης οθόνης σε ξεχασμένες παραλίες της Άνδρου να βάζουν αντηλιακό, να κυνηγιούνται και να τσαλαβουτούν στη θάλασσα.

Το κινηματογραφικό λεξιλόγιο της Winona έρχεται να συμπληρώσει ένας σωματικός κώδικας επικοινωνίας που υπογραμμίζει την οικειότητα ως ανθρώπινη ανάγκη στα σκοτάδια της ζωής. Είναι μια οικειότητα-χαμαιλέοντας για τον θεατή, ο οποίος προσπαθεί να ανακαλύψει τη σχέση που συνδέει τις τέσσερις κοπέλες, γιατί μεταμορφώνεται, με ερμηνευτική ζέση, και από τις τέσσερις πρωταγωνίστριες, από ανείπωτο σκίρτημα της καρδιάς σε καθησυχαστικό χάδι ή εφηβικό πείραγμα∙ φιλτράρει τα ανεξήγητα δάκρυα και τα μετατρέπει σε ζεστά βλέμματα πίσω από τους φακούς των γυαλιών, που όλα τα βλέπουν, ακόμα και αν όλα φαίνεται να τα αγνοούν. Τα σώματα των κοριτσιών κινηματογραφούνται άλλοτε στιβαρά, με κοντρ-πλονζέ της κάμερας που τις φέρνουν στο ύψος των βουνών που περιβάλλουν την παραλία (όπως στο τραγούδι της Ανθής Ευστρατιάδου), άλλοτε μικροκαμωμένα να τουρτουρίζουν, με μια κάμερα στο χέρι, σαν σε VHS movie από καλοκαιρινές διακοπές της παιδικής ηλικίας. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στο soundtrack της Τρίχρωμης και του Βούλγαρη, παιγμένο κυρίως σε πιάνο, που εδώ φωτίζει και συννεφιάζει απρόσμενα το σκηνικό, αντίστοιχα με τα time-lapses της διεύθυνσης φωτογραφίας (Σίμος Σαρκετζής, GSC),που φέρνουν σε κάτι από την τελική σεκάνς του αυτοβιογραφικού Long Day Closes (Terrence Davies, 1992).

Για να μη τα πολυλογώ, η Winona του Αλέξανδρου Βούλγαρη είναι όλα τα παραπάνω, όσα μπόρεσα να πω, κυρίως, όμως, είναι όλα όσα δεν μπόρεσα: είναι οι μυστήριες λευκές σελίδες των παιδικών μας λευκωμάτων, ένας χάρτης θησαυρού με αναποδογυρισμένη την πυξίδα, ένα κακοχτυπημένο τατουάζ στο μπράτσο του Τζόνι Ντεπ που, σαν ποπ ελεγεία, διαβάζει: «Γουινόνα για πάντα». Ο Βούλγαρης έχει στοιχειοθετήσει μια ομάδα σταθερών συνεργατών και μαζί τους έχει χτίσει έναν κινηματογραφικό κόσμο που, όσο κι αν φαντάζει αυτο-αναφορικός ή ανοικονόμητος, έχει πλέον συμπαγή υπόσταση και καθίσταται προσβάσιμος σε ένα ευρύ κοινό, χωρίς να του στερεί κανέναν δημιουργικό έλεγχο. Και αν η Winona για ένα μεγάλο μέρος της φαντάζει σαν ένα πλατσούρισμα στα ρηχά, είναι σαφές πως ο δημιουργός της μπορεί με άνεση να ρίξει ένα μακροβούτι και να κολυμπήσει στα ζόρικα και στα βαθιά.



κείμενο του Καραγιαννό
artwork της Ελένης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *