Τελετουργία ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Το Άγαλμα

Τα παγάκια έπεφταν με δύναμη πάνω στον μικρό τρούλο της εκκλησίας, λες και τα πετούσε ο Θεός με τη χούφτα του. Ο εκκωφαντικός θόρυβος του χαλαζιού αντηχούσε μέσα στο σιωπηλό ιερό. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα και λιβάνι και είχε έναν άρρωστο, αχνό φωτισμό από τα κεριά που αργόσβηναν δίπλα απ’ την είσοδο. Οι Άγιοι στους τοίχους είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν, τα πρόσωπά τους έμοιαζαν να παραμορφώνονται στο μισοσκόταδο. Τα μάτια τους φαίνονταν κατάμαυρα και τα στόματά τους χαμογελούσαν συνωμοτικά.

Ο ναός ήταν άδειος, μόνο μια γυναίκα ήταν γονατισμένη μπροστά στο ιερό και έκλαιγε γοερά με το κεφάλι της να ακουμπάει σχεδόν το παγωμένο μωσαϊκό. Ώρες ώρες ανασήκωνε το πρόσωπό της, ψέλλιζε κάτι και έκανε τον σταυρό της. Ήταν μαυροφορεμένη και φαινόταν άυπνη και ταλαιπωρημένη. Η προσευχή της συνεχίστηκε όλο το απόγευμα, μέχρι που και τα τελευταία κεριά έλιωσαν και ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Τότε ένιωσε ένα χέρι να ακουμπά τον αριστερό της ώμο. Οι λυγμοί της σταμάτησαν για λίγο. «Μην κλαις άλλο, τέκνον μου, έλα να εξομολογηθείς» ακούστηκε η βραχνή φωνή του ιερέα. Όταν γύρισε να τον αντικρίσει, η σιλουέτα του είχε ήδη αρχίσει να προχωράει  ανάμεσα στα στασίδια κι εκείνη τον ακολούθησε βιαστικά

Ο ιερέας κάθισε σ’ ένα ξύλινο σκαμνί πίσω από μια κολώνα και την περίμενε να πλησιάσει. Όταν έφτασε κοντά του, γονάτισε και του φίλησε το παγωμένο χέρι του, που μύριζε θυμιατό. Σήκωσε διστακτικά τα μάτια της και είδε για πρώτη φορά το πρόσωπό του μεσ’ στις σκιές του ιερού. Δεν κατάφερε να ξεχωρίσει πολλά πέρα απ’ το απόκοσμο βλέμμα του. Τη διαπερνούσε ολόκληρη. Το σίγουρο ήταν πως δεν τον είχε ξαναδεί στην εκκλησία, δεν την ήξερε. Στιγμιαία, ένιωσε μια ικανοποίηση για την ανωνυμία της.

‘’Σε ακούω, τέκνον μου’’. Καθάρισε τον λαιμό της και γύρισε τρία χρόνια πίσω.

Μέσα Νοέμβρη και το κρύο είχε αρχίσει ήδη να τρυπώνει στα σπίτια του χωριού. Εκείνη άπλωνε τα σεντόνια στην αυλή. Ο άντρας της ήταν στα χωράφια. Τα παιδιά στο σχολείο.Τίποτα το ασυνήθιστο, τίποτα το διαφορετικό, όμως τη θυμόταν πολύ χαρακτηριστικά εκείνη τη μέρα. Ήταν η μέρα που το κακό μπήκε στη ζωή της με τη μορφή ενός  αρρενωπού γείτονά της, ο οποίος σταμάτησε να την καλημερίσει.

Λίγα λεπτά αργότερα, βρίσκονταν πάνω στο κρεβάτι, στο κρεβάτι που κάθε βράδυ κοιμόταν ο άντρας της. Της σήκωσε τη μακριά της φούστα και χώθηκε ανάμεσα στα μπούτια της. Όλο της το σώμα έτρεμε με το άγγιγμα ενός νέου, άγνωστου άντρα, ένιωθε ζωντανή μετά από χρόνια, ένιωθε γυναίκα. Έξω ξέσπασε βροχή, τα σεντόνια έγιναν μούσκεμα, αλλά δεν την ένοιαξε λεπτό.

Από εκείνη τη μέρα, κάθε μεσημέρι ο γείτονάς της έκανε μια στάση στο σπίτι της. Κάθε μεσημέρι, εκείνη τον περίμενε όλο και με μεγαλύτερη ανυπομονησία και λαχτάρα. Και κάθε απόγευμα,  υποδεχόταν τον άντρα της με ένα φιλί, όταν γυρνούσε.

Έφτασε ο Μάιος και ένα μεσημέρι σαν όλα τα άλλα, εκείνη ήταν  γυμνή στο κρεβάτι με τον εραστή της, όταν άκουσε τις μπότες του άντρα της να ανεβαίνουν τα ξύλινα σκαλιά. Μόλις τους ανακάλυψε, άρπαξε το κυνηγετικό του όπλο και τον σκότωσε. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Ύστερα, στράφηκε σ’ εκείνη με το όπλο ακόμα στα χέρια του και την κάννη του να αχνίζει. Η γυναίκα του, με το σώμα της γεμάτο από τα αίματα του εραστή της, έκλαιγε και τον παρακαλούσε να ηρεμήσει. Κι αυτός τη διαβεβαίωσε πως δεν θα τη σκότωνε, θα την άφηνε να ζήσει με τις τύψεις της και θα φρόντιζε να μάθει όλο το χωριό τι πόρνη ήταν.

Το ίδιο βράδυ, τον σκότωσε στον ύπνο του. Τον έπνιξε με ένα μαξιλάρι.

Ξέσπασε πάλι σε λυγμούς, γονατισμένη μπροστά στον άγνωστο ιερέα, ζητώντας συγχώρεση ξανά και ξανά. Ο ιερέας την άκουγε χωρίς να τη διακόπτει.

‘’Πάτερ, πρέπει να με συγχωρέσει ο Θεός, το ξέρω ήμουν αμαρτωλή, έκανα το χειρότερο αμάρτημα, μακάρι να με είχε σκοτώσει εκείνη τη μέρα κι εμένα ο άντρας μου. Δεν με νοιάζει πια τι θα απογίνω, δεν με ενδιαφέρει τίποτα, μόνο τα παιδιά μου, Θεέ μου, τα παιδιά μου. Από κείνη τη μέρα, ένα ένα έχουν αρχίσει να αρρωσταίνουν όλα. Πρώτα η μεγάλη μου κόρη: τρεις μέρες μετά την κηδεία του πατέρα της, άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά της. Μέσα σε μερικές βδομάδες, τα έχασε όλα. Και τα νύχια της άρχισαν να σπάνε και να πέφτουν. Δεν έβγαινε πια απ’ το σπίτι, ντρεπόταν. Αλλά δεν σταμάτησε εκεί, λίγο αργότερα ολόκληρο το δέρμα της άρχισε να ξεφλουδίζει, πάτερ, δεν το έχω ξαναδεί αυτό. Πρώτα τα χέρια της, μετά τα πόδια και μέχρι και το πρόσωπό της. Δεν έμοιαζε πια σαν την κόρη μου. Ήταν ό,τι πιο φρικιαστικό έχω δει, μπορούσες να δεις σχεδόν μέσα απ’ το γυμνό της κρανίο. Το κοριτσάκι μου υπέφερε πολύ. Μετά από λίγους μήνες ο γιoς μου άρχισε να έχει κάτι περίεργα όνειρα. Κάθε βράδυ γινόταν και χειρότερο, κατουριόταν στον ύπνο του και υπνοβατούσε όλη τη νύχτα. Τριγυρνούσε στο σπίτι σέρνοντας την βρεγμένη του πιτζάμα και ψελλίζοντας χυδαία λόγια. Είχα κατατρομάξει. Μέχρι που ένα βράδυ, με ξύπνησε με τις φωνές του. Όταν έτρεξα στο δωμάτιο των παιδιών, τον είδα ξαπλωμένο στο πάτωμα να χτυπιέται όλο του το κορμί, να τρέμει ολόκληρος και τότε, Θεέ μου, έβγαλε απ’ το στόμα του ένα μαύρο σιχαμένο υγρό. Πέθανε το ίδιο βράδυ. Και τώρα η μικρή μου η κόρη, το μόνο πράγμα που μου έχει απομείνει στον κόσμο, τώρα κι εκείνη έχει αρχίσει να αρρωσταίνει. Χτες το πρωί, ξύπνησε και δεν μπορούσε να δει. Ήταν στο κρεβάτι της και έκλαιγε με λυγμούς, μου φώναζε πως τα μάτια της την καίνε. Κάνω ό,τι μπορώ, τις έβρασα τα βότανα απ’ το βουνό και της έδωσα να τα πιει, της διάβασα όλες τις βασκανίες, αλλά τίποτα. Το ξέρω πως με τιμωρεί ο Θεός γι’ αυτά που έχω κάνει, αλλά πρέπει να σώσω το παιδί μου, δεν φταίει σε τίποτα, πάτερ, τι να κάνω; Είμαι σε απόγνωση, κάθε μέρα που περνάει ζητάω συγχώρεση, κάθε μέρα προσεύχομαι στην Παναγία, αλλά πάλι η οργή του Θεού επέστρεψε και τώρα θέλει να πάρει και το μικρό μου κοριτσάκι, τι να κάνω, πάτερ;’’

Ύστερα από λίγα λεπτά, ο ιερέας έσπασε τη σιωπή του. Η φωνή του ακούστηκε ακόμα πιο βραχνή και βαριά από πριν. Της είπε να σταματήσει να κλαίει και, αν θέλει να σώσει την κόρη της και να γλιτώσει την ψυχή της, υπήρχε τρόπος, υπήρχε μια τελετή που μπορούσε να κάνει: να ζητήσει απ τον τεχνίτη του χωριού να φτιάξει ένα μεγάλο άγαλμα της Παναγίας, όμως, μέσα του, να είναι κούφιο. Όταν είναι έτοιμο το άγαλμα, να το γεμίσει με λάδι, μύρα και να βάλει μέσα τη μικρή της κόρη. Τη διαβεβαίωσε πως μονάχα εκεί το παιδί θα ήταν ασφαλές. ‘’Είναι η μόνη λύση, τέκνον μου’’.

Λίγες βδομάδες αργότερα, το κατάλευκο άγαλμα της Παναγίας δέσποζε αγέρωχο στο προαύλιο της εκκλησίας. Όλο το χωριό το θαύμαζε και το προσκυνούσε, κανείς, όμως, δεν μπορούσε να ακούσει τα μικρά χεράκια του παιδιού που χτύπαγαν φοβισμένα από το εσωτερικό του.

κείμενο της Εριέττας
σχέδιο της Ελένης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *