ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Η Αγαπημένη μου Ταινία: 2019

ΜΑΡΙΑ Μ.
Marriage Story (Η.Π.Α., Noah Baumbach)


Όταν πρωτοαντιλήφθηκα το hype γύρω από το Marriage Story,  υπέθεσα ότι είναι μια ιστορία γάμου που ίσως αποτυγχάνει και μαγικά και σύμφωνα με το στερεοτυπικό τρόπο που προβάλλεται στις ταινίες συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει τίποτα παρά η αγάπη τους. Κρατώντας αυτό, σκέφτηκα ότι μια ταινία με πρωταγωνιστές  τη Scarlett Johansson και τον Adam Driver δεν θα μπορούσε να μην πάρει δημοσιότητα ούτε να πάει και εξαιρετικά στραβά.

 Το ιδιαίτερο του Marriage Story είναι ότι παίρνει μια πραγματική, καθημερινή υπόθεση, ένα διαζύγιο, που σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν 15 λεπτά εναλλαγής σκηνών και διαλόγων, και την απλώνει σε 2 ώρες και 17 λεπτά. Μέσα σε αυτό το χρόνο, δείχνει όλη την καθημερινότητα που πολλές φορές τείνει να παραλείπεται για οικονομία χρόνου, γιατί κάποιες φορές τα δάκρυα, οι διαπραγματεύσεις με δικηγόρους, οι συνήθειες με το παιδί που έχει χωριστεί στα δύο λόγω μιας οικογένειας που χωρίζεται στα δύο δεν αξίζουν την ανάλυση. Η ανατροπή που συνήθως έρχεται, αλλά εδώ απουσιάζει, ξεχωρίζει πραγματικά το Marriage Story. Είναι ένας γάμος ανάμεσα σε δύο άτομα που διατηρούν την εκτίμηση μεταξύ τους, ακόμα και όταν θεωρούν ότι χάθηκαν κομμάτια τους μέσα στα χρόνια που ήταν μαζί και δημιουργήθηκε ένα κακό κράμα με ό,τι είχε απομείνει να δηλητηριάζει τους ίδιους. Και έτσι χώρισαν. Τα πράγματα πήγαν καλά, αλλά όχι πάντα καλά, όχι πάντα όπως ανέμεναν ο ένας από τον άλλον, αλλά πήγαν. Και δεν αναιρέθηκε όλη η πλοκή για πέντε λεπτά χαράς του κοινού, ένα ελπιδοφόρο τέλος ότι η απόφαση να χωρίσουν δύο ζωές- ή και παραπάνω ακόμα- μπορεί να λυθεί σε μία στιγμή ενθουσιασμού.

To Marriage Story είναι μία ταινία βασισμένη σε κάτι απλό που ανυψώνεται σε κάτι όμορφο που δεν μπορείς παρά να κοιτάξεις. Μέσα στα όλα clean/cut αλλά και ζεστά pleasing aesthetics του, στους πρωταγωνιστές που, ενώ μας αφήνουν starstruck συνήθως, τώρα δεν είναι παρά δύο σύντροφοι και γονείς που περνάνε μία δύσκολη περίοδο σε συνδυασμό με τα κλισέ που- ευτυχώς, αν με ρωτάτε- απουσιάζουν αξίζει όλη την έκταση της προβολής που πήρε. Δύο ώρες και δεκαεπτά λεπτά, βγαλμένα από την όχι και τόσο λαμπερή ζωή μας, στη μεγάλη οθόνη. Δείτε το. 

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟ 
Burning (Νότια Κορέα, Lee Chang-dong) 


Ελεύθερο «σκέφτομαι και γράφω» πάνω σε δύο διηγήματα του Μουρακάμι και του Φόκνερ που μοιράζονται τον τίτλο «Barn Burning», «Το Παιχνίδι με τη Φωτιά (Burning)» συστήνεται ως μελέτη στα ερωτικά τρίπτυχα και ακολουθεί τη διαδρομή επιθυμία-ζήλια-οργή. Ο Γιόνγκσου κάνει μικροδουλειές και φροντίζει τη φάρμα του φυλακισμένου πατέρα του και η Χαέμι, μια συμμαθήτριά του από τα παλιά, κάνει περιστασιακό σεξ μαζί του και του μαθαίνει παντομίμα, μέχρι να φύγει για ένα ταξίδι και να του αναθέσει να ταΐζει το γάτο της. Η Χαέμι επιστρέφει από το ταξίδι συνοδευόμενη από έναν γοητευτικό και ευκατάστατο άγνωστο, ονόματι Μπεν, που δε θα διστάσει να εμπιστευτεί στον Γιόνγκσου την ενοχλητική διαστροφή του.

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά» υιοθετεί με μαεστρία το κινηματογραφικό μοτίβο του μυστηρίου boy-meets-girl-boy-loses-girl, για να σαμποτάρει αργότερα κάθε δεδομένη συνιστώσα του και να σταθεί με τόλμη στα αδιέξοδα: εκεί που σιγοκαίει το υπαρξιακό άγχος μιας γενιάς καταδικασμένης να διακρίνει γεωγραφικά και ταξικά σύνορα στον ορίζοντα. Αντί προκάτ λύσεων και εντυπωσιακών ανατροπών, το φιλμ προσφέρει μια χούφτα αμφισημίας και αντιφάσεων, συνυφασμένων με το αποξενωτικό πρόσωπο του Παζού και της Σεούλ, όπου τα χρέη των πιστωτικών αφανίζουν γυναίκες από προσώπου γης πολύ συχνότερα από τους κατά συρροή δολοφόνους στο κινηματογραφικό φαντασιακό. Το μυστήριο θα έμοιαζε αδύναμο, αν τα ενοχοποιητικά στοιχεία της αφήγησης μπορούσαν να εξεταστούν κάτω από το φως μιας αντικειμενικής πραγματικότητας· εδώ, όμως, η καχυποψία θεριεύει υπό το βάρος της ερωτικής εμμονής και της ανισότητας ανάμεσα στην εργατική τάξη του Γιόνγκσου και τον προνομιούχο μπλαζέ Γκάτσμπι, τοποθετώντας στην καρδιά της ιστορίας μυστηρίου μια ολισθαίνουσα αλήθεια, ταξικά στρατευμένη, αντίστοιχα με τον πολιτισμικό σχετικισμό περί κακού που συναντήσαμε στο The Wailing (2016). Η τύχη της Χαέμι είναι σαν την γάτα της, στην οποία ο Γιόνγκσου αφήνει φαγητό χωρίς να βλέπει ποτέ με τα ίδια του τα μάτια στο διαμέρισμα. Θυμίζει το νοητικό πείραμα του Σρέντιγκερ: μπορεί να είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή· φτάνει μόνο να κοιτάξει κανείς στο κουτί, όποτε και η πραγματικότητα θα καταρρεύσει στη μια πιθανότητα ή την άλλη. Ο Γιόνγκσου δεν πρέπει να προσποιηθεί πως η Χαέμι υπάρχει, πρέπει να ξεχάσει πως υπήρξε ποτέ.
 
Parasite (Νότια Κορέα, Bong Joon-ho)



Η τετραμελής οικογένεια των Κιμ μόλις που επιβιώνει σε ένα ημιυπόγειο της Σεούλ, αναλαμβάνοντας εργασίες μερικής απασχόλησης. Όταν η ευκαιρία θα παρουσιαστεί στον ικανό- αλλά τυπικά ακατάρτιστο- γιο τους να διδάξει αγγλικά στην κόρη των εύπορων Παρκ, καθένας από τους Κιμ θα βρει τον τρόπο του να τρυπώσει στην ηλιόλουστη βίλα και να αποκαλύψει άθελά του τι κρύβει το υπόγειό της. Αυτό που προσπάθησε να διατυπώσει το «Us» του Τζόρνταν Πιλ και μάλλον στραβοπάτησε, ο Μπονγκ Τζουν-χο στα «Παράσιτα» το οικοδομεί πονηρά και μεθοδευμένα, σπρώχνοντας την αφήγησή του από τη slapstick κωμωδία και την κοινωνική σάτιρα στο καταιγιστικό θρίλερ και το λυτρωτικό δράμα. Θαρραλέα ματιά στην αρχιτεκτονική των ανισοτήτων, ο φετινός Χρυσός Φοίνικας ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια το λουστραρισμένο πτώμα των Crazy Rich Asians, για να αποκαλύψει μέσα του μια ριζωμένη αποικία από ζωύφια συστημικά εξαναγκασμένων σε πόλεμο μεταξύ τους. Αυτά τα παράσιτα άλλοτε φαντάζουν slumdogs, των οποίων τη ζωή η ψυχολογία του χρήματος έχει μετατρέψει σε κακόγουστη φάρσα, άλλοτε γίνονται στοιχειά, που έρχονται να κρασάρουν με θράσος το παιδικό πάρτι των Παρκ∙ πάντα, όμως, μπροστά στην κάμερα του Μπονγκ δεν κινούν τον οίκτο, αλλά διατηρούν μια σπαρακτική ανάγκη για ζωή, σχεδόν μποέμικη και σαφώς ουσιαστικότερη από την υποκρισία του ξενιστή τους.

ΧΑΡΙΤΙΝΗ
Portrait de la jeune fille en feu (Γαλλία, Céline Sciamma)


Άγχος. Μετρημένες αναπνοές. Προσεκτικά βήματα και βλέμματα δυο γυναικών που δεν θα συναντηθούν παρά ελάχιστες φορές μέσα στην ταινία. 

Το «Πορτραίτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται» διαδραματίζεται στην Βρετάνη του 1770. Η Μαριάν, ζωγράφος, αναλαμβάνει να φτιάξει το γαμήλιο πορτραίτο της Ελοΐζ, η οποία επιστρέφοντας από το μοναστήρι στο οποίο ζούσε μέχρι πρόσφατα αρνείται να δεχτεί την ήδη καθορισμένη της μοίρα ως γυναίκα της εποχής. Δεν επιθυμεί να παντρευτεί και γι’ αυτόν τον λόγο η Μαριάν επιχειρεί κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να την ζωγραφίσει σταδιακά, εν αγνοία της, από μνήμης.

Η μοναδικότητα της ταινίας δεν έγκειται μόνο στην δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δυο πρωταγωνίστριες ούτε στον αντισυμβατικό έρωτα με εμφανή ημερομηνία λήξεως. Η παντελής απουσία ανδρών, η γυναικεία αλληλεγγύη που παρουσιάζεται σε διαταξική μορφή, από την αριστοκρατική Ελοίζ στην υπηρέτρια της, όταν η δεύτερη θα χρειαστεί να προβεί σε άμβλωση, η τρυφερότητα σε όλες της τις μορφές, ρητά και υπόρρητα, αλλά και το αναπόφευκτο του εναπομείναντος χρόνου, ο οποίος συμπυκνώνεται σε ένα πορτραίτο που πρέπει, οφείλει, αλλά δεν θέλει να ολοκληρωθεί.

Ο μύθος του Ορφέα και της Ευριδίκης παίρνει σάρκα και οστά στον δέκατο όγδοο αιώνα, σε ένα ανεμοδαρμένο τοπίο, υπό τον ήχο του Βιβάλντι. Κάτι παραπάνω από δίκαιο το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών.

ΛΥΔΙΑ
Klaus (Ισπανία, Sergio Pablos)


Φέτος η χρονιά μάς χάρισε αρκετά ωραίες κινηματογραφικές στιγμές. Μερικές έσπασαν τα ταμεία και μερικές άλλες διατήρησαν ένα πιο χαμηλό προφίλ. Την ταινία, όμως, που με άγγιξε περισσότερο δεν την είδα στο σινεμά.

Το «Klaus» του Netflix είναι μάλλον η καλύτερη Χριστουγεννιάτικη ταινία που έχω δει. Χτίζει το σύμπαν του Άγιου Βασίλη που γνωρίζουμε από το μηδέν, με τόσο φρέσκο, ενδιαφέροντα και πειστικό τρόπο, που εγώ προσωπικά θα ορκιζόμουν πως είναι αλήθεια. Όλα είναι αριστοτεχνικά τοποθετημένα εκεί που βρίσκονται:
χαρακτήρες, σκηνές, ατάκες. Όλα έχουν λόγο και αιτία και μάλιστα τόσο βάσιμους που μόλις τους δεις θα αναφωνήσεις «Αααα! Ρε κοίτα τι σκέφτηκαν!». Πράγμα που εγώ προσωπικά έλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της πανέξυπνης ιδέας που πήρε μορφή. Τεχνικά, το «Klaus» είναι άρτιο. Η σκηνοθεσία, το μοντάζ, το σχέδιο το ίδιο, που ενώνει αρμονικά το κλασσικό αμερικάνικο σχέδιο της Pixar μαζί με την darkίλα του Tim Burton, ήρθαν για να αναδείξουν αυτό το πρωτότυπο σενάριο και να μας κάνουν να γίνουμε για λίγο παιδιά που περιμένουν στον καναπέ να αρχίσει η ταινία την Παραμονή των Χριστουγέννων. Και λέω για λίγο, γιατί τα καλά τοποθετημένα χιουμοριστικά του στοιχεία θα τα αντιληφθεί πιο εύκολα ένας μεγαλύτερος και κάπου εκεί η φράση «Τα animation δεν είναι παιδικά!» θα επαναληφθεί κι εγώ θα έχω κάτι να τρίβω στη μούρη όσων λένε το αντίθετο. 

Αυτή η ταινία είναι η σωτηρία σου από το ατελείωτο scrollάρισμα στο Netflix, ενώ αναρωτιέσαι τι να δεις. Ειδικά αυτές τις μέρες. Είναι η λύση που έψαχνες, για να δεις ταινία με κάποιον που δεν ξέρεις τι του αρέσει. Και εδώ που τα λέμε, είναι κι η αφορμή για να ξεσπάσεις και λίγο. Γιατί, αν έχεις ψυχή, θα σε συγκινήσει και έτσι θα κλάψεις και λίγο και για τα δικά σου. Μην ντρέπεσαι, όλοι το κάνουμε. Όπως και να ‘χει, εγώ πλέον πιστεύω ξανά στον Άγιο Βασίλη και θα τον περιμένω με μπισκότα και γάλα απέναντι από το τζάκι. Που δεν έχω. Αλλά, όπως και στα animation, με λίγη φαντασία, όλα γίνονται.

ΜΑΡΛΕΝΟ
Synonymes (Γαλλία-Ισραήλ, Nadav Lapid)

Τα Συνώνυμα είδα στο Ανδόρα σε δεύτερο ραντεβού, όχι αναγκαστικά επειδή ήθελα να δω αυτά και ελπίζοντας ότι το Ανδόρα θα ήταν λίγο πολύ άδειο. Τελικά, το Ανδόρα ήταν φίσκα και εγώ είδα την ταινία από την αρχή έως το τέλος. 

Ο Γιοάβ το σκάει από το Ισραήλ στη Γαλλία και ορκίζεται ότι δεν θα ξαναμιλήσει εβραϊκά, ενώ στο μεταξύ προσπαθεί να εμβαθύνει στις γνώσεις του των γαλλικών. Από εκεί και πέρα το θέμα της ταινίας είναι η ίδια η αφήγηση. Η αφήγηση της ζωής του Γιοάβ από τον ίδιο στον Εμίλ και την Καρολίν (ένα ζευγάρι Γάλλων που ο Γιοάβ γνωρίζει και οι οποίοι τον παίρνουν υπό την προστασία τους), το παραμύθι του Έκτορα που οι γονείς του Γιοάβ αφηγούνταν, όταν αυτός ήταν μικρός, οι ιστορίες που ο Εμίλ φέρεται να γράφει, το πορνό, η προσωπική αφήγηση ως αντίληψη εαυτού και το εθνικό αφήγημα (τι σημαίνει να είσαι Γάλλος και τι να είσαι Ισραηλινός; ποια είναι τα όρια της εθνικότητας και ως πού μπορούμε να τα τραβήξουμε, πριν ξεχειλώσουν;) Παράλληλα, κάνουμε διαλείμματα ραπ, όταν ο Γιοάβ περπατώντας στο Παρίσι λέει όλα τα ρήματα δεύτερης συζυγίας σε -ir  που ξέρει ή  όλα τα συνώνυμα του αχρείος. Η μία ιστορία κάνει ξερή πάνω στην άλλη, χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά διάκριση μεταξύ αλήθειας και πραγματικότητας, υπερβολής και ρεαλισμού. Δεν είναι αυτό το ζήτημα, το θέμα είναι να μην βαρεθεί να μας ακούει ο Eμίλ, ο οποίος, σαν άλλος σουλτάνος Σαχριάρ, απειλεί να μας κόψει το κεφάλι ή να μας κλείσει την πόρτα, αν σταματήσουν να τον ενθουσιάζουν όσα έχουμε να αφηγηθούμε. 

Το ραντεβού μου πήγε πολύ κακά, η ταινία, όμως, πήγε υπέροχα. Κι αν μου θύμισε κάτι, αυτό δεν ήταν αναγκαστικά τα βράδια που έγραφα εκθέσεις για τα μαθήματα των γαλλικών ψάχνοντας στη Larousse συνώνυμα, όσο τα τετράδια της μητέρας μου που έχω δει με τις ελληνικές λέξεις γραμμένες από τη μία, όπως τις άκουγε, με λατινικούς χαρακτήρες και τη σημασία τους από την άλλη. 


ΜΑΡΙΑ Λ. 
Joker (Η.Π.Α.,  Todd Phillips)


To 2019 είδα πολλές ταινίες και επέλεξα να μην δω ακόμα περισσότερες (υπάλληλος κινηματογράφου γαρ), αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσω και να προτείνω μία, αυτή θα ήταν ο Joker. Κι αυτό όχι για να πάρω μέρος στο Marvel vs DC debate (και το Endgame εξαιρετικό ήταν), ούτε επειδή έρχονταν άνθρωποι να την δούνε δεύτερη και τρίτη φορά και έλεγαν «Καλά ε, αν δεν το πάρει ο Χοακίν το Όσκαρ, μεγάλη αδικία!», αλλά επειδή ήταν μία από τις ελάχιστες φορές που ένιωσα ότι οι ψυχικές ασθένειες παρουσιάζονται τόσο ωμά και προσιτά, ακόμα κι αν ο πρωταγωνιστής είναι ένας τρελός ήρωας κόμικ. Η ταινία, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν περιλαμβάνει υπερφυσικά στοιχεία, όπως οι υπόλοιπες ταινίες με τον Joker, πέραν κάποιων easter eggs για τους fans, γεγονός που κατ’ εμέ κάνει την υπόθεσή της τόσο δυνατή: δεν παρουσιάζει την ζωή και την τρέλα του σουρεάλ υπερκακού Arthut Fleck, αλλά ενός τυχαίου ανθρώπου, όταν είναι περιθωριοποιημένος, αυτοκαταστροφικός και αβοήθητος. Εννοείται ότι η ερμηνεία του Phoenix έκανε την διήγηση αυτή τόσο συγκλονιστική, όπως και η πολύ έξυπνη σκηνοθεσία του Phillips. Κάντε την χάρη στον εαυτό σας και δείτε την or you wouldn’t get it.

DRONE
Knives Out (H.Π.Α., Rian Johnson)


Μια ταινία την οποία είδα με διάθεση να την κράξω το λεπτό που θα έπεφταν οι τίτλοι τέλους και που τελικά μου έφτιαξε ένα βράδυ που κατά τ’ άλλα θα χαρακτήριζα «αηδιλίκι». Ξεκάθαρα. Η ταινία έχει στον κύριο κορμό της το μυστήριο του θανάτου του Χάρλαν, που ερμηνεύει ο 90χρονος πλέον Κρίστοφερ Πλάμερ, από τον ντετέκτιβ Μπενουά Μπλανκ του Ντάνιελ Κρεγκ και τη νοσοκόμα του θανόντος, Μάρτα. Γύρω από αυτό το γεγονός εισάγει και διατηρεί μια υπέροχη ισορροπία ανάμεσα σε μυστήριο, σουρεαλισμό, κωμωδία, δράμα και κοινωνική σάτιρα προς πάσα κατεύθυνση, από την ακροδεξιά τάση, έκδηλη παγκοσμίως, μέχρι τη βλακεία που επιδεικνύει κάποιος φανατικός υπέρμαχος της «εναλλακτικότητας». Είναι ένα υπέροχο και πολλές φορές ξεκαρδιστικό τουρλού ιδεών και δράσης που όμως καταφέρνει να λειτουργήσει και ως feelgood εμπορική ταινία και ως προβληματισμός, όπου πρέπει. Ο σκηνοθέτης, αφού προλογίζει την ταινία (το πρώτο πράγμα που προβάλλεται είναι actually αυτός να μας παρακαλάει να μην κάνουμε σπόιλερ σε άλλους που θέλουν να πάνε να τη δουν), υπηρετεί το όραμα αυτό με επάρκεια και αξιοποιώντας στο έπακρο τους ταλαντούχους ηθοποιούς του καστ είτε ως θύματα είτε ως θύτες είτε ως καρικατούρες (απίστευτη η παρουσίαση της μητέρας του θύματος, ένα έποsh βγαλμένo από την οικογένεια Adams). Είναι μια «αμερικανιά»; Σίγουρα, αλλά από τις καλές. Είναι καλύτερη από κουλτουριάρικες σούπες που βλέπουμε κατά καιρούς; Επίσης σίγουρα.

Όταν ο Βάγκνερ Συνάντησε τις Ντομάτες (Ελλάδα, Μαριάννα Οικονόμου)

Δεν περίμενα να πληρώσω εισιτήριο ποτέ για να δω ντοκιμαντέρ, αλλά ήταν Σάββατο μεσημέρι, βαριόμουν κι όλοι ήταν απασχολημένοι. Δεν το μετανιώνω. Το ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου για μια ομάδα παραγωγών ντομάτας και σχετικών τροφικών σκευασμάτων που προσπαθεί να λανσάρει τα προϊόντα της στο Βέλγιο είναι μια ιστορία που αρχικά φαίνεται αδιάφορη, παρωχημένη. Εγώ δε θα χα πάει να δω την ταινία, αν έπαιζε κάτι άλλο εκείνη την ώρα. Η ομάδα που απαρτίζεται από δυο ξαδέρφια και πέντε γυναίκες, που βάζουν στα φυτά μουσική του Βάγκνερ για καλύτερη σοδειά, αντιμετωπίζουν μια φοβερή αντίφαση κατά το ταξίδι τους για την προώθηση των προϊόντων τους: το προϊόν είναι καλό αλλά δεν προσφέρεται για μάρκετινγκ. «Δεν ξέρουμε το μέρος, δεν ξέρουμε τους ανθρώπους». Άρα, δεν μπορεί να πουλήσει. Πέραν της συγκεκριμένης ιστορίας που παρουσιάζει αυτή η ταινία, μπορεί κανείς εύκολα να ταυτιστεί με αυτούς τους ανθρώπους ως προς τη δυνατότητα και τις δυσκολίες του να πετύχει τους στόχους του και να διαχειριστεί το κατά πόσο μετρούν οι κόποι του, όταν έρθουν αντιμέτωποι με τη μεγάλη εικόνα. Είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφήνει την εντύπωση ενός γλυκόπικρου διηγήματος.



σχέδιο του Ανδρέα Βοτίκα
(οι αφίσες των ταινιών αλιεύθηκαν από τη Wikipedia, εκτός από αυτή της ταινίας «Όταν ο Βάγκνερ Συνάντησε τις Ντομάτες» την οποία αλιεύσαμε από το IMBD) 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *