ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Τα Ζεστά Διηγήματα (II)

Άσκηση: γράψε ένα διήγημα στο οποίο η ζέστη θα έχει μια αισθητή παρουσία, χωρίς να αποτελεί το κεντρικό θέμα της αφήγησης.

Προβολή
του Μαρλένο 

Βγήκε από την εξώπορτα του σπιτιού του, μαύρο τζιν και κοντομάνικο μπλε πουκάμισο. Ήταν αρχές Νοέμβρη, αλλά, όταν είχε κατέβει την κατηφόρα, ήταν ήδη ιδρωμένος. «Κλιματική αλλαγή», είπε με ειρωνικό τόνο. Το βήμα του δεν ήταν βήμα ανθρώπου που βιάζεται. Δεν βιαζόταν, ήταν εφτά και μισή. Στις εφτά και είκοσι έπρεπε να είχε συναντήσει την Μαργαρίτα στη στάση του λεωφορείου, ώστε να κάνουν μία βόλτα, πριν κατευθυνθούν προς το σινεμά για την ταινία στις οχτώ.

Στο τέλος της κατηφόρας έστριψε αριστερά, περίμενε το φανάρι να γίνει πράσινο, πέρασε απέναντι και έστριψε πάλι δεξιά. Μπορούσε να δει τη Μαργαρίτα στην στάση του λεωφορείου να περιμένει κάνοντας αργά μικρούς κύκλους. Έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά του πριν πλησιάσει αρκετά, για να μπορούσε να υπάρξει αποδέκτης οποιασδήποτε φράσης της. Είπε το όνομά της και αυτή γύρισε προς το μέρος του. Ήταν οχτώ παρά δέκα.

– Άργησες.

Ξεκίνησαν να περπατούν προς το σινεμά, για να προλάβουν την προβολή, χωρίς να μιλάνε. Γύρισε το κεφάλι του και ένιωσε μεγάλη ανάγκη να την περιγράψει. Η Μαργαρίτα είχε μακριά, καστανά, σγουρά μαλλιά και μεγάλα, μαύρα μάτια. Δεν ήξερε τι άλλο να πει για αυτήν και αυτό όχι επειδή δεν ήταν η ίδια κάτι άλλο πέρα από μαλλιά με μάτια. Έπιασε το χέρι της και την ρώτησε για την ταινία.

Στον Θωμά δεν άρεσε πραγματικά το σινεμά. Η Μαργαρίτα, όμως, ήξερε ονόματα σκηνοθετών και ηθοποιών, ρεύματα, ταινίες κλασικές, πρωτοποριακές και καλτ. Πολλές φορές, για να προσποιηθεί ότι έχει κάποια οποιαδήποτε άποψη για το σινεμά, ο Θωμάς επαναλάμβανε ό,τι είχε ακούσει τη Μαργαρίτα να του λέει, αλλά με τρόπο τέτοιο, ώστε να μην χρειάζεται να προχωρήσει σε κάποια περαιτέρω ανάπτυξη. Ήξερε να απαντάει ποια είναι η αγαπημένη του ταινία βάζοντας στη σειρά λέξεις, εκφράσεις και συνοδευτικές γκριμάτσες και κινήσεις της Μαργαρίτας, προσαρμόζοντάς τες μόνο ελάχιστα στα δικά του δεδομένα.

Η ταινία που επρόκειτο να δουν ήταν ερωτική και δεν είχε ξεκινήσει ακόμα στις οχτώ και δέκα, γιατί δεν είχαν μαζευτεί αρκετοί θεατές. Η Μαργαρίτα ήξερε τις συντεταγμένες της τέλειας θέσης και τους τοποθέτησε εκεί με προσοχή. Ο Θωμάς, μη μαθημένος, σταμάτησε να μιλάει και γύρισε με απόλυτη προσοχή, αν και πρώτα έπαιζαν τα τρέιλερ άλλων ταινιών. Η ταινία ξεκίνησε στις οχτώ και είκοσι.

Ένα αγόρι κάθεται απέναντι από ένα άλλο αγόρι στο τραπέζι μίας καφετέριας. Έχουν τα σακίδια τους τοποθετημένα δίπλα τους, του ενός το σακίδιο είναι μάλιστα ανοιχτό. Ο ένας κοιτάει τον κατάλογο και ο άλλος κοιτάει έξω από το παράθυρο. Δεν είναι ξεκάθαρο αν όντως έχουν βρει κάτι αξιοσημείωτο εντός του καταλόγου ή εκτός του παραθύρου ή αν αποφεύγουν μόνο να δουν ο ένας τον άλλον. Το ένα αγόρι έχει μαύρα μεγάλα μάτια και το άλλο πολύ ωραία, μακριά, σγουρά, καστανά μαλλιά· αυτό είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρείς πάνω τους. Η συζήτησή τους είναι βαρετή, φαίνεται και οι δύο να χρησιμοποιούν θέματα συζήτησης αποθηκευμένα για περιστάσεις στις οποίες δεν έχουν τίποτα να πούνε. Κάποια στιγμή αρχίζουν και μιλάνε για την αγαπημένη τους ταινία. Δεν συμφωνούν. Ο πρώτος λέει στον δεύτερο ότι πρέπει να δει αυτή την ταινία και μετά μια άλλη και ίσως να ξαναδεί μια που έχει ήδη δει. Ο άλλος του απαντάει κοιτάζοντας το ρολόι του. Σηκώνονται. Βγαίνουν έξω από το μαγαζί κρατώντας μια απόσταση μεταξύ τους. Αφού βγουν έξω, λίγο πριν αποχωριστούν ο ένας τον άλλον, ο πρώτος λέει το όνομα του δεύτερου. Ναι; Κοιτούν ο πρώτος τον δεύτερο και ο δεύτερος τον πρώτο και φιλιούνται. Ο τίτλος της ταινίας εμφανίζεται.

Ο Θωμάς καθισμένος δεξιά από την Μαργαρίτα στήριζε το κεφάλι του στο αριστερό του χέρι καλύπτοντας παράλληλα το ένα του μάτι. Έσφιγγε τα δόντια του και είχε ιδρώσει. Ξεκούμπωσε ένα από τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Αν και ίδρωνε δίχως σταματημό, ένιωθε παγωμένος, ανίκανος να κουνηθεί, πόσο μάλλον προς το μέρος της Μαργαρίτας. Τι θα της έλεγε, πώς θα της εξηγούσε; Είχε δει και η ίδια την ίδια σκηνή μαζί του. Τι σκεφτόταν; Γιατί δεν του μιλούσε; Δεν θα έπρεπε να είχε αντιδράσει; Ένιωσε εκτεθειμένος και ξανακούμπωσε το κουμπί του πουκάμισου του, ενώ συνέχιζε να ιδρώνει.

Γύρισε το κεφάλι του προς την Μαργαρίτα που συνέχιζε να κοιτάει ατάραχη προς την οθόνη. Το αγόρι με τα μεγάλα, μαύρα μάτια συνέχιζε να φιλάει το κορίτσι με τα σγουρά μαλλιά. Ο τίτλος εξαφανίστηκε, η σκηνή άλλαξε, η ταινία προχώρησε προς το κύριο μέρος της.


Υδάτινοι
της Ειρήνης Μπαζάνη

Θα παίζαν όλη μέρα, εκείνη και εκείνος. Τα σχολεία ήταν κλειστά και εκείνος είχε όλο το σπίτι για τον εαυτό του· κι αυτό σε εκείνη την πρώιμη ηλικία είναι πολύ σημαντική υπόθεση. Ο πατέρας του είτε έφυγε ξαφνικά είτε είχε ήδη χρόνια να φανεί. Και η μητέρα του νάρκισσος, μασκαρευόταν με ακριβά καλλυντικά κι έτρεχε από παράσταση σε παράσταση, για να ξεχαστεί. 

Μετά το ξαφνικό τηλεφώνημα, εκείνη μπήκε τρέχοντας για μπάνιο. Ήθελε να μυρίζει όμορφα και να είναι μαλακή. Επιστράτευσε χιλιόμετρα δαντελένιων και βαμβακερών υφασμάτων. Παρέταξε ορδές από πολύχρωμες κορδέλες, για να τυλίξει τα μαλλιά της. Πρόσταξε το άρωμα της να εγκατασταθεί μόνιμα στο λαιμό και στους καρπούς της. Μόνο το ξυραφάκι της δεν μπόρεσε να τιθασεύσει κι έτσι κόπηκε στον αστράγαλο και από τη βιασύνη δεν πρόλαβε ούτε τσιρότο να βάλει. Λέρωσε τα πάνινα της παπούτσια κατευθυνόμενη στο σπίτι του.

Εκείνος δεν είχε προλάβει να φτιάξει ατμόσφαιρα. Λουλούδια, κεριά, σεντόνια· τίποτα. Ένα σκέτο σπίτι ήταν, ασυμμάζευτο και χωρίς πολύ χώρο. Ένα σωληνοειδές βάζο γεμάτο μήλα ήταν τοποθετημένο στο τραπέζι της μητέρας. Το κρεβάτι του, τόσο στενό που μετά βίας χωρούσε τον ίδιο. Εκείνη του ψιθύρισε πως δεν την πείραζε και πως είχε κλέψει ένα μπουκάλι κρασί από τους δικούς της. Στο μπουκάλι έγραφε με καλλιγραφικά «ζελίνα». Η «ζελίνα» είχε το χρώμα μιας φρέσκιας πληγής και μύριζε πορτοκάλι.

Ξεκίνησαν να πίνουν, χωρίς να ξέρουν το γιατί. Σαν να ήθελαν να ξεχάσουν πράγματα που δεν είχαν προλάβει καν να μάθουν. Ξεκίνησαν να μιμούνται αυτό που είχαν δει στο σινεμά, προσποιούμενοι πως ξέρουν ακριβώς τι κάνουν. Λες και το ‘χαν ξανακάνει εκατομμύρια φορές. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φιλήθηκαν και άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλον. Σαν μια αόρατη φιγούρα να τους είχε μόλις ψιθυρίσει το κρυφό σονέτο των σωμάτων. Όμως, εκείνοι βιάζονταν και τα δάχτυλα τους ήταν άμαθα. Και χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία, επικρατούσε μόνο η τάση τους προς μείξη. Μια ανεξήγητη μανία κινήσεων αλληλοσπαραγμού που κάθε άλλο έκαναν παρά να χορταίνουν τους δράστες. Ήθελαν να δαγκωθούν σε βαθμό αφανισμού και μήτε η ζελίνα μήτε τα αιμάτινα μήλα μπορούσαν να ξεγελάσουν τον πόθο τους. Τα χέρια του ενός σκάλιζαν το σώμα του άλλου με την ανυπομονησία κάποιου που ληστεύει εκκλησία. Σε ένα μονό κρεβάτι προσπαθούσαν, όσο περισσότερο μπορούσαν.  Εκείνη- με επιτηδευμένα χαμηλό τόνο- σχεδόν διέλυσε την στιγμή ψιθυρίζοντας πως ήταν έτοιμη να γίνει η Romy Schneider του. Έγινε εκείνη η παύση που γίνεται, πριν αποκαλύψουμε τα μεγαλύτερα μυστικά, κι εκείνος, πριν επισφραγίσει οποιαδήποτε συμφωνία, της είπε:

– Ζεσταίνομαι υπερβολικά και δεν γίνεται. Δεν μπορώ.

– Εντάξει ας πάμε να γεμίσουμε την μπανιέρα για να βουτήξουμε και να δροσιστούμε. Και μπορούμε να ανάψουμε κάποια κεριά ίσως να βάλουμε μουσική ίσως να σου τραγουδήσω καλύτερα εγώ και μετά εσύ ίσως αστέρια και κομήτες και ν’ακουμπήσουν οι δυο μας μύτες κάτω απ’το νερό και δεν θα πούμε σ’αγαπώ γιατί κινδυνεύουμε απ’τη βαρύτητα μικρέ μου εξερευνητή.

– Εντάξει.

Γέμισαν την μπανιέρα και εκείνος ζήτησε καυτό νερό. Υπάκουσε. Δεν μπορούσαν να διαλέξουν CD. Διαφωνούσαν συνέχεια, εκείνη ήθελε Air εκείνος Porcupine Tree. Του μίλησε για το Μoon Safari κάνοντας το άγριο ζώο πάνω στο κρεβάτι προσπαθώντας να αναπαραστήσει τη μουσική ή προσπαθώντας να τον επανερεθίσει. Μάταια. Εκείνος δεν πείστηκε. Οπότε, απλώς έκλεισαν τα φώτα σε όλο το σπίτι. Υπήρχε μια σιωπή και μια ντροπή, αλλά ήταν ένα είδος κοινής ντροπής, συμφωνημένη και από τις δύο πλευρές, απαλείφοντας έτσι την αμηχανία.

Μπήκαν μέσα στο νερό ταυτόχρονα, ξεκινώντας από τα δάχτυλα, τα μετατάρσια και ύστερα οι φτέρνες κ’ οι αστράγαλοι, κάνοντας εκείνη το νερό  να ροζίσει με την πληγή της. Κάθισαν αντικριστά, εκείνη άπλωσε το πόδι της, για να τον αγγίξει στο γοφό. Εκείνος λύγισε το δικό του και έφτασε στο γόνατο της. Αυτή επέκτεινε τη ραχοκοκκαλιά της κάτω από το νερό και έγειρε το λαιμό της στο μάρμαρο, για να του δείξει το δρόμο. Αυτός ανασήκωσε τη λεκάνη του, για να την πλησιάσει και να της φιλήσει το μήλο που δεν είχε. Της ζήτησε να βυθιστεί ολοκληρωτικά μες στο νερό και αυτή υπάκουσε. Ύστερα από κάποια δευτερόλεπτα, την τράβηξε, μη τυχόν και από τα νάζια της δεν προλάβαινε να πάρει καμιά ανάσα.

 Εκείνη είπε:

Στη μία από τις τέσσερις άκρες της σκηνής μας,
εκεί που το νερό άτσαλα χτυπάει,
έχω κρύψει εσένα.
Εσένα που τροφοδοτείσαι από την ενέργειά μου
και τη μετατρέπεις σε ενέργεια δική σου.

Αν η απουσία μας ήταν συνεχής,
θα το ‘λεγα φιλί(α).

Και μόνο ο εγωισμός,
αυτός που με δένει και με δένει,
με δένει με εσένα
και με δένει σε εσένα,
είναι αυτός που τροφοδοτεί εκ νέου και τους δύο
και αυτό που είχαμε,
με αυτό που δεν έχουμε,
παράλληλα.

Αν μπορούσα να ερωτευτώ ένα στόμα
να μεθύσω, να το πιω, να το δαγκώσω και φτου και ξανά,
αυτό θα ήταν το δικό σου.
Αντί για στόμα,
το μάρμαρο, γλυκόπικρο στα χείλη μου.

Το παγωμένο σώμα,
η νεκρώσιμη σωματική τελετή
που με τέτοια μανία δεν μοιραζόμαστε,
μετεωρίζονται στο διηνεκές.

Δεν είμαστε
και δεν θα είμαστε,
και αυτό το «θα» είναι το χρώμα,
που θα μπορούσε να με ξυπνάει
κι άλλοτε να με κοιμίζει,
με κάνει να απαντάω ή να σιωπώ γλυκά,
να κλείνομαι εκούσια σε όλες σου τις λέξεις,
και να ξέρω,
μόνο εγώ,
και εσύ ερωτηματικά.

(Φαντάσου)
Να σε κοιτούσα βαθιά στα μάτια
και να ξέραμε 
όπως παλιά

και ξαφνικά –
δεν αμφιβάλλω παρά για το ότι ξέρω μόνο εγώ τελικά.

Είχα δίκιο,
άδικο όμως είναι να γνώριζα το τέλος 
έπρεπε να με μεγαλώσεις
μέσα από λάθη και τερτίπια
άλλοτε ήπια
άλλοτε –

Το νερό που με πλημμυρίζει,
το νερό που με βυθίζει σ’όλες μου τις εκδοχές,
δεν είναι το στόμα,
δεν είναι η κλίση,
δεν είναι το σώμα,
δεν είναι η κλίνη,
δεν είναι ο χρόνος,
δεν είναι η Σελήνη,
δεν είναι ο Κρόνος.

είσαι «εσύ».

 Kαι εκείνος:

Πιάνω ένα χρωματιστό γυαλί και σε φωνάζω μέσα από τ’όνειρο
Προσοχή παρακαλώ
ένας άγγελος 60 τόνων πρόκειται να πέσει στη γη.
Εγώ είμαι αυτός που λες;
Έγινα τραίνο;
Πώς άλλαξα τόσο;
Πώς ξέχασα ν’ανακατεύω τη στίξη;
Πώς μ’άφησα να πηγαίνω από μέρος σε μέρος κι όλο στα ίδια μέρη να πηγαίνω;
Πώς μ’άφησα να σ’αφήσω;

Θα σε κουβαλάω,
όσα και να γίνουν.

Θα ψαχουλεύω για στοιχεία σου.
Θα επαναλαμβάνω το όνομα σου.
Θα ρωτάω τους κοινούς γνωστούς μας.
Θα ψάχνω τρόπους να σε ενοχλήσω εξ αποστάσεως.
Θα μας θυμάμαι να τραγουδάμε και να καπνίζουμε πάνω από δίσκους βινυλίου.
Θα σε ονειρεύομαι με στοργή.
Όσο και να δείχνω ότι σε αγνοώ.

Θέλω να σφραγίσουμε αυτή την άτυπη συμφωνία.
Να νοιαζόμαστε αέναα.
Να ζούμε πολλαπλασιαζόμενα.
Ο ένας μέσα και μέσω του άλλου
με οποιονδήποτε τρόπο και οπουδήποτε.

Σου υπόσχομαι.
Θα είμαι κάπου πάντοτε να σε αγαπάω εξ αποστάσεως.
Εκτός κι αν είμαι αποκύημα δικό σου
που με εφηύρες σκόπιμα, για να ‘χεις κάπου μια πηγή να ξαποσταίνεις.
Καταλαβαίνω
Το κουβάλημα μιας ονειροφαντασιάς μπορεί να γίνει πολύ κουραστικό.
Κουβαλάς κουβαλάς και κουβαλάς,
για να μπορείς να πεις κάποτε πως ένιωσες κι εσύ.

 Και εκείνη:

Ξέρω.
Αν μπορέσεις να ερωτευτείς ένα στόμα
να μεθύσεις, να το πιείς, να το δαγκώσεις και φτού και ξανά,
αυτό δεν θα είναι το δικό μου.
Αντί για στόμα,
Η ψυχή μου, γλυκόπικρη στα χείλη σου.

Και βυθίστηκε.




σχέδιο του Ανδρέα Βοτίκα
βρείτε τον Μαρλένο εδώ και την Ειρήνη Μπαζάνη εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *