ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

Αυτόματη Γραφή στον Δρόμο

Πρέπει να ήμουν δεκατεσσάρων χρονών την πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου αυτό το μικρό βιβλίο. Κιτρινισμένες σελίδες, έκδοση του 1988, σειρά τσέπης. Στο εξώφυλλο στέκονταν η φιγούρα ενός άντρα και στο εσώφυλλο μια αφιέρωση από τον πατέρα μου προς τη μητέρα μου. Η μυρωδιά και η υφή του χαρτιού, τα θαμπά χρώματα και ο τίτλος με έκαναν να θέλω να το διαβάσω χωρίς να ξέρω το περιεχόμενο. Προσπάθησα πολλές φορές να το ολοκληρώσω εκείνη τη χρονιά,  όμως κάθε φορά το παρατούσα. Με κούραζε η γραφή, το μυαλό μου βομβαρδίζονταν από άπειρες λέξεις σε σημείο που δεν μπορούσα να συγκρατήσω την πλοκή.

Έπρεπε να περάσουν δύο χρόνια για να μπορέσω να το διαβάσω εκτιμώντας κάθε λέξη. Τότε με χτύπησε απότομα στην ψυχή και στο μυαλό. Οι φράσεις με κατέκλυσαν και γέμισαν όλα τα ανυπόμονα για τη ζωή κομμάτια του εαυτού μου. Το διάβαζα όλη μέρα, στο λεωφορείο, στο κρεβάτι, πριν κοιμηθώ, στο γραφείο μου αποφεύγοντας να διαβάσω οτιδήποτε άλλο. Ανέπτυξα ένα είδος εθισμού στο μέρος που με οδηγούσε αυτή η ιστορία. Μάλλον, πιο σωστό θα ήταν να χρησιμοποιήσω πληθυντικό, καθώς όλο το διήγημα αποτελείται από συνεχόμενες και αλληλένδετες αληθινές ιστορίες που προέκυψαν από τις εμπειρίες της ζωής του Jack Kerouac. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο περιπλανήσεις και ατελείωτα roadtrips στους δρόμους της Αμερικής, jazz μουσική, ποίηση, φιλία και έρωτα. Όλα αυτά στοιβαγμένα σε παραγράφους χωρίς τελείες γιατί ο Kerouac έγραφε όπως μιλούσε.

Έμαθα αργότερα διαβάζοντας, ότι ο Jack Kerouac ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης ομάδας καλλιτεχνών, την γενιά του Beat όπως τους ονόμασαν. Άνθρωποι που μίλησαν δυνατά, ούρλιαξαν (ποίημα ‘’Howl’’ του Allen Ginsberg) τις ιδέες τους ανάμεσα στο τελείωμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στην αρχή της ξέφρενης δεκαετίας του ’60. Ήταν όλοι τους χαμένοι και κερδισμένοι ταυτόχρονα, καθώς βρήκαν μια αλήθεια στην απόγνωση, γίναν ταξιδιώτες με όλη τη σημασία της λέξης. Έγραψαν, ζωγράφισαν και μίλησαν για πράγματα που άλλοι δεν τόλμησαν και, ύστερα, γκρεμίστηκαν στο τέλος της διαδρομής. Δημιούργησαν ένα κύμα ενέργειας και ιδεών που παρέσυρε τις επόμενες γενιές και επηρέασε την πορεία της σύγχρονης ποίησης και πεζογραφίας.

 

«Με τον ερχομό του Ντήν Μοριάρτι άρχισε η ζωή μου στον δρόμο. Μέχρι τότε πολλές φορές θέλησα να ταξιδέψω στην Δύση, για να δω τη χώρα, αλλά πάντα έκανα αόριστα σχέδια που ποτέ δεν πραγματοποιούσα…»

 

Από την πρώτη σελίδα με είχε κερδίσει. Οι πολλά υποσχόμενες σκέψεις του συγγραφέα ενώθηκαν με τη δική μου ανυπομονησία για το μέλλον. Το υπόλοιπο βιβλίο κυλά με σταθερή επιτάχυνση, σαν ένα αμάξι σε άδειο δρόμο, χωρίς όμως να πηγαίνει πουθενά συγκεκριμένα. Επανειλημμένα ο Kerouac ανέφερε μέσα από τους χαρακτήρες του «Πρέπει να πάμε, δεν ξέρω πού αλλά πρέπει να πάμε!». Δεν υπήρχε πλάνο, οργάνωση ή στόχος. Η μόνη κινητήρια δύναμη ήταν το πάθος για ζωή. Η ανάγκη να ρουφήξουν κάθε σταγόνα εμπειριών ακόμα και αν αυτό αποδεικνύονταν καταστροφικό.

Ο Kerouac μιλά για την τρέλα που είχαν αυτοί οι άνθρωποι, γράφει για εκείνους σαν παρατηρητής και ο αναγνώστης γίνεται δευτερεύον παρατηρητής του συγγραφέα. Αυτό το ντόμινο διήγησης μου προκαλεί δέος και την ίδια στιγμή με γεμίζει οικειότητα. Σε αυτή την ακολουθία περιγραφών είναι εμφανές ότι οι μέρες τους ήταν ηλεκτρικές. Οι ίδιοι έτρεμαν τη στιγμή που θα βολεύονταν σε ανυπόφορους συμβιβασμούς. Το μέσα τους έκαιγε και αυτό αποτυπώνεται στο έργο αυτό τόσο αυθεντικά που μπορεί κανείς να νιώσει, έστω και λίγο, την δική του φωτιά να αναζωπυρώνεται.

Ποτέ κανείς δεν καταφέρνει να προσδιορίσει ποια είναι ξεκάθαρα η πορεία του. Ο Jack Kerouac, ίσως στιγμιαία, βρήκε την απάντηση σε όλα αυτά και μας την έδωσε γραμμένη σε λευκό χαρτί. Δεν ξέρω αν ο ίδιος το συνειδητοποίησε ποτέ αλλά σε εμένα η αποκάλυψη αυτή ήταν ξεκάθαρη. Όλο το νόημα και η αναζήτηση βρίσκονταν στην φωτιά που καίει μέσα μας. Τη φωτιά που πρέπει να κρατάμε ζωντανή, να την πυροδοτούμε συνεχώς με ήχους και χρώματα και φίλους και δυνατή μουσική. 

«Οι μόνοι άνθρωποι για ‘μένα είναι οι τρελοί. Αυτοί που είναι τρελοί να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν. Αυτοί που επιθυμούν τα πάντα την ίδια στιγμή, που δεν χασμουριούνται και δεν λένε κοινότυπα πράγματα, αλλά καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά ρωμαϊκά κεριά μέσα στην νύχτα.»

 

 

1 thought on “Αυτόματη Γραφή στον Δρόμο”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *