Ρούχο ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Πώς το Παιχνίδι με τα Ρούχα με Βοήθησε να Βγάλω το Σχολείο

Μ’ αρέσει να επιτείνω το μυστήριο γύρω από το πόσο χαμηλά έπεσα ψυχολογικά στα σχολικά μου χρόνια. Μιλάω συχνά γι’ αυτό. Πρόσφατα με ρώτησε κάποιος αν έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο παθιάζομαι για τα πράγματα, από τα χρόνια εκείνα μέχρι σήμερα. Του απάντησα ότι παθιάζομαι ακόμα με τον ίδιο, ουσιαστικά, τρόπο: ακόμα αντλώ από τη μοναξιά που ένιωθα τότε, ακόμα κάνω πράγματα, για να ξορκίσω ή για να τονίσω, για να αγκαλιάσω το παράταιρό μου. Ακόμα κάνω πράγματα για να αποδείξω ότι πλέον, αν μιλήσω, θα με ακούσουν. Κι ας μην μοιάζουμε.

Ταξίδι στον χρόνο: 2014, Κυριακή απόγευμα κάποιου φθινοπωρινού μήνα. Απλωμένα ρούχα σ’ όλο το δωμάτιο. Δεν θέλω να πάω σχολείο. Η φίλη μου είναι απόμακρη εδώ και καιρό, δεν μου λέει τι συμβαίνει. Φεύγει απ’ τα μαθήματα στα μισά στην καλύτερη, δεν έρχεται καθόλου όλη μέρα και δεν με προειδοποιεί στη χειρότερη. Δεν έρχεται καθόλου όλη μέρα και δεν με προειδοποιεί και δεν έχω κανέναν και δεν έχω κανέναν και δεν έχω κανέναν και το προαύλιο είναι απ’ τα πιο μικρά των σχολείων των Αμπελοκήπων, μα τόσο αχανές για όλους τους μόνους. Δεν θέλω να πάω σχολείο. Τα ρούχα είναι απλωμένα σ’ όλο το δωμάτιο. Ετοιμάζω την ταπεινή μου αυριανή αντίσταση: Ένα φανελάκι με την Enid Coleslaw, ζωγραφισμένο από εμένα, μια μακριά μαύρη φούστα με τούλι, ροζ καλσόν με γκλίτερ και αρβύλες.

Η αλήθεια είναι ότι ανέκαθεν ήθελα να μιλάω, να επικοινωνώ. Στα σχολικά μου χρόνια, ειδικά, μάλλον κυρίως να μιλάω. Κι όποιος ήθελε, ας άκουγε. Η ιδιοσυγκρασιακή επιλογή ρούχων ήταν για μένα ο τρόπος μου να μιλήσω χωρίς να πάρω τον λόγο, χωρίς καν να τον ζητήσω. Τα είχα φτιάξει έτσι στο μυαλό μου, που ήταν, οκ, απαίσιο να περιφέρομαι στους διαδρόμους και στο προαύλιο (υπέρβαση) ολομόναχη, αλλά σίγουρα ήταν πιο υποφερτό, εάν ήμουν ολομόναχη με ενδιαφέρουσα μόδα.

Τι ακριβώς συνιστούσε “ενδιαφέρουσα μόδα” στα μάτια μου; Κάπου στο Γυμνάσιο συνειδητοποίησα ότι μπορεί κανείς να φορέσει φούστες χωρίς να τον έχουν συμβουλεύσει να το κάνει, επειδή π.χ. θα πάει στην Ανάσταση, ή επειδή θα επισκεφτεί συγγενείς για τραπέζι, ή επειδή θα πάει σε σχολική γιορτή, δεξίωση γάμου στο Hilton, οικογενειακή εμφάνιση στο εκκλησάκι του χωριού τον Δεκαπενταύγουστο. Παρατήρησα ότι οι φούστες μού ταίριαζαν περισσότερο, επειδή φοριούνταν λιγότερο. Θέλω να είμαι η μόνη στον χώρο που φοράει φούστα και δη μακριά και πολύχρωμο καλσόν. Θέλω να ξεχωρίζω. Θέλω να φ α ί ν ο μ α ι παράταιρη, γιατί με βρίσκετε παράταιρη και γιατί ε ί μ α ι. Θέλω να ξεχωρίζω ολικώς. Είμαι μία ολομόναχη μόνη, με κατσαρά μαλλιά και υπερβολικό eye liner για τις 8 το πρωί, διάολε, ακόμα και για τις 2 το μεσημέρι. Θέλω να πω: Ξέρω πως ξέρετε πως απλώς κρύβομαι στην αίθουσα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για μέσα, δεν έχω καμία “άσκηση να κάνω”, απλώς κρύβομαι. Αλλά δείτε και άλλον έ ν α ν τρόπο με τον οποίο μπορώ να σας “απογοητεύσω”.

Άρχισα εκείνη την εποχή, επίσης, να εκτιμάω και τη μόδα προηγούμενων δεκαετιών. Διάβαζα συχνά περί vintage κομματιών, περί thrifting, δεν ένιωθα, όμως, έτοιμη να ανοιχτώ στην Αθήνα. Ήταν ακόμη αφιλόξενη για μένα· μετά βίας γνώριζα και άντεχα τη γειτονιά μου. Θυμάμαι, ωστόσο, βρέθηκα κάποια φορά στην Αμερικανική Αγορά και μια άλλη στο Troc στη Μαβίλη και μαγεύτηκα. Αρκέστηκα στο δέος και τίμησα, για αρχή, την παλιά ντουλάπα της μητέρας μου. Φόρεσα τις στενές ψηλόμεσες και μάλλινες φούστες της, ρομαντικά πουκάμισα με λουλούδια, κράτησα τσάντες της, έβαλα πολύχρωμες και μάλλον κατά πολύ ξεπερασμένες στέκες της στα μαλλιά μου, έδεσα τα φουλάρια της με όλους τους πιθανούς τρόπους. Κάθε τόσο, κατεβάζαμε σακούλες απ’ τις ντουλάπες, γεμάτες παλιά της ρούχα, τα οποία συνήθως είχα ήδη δοκιμάσει και απορρίψει  την προηγούμενη χρονιά, αλλά η εφηβεία και η θλίψη αλλάζουν συνεχώς πρόσωπα και ξαφνικά βρίσκεσαι να επαναλανσάρεις ψηλόμεσο τζιν καμπάνα το 2013. (Αυτό είναι πριν τα ξανακάνουν μόδα όλες οι αλυσίδες, παρακαλώ!) 

Όλα αυτά είχαν ως κύριο φόντο το σχολείο. Η πρόβα γινόταν μπροστά απ’ τον καθρέφτη μου και καταγραφόταν στην ροζ ψηφιακή μου κάμερα με τη λειτουργία των 13 δευτερολέπτων. Εκεί, όμως, το σόου, εκεί και η αντίσταση, εκεί και τα σχόλια. 

Εκεί και ο θρίαμβος. Γιατί για μένα στα 14, στα 15, στα 16, το πιο σημαντικό ήταν να νιώθω πως κερδίζω ή πως χάνω με τους δικούς μου τρόπους. Ήθελα και θέλω να παίζω σε όλα τα εκφραστικά παιχνίδια, να δοκιμάζω να επικοινωνήσω με όσους τρόπους έχω, μα τότε έπρεπε να παίζω στα σιωπηλά και να βρίσκω καινούργια παιχνίδια, με δικούς μου κανόνες. Έτσι, κάθε απροσδόκητος συνδυασμός χρωμάτων ή μοτίβων μπροστά απ’ τον καθρέφτη μου φάνταζε σαν ρίξιμο ζαριών, όμως άηχο, και κάθε μου μοναχική εμφάνιση στο προαύλιο ήταν μια κίνηση στο ταμπλό, εξίσου άηχη, μα με το ίδιο αποτέλεσμα. Στο τέλος, ήμουν και πάλι κάπου αλλού.

Ταξίδι στον χρόνο: 2016 Κυριακή απόγευμα κάποιου καλοκαιρινού μήνα. Απλωμένα ρούχα σ’ όλο το δωμάτιο. Ίσως και να θέλω να πάω σχολείο. Δεν μιλάω, δοκιμάζω, ρίχνω τα ζάρια, δοκιμάζω. Τα ρούχα είναι απλωμένα σ’ όλο το δωμάτιο. Ετοιμάζω την αυριανή μου αντίσταση: ένα πουά φόρεμα και κόκκινα παπούτσια. Τη Δευτέρα τα φοράω, μετακινούμαι στο ταμπλό, φτου και βγαίνω έξω απ’ την φοβία του προαυλίου μια για πάντα.

 

κείμενο και κολλάζ της Σελέστ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *