ΜΟΙΡΟΓΝΩΜΟΝΙΟ

Ασκήσεις Ενεργητικής Φωνής

Στα λεωφορεία της Αθήνας δεν παίζει μουσική. Μερικές φορές μόνο ο οδηγός του λεωφορείου μπορεί να τζαμάρει ακούγοντας ραδιόφωνο μαζί με τους επιβάτες που κάθονται στην μπροστινή πλευρά του μέσου. Κατά βάση, όμως, δεν έχουμε κάποια χαρακτηριστική μουσική να ακούγεται στα ηχεία. Ωστόσο, πολύ συχνά, σχεδόν σαν ραδιοφωνική επιτυχία που ζητήθηκε μαζικά από το κοινό, επανέρχεται για να κουδουνίσει στα τοιχώματα των αυτιών μας ο ύμνος της πιεστικής, αγχώδους κοινωνικής συνύπαρξης μέσα στο λεωφορείο: η ρατσιστική επίθεση. Πράγματι, μπορεί να μην την ακούμε μερικές φορές, όταν φοράμε τα ακουστικά μας ή διαβάζουμε το βιβλίο μας με προσοχή, αλλά αυτή κουρδίζει τα όργανά της στο δίπλα κάθισμα και συχνά, αφού παίξει, υποκλίνεται νικηφόρα.

Ως φοιτητής που ακόμα δεν έχει μάθει να ελέγχει τέσσερις ρόδες πάνω στην άσφαλτο, χρησιμοποιώ κάθε μέρα τα μέσα. Αναφέρομαι, λοιπόν, από τη μία σε αυτή την περίσταση ρατσισμού, γιατί την βλέπω μπροστά μου σε μεγάλη συχνότητα, είτε λόγω του ότι βρίσκομαι πολλές ώρες της ζωής μου στα μέσα είτε επειδή συμβαίνει όντως τόσο συχνά. Από την άλλη, αναφέρομαι στον ρατσισμό στο λεωφορείο, γιατί το γεγονός ότι συμβαίνει σε μια σκηνή με θεατές όλους του τους επιβάτες τον τοποθετεί σε μία άλλη σφαίρα αντίληψης. Έχω ο ίδιος βιώσει ρατσισμό, αλλά όχι στο λεωφορείο. Τις περισσότερες φορές που αυτό έχει συμβεί επρόκειτο για ένα ζήτημα μεταξύ του ατόμου με την ρατσιστική συμπεριφορά και εμένα, μία κατάσταση, δηλαδή, στην οποία συμμετείχαν δύο μόνο άτομα. Σε αυτές τις συνθήκες, ο οποιοσδήποτε καλείται, δυστυχώς, να αντιδράσει και να απαντήσει ή όχι στην αδικία δίχως την υποστήριξη κανενός, γιατί δεν υπάρχει κανένας να την παράσχει. Στο λεωφορείο, όμως, για να διορθώσω και τη σκέψη μου, οι συνεπιβάτες δεν είναι θεατές που αποστασιοποιημένοι παρακολουθούν την ενέργεια και τα πάθη ρόλων, αλλά παίζουν οι ίδιοι έναν ρόλο, από τη στιγμή που το εκάστοτε γεγονός εκτυλίσσεται μπροστά τους, συμμετέχουν σε μία άσκηση πάνω στην αδράνεια ή την δράση.

Έχω υπάρξει και κακώς επιλέξει να είμαι αμέτοχος θεατής μπροστά σε αρκετές ρατσιστικές επιθέσεις. Κάθε φορά έχω νιώσει έκπληξη μπροστά στον αχρείαστο, στον απίστευτα μη αναγκαίο χαρακτήρα της κάθε επίθεσης. Έχω δει ανθρώπους να ενοχλούνται, επειδή άκουσαν κάποιον να μιλάει στο τηλέφωνο σε μία άλλη γλώσσα, έχω μάλιστα καταλάβει ότι το ρατσιστικό αίσθημα έχει τέτοιο οξυμένο γλωσσικό αισθητήριο, ώστε μπορεί να κατανοήσει ποιες γλώσσες είναι άξιες της αγανάκτησής του. Έχω δει ανθρώπους να δυσαρεστούνται στη θέα ανθρώπων άλλης εθνικότητας από τη δική τους, όταν αυτοί συναντιούνται στο λεωφορείο και, επειδή γνωρίζονται, συζητούν μεταξύ τους. Και έχω δει ανθρώπους να επιτίθενται σε άλλους με σιγουριά, επειδή η όψη τους, το χρώμα του δέρματός τους και τα χαρακτηριστικά τους, προδίδουν ότι είναι διαφορετικοί.

Κάθε φορά, όμως, έχω νιώσει φόβο και ντροπή. Πρόσφατα, όταν μία γυναίκα μεγάλης ηλικίας άρχισε να προσβάλλει μία συνεπιβάτη της, μικρότερης ηλικίας, η οποία κατά πάσα πιθανότητα γυρνούσε από τη δουλειά της, αφού την άκουσε να μιλάει στο τηλέφωνό της σε μία άλλη των ελληνικών γλώσσα, δεν επενέβην με τον οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα κι αν άκουσα καθαρά την όλη τους «συζήτηση». Δεν αντέδρασα, αν και όσο η πρώτη γυναίκα έβριζε την άλλη, οι χτύποι της καρδιάς μου είχαν αυξηθεί και έσφιγγα δυνατά τα δόντια μου. Ήμουν τουλάχιστον αγχωμένος. Δεν ξέρω τι σε αυτή την γυναίκα μείωσε το θάρρος μου. Δεν ήταν η πρώτη φωνή απέχθειας και μίσους που άκουγα στη ζωή μου ούτε είχε η ίδια κάτι το τόσο τρομακτικό πάνω της· ήταν άλλη μία συνεπιβάτης μου. Και ένιωσα ντροπή που προσποιούμουν ότι δεν συνέβαινε τίποτα, που ανεχόμουν κάτι που έντονα με ενοχλούσε. Ένιωσα, όμως, κυρίως ντροπή, γιατί έπρεπε να μιλήσω.

Δεν θεωρώ ότι το χρέος μου να μιλήσω σε αυτή την περίπτωση βασίζεται στην ανάγκη να μεταπεισθεί το άτομο με τις ρατσιστικές απόψεις ούτε στην προσωπική μου ανάγκη να εξωτερικεύσω με τη σειρά μου τον θυμό και την αγανάκτησή μου. Βασίζεται σε κάτι ουσιαστικότερο και πολλές φορές πιο σημαντικό. Βασίζεται στο ότι δεν πρέπει να αφήσω το άτομο που δέχεται την επίθεση να υποστηρίξει τον εαυτό του. Απλά δεν πρέπει να μπει σε αυτή τη διαδικασία. Κανένας μας δεν πρέπει ποτέ να αναγκαστεί να αιτιολογήσει και να υποστηρίξει την ίδια του την ύπαρξη σε κάποιον άλλον, ειδικά όταν αυτό αφορά σε παράγοντες της ύπαρξής μας που ούτε καν έχουμε επιλέξει (η καταγωγή, το χρώμα μας, το φύλο, η σεξουαλικότητα κοκ). Το κάθε άτομο πρέπει να είναι ελεύθερο να υπάρχει αδέσμευτο από την υποχρέωση αιτιολόγησης της ύπαρξής του. Δεν πρέπει, λοιπόν, η ίδια η κυρία να απαντήσει στο «Βρωμιάρα!», γιατί από τη στιγμή που μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία η ελευθερία της πληγώνεται και πέφτει σε μία θέση στην οποία δεν θα πέσει κατά πάσα πιθανότητα αυτή ενός Έλληνα που ζει στην Ελλάδα. Όπως ένας Έλληνας, λοιπόν, δεν χρειάζεται να υπερασπιστεί την ελληνικότητά του, έτσι και εγώ πρέπει να παλέψω τη μάχη για την άλλη κυρία, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να υπερασπιστεί η ίδια την εθνικότητά της.

Παρ’ όλο που επικεντρώνομαι στην περίπτωση της επίθεσης προς την προέλευση του άλλου, δεν θεωρώ ότι ισχύει κάτι το διαφορετικό σε οποιαδήποτε άλλη επίθεση είναι παρόντα άτομα πέραν του επιτιθέμενου και αυτού που δέχεται την επίθεση. Ο σεξισμός, όπως και ο ρατσισμός, είναι παρών εντός και εκτός του λεωφορείου. Πέραν αυτού, στα λεωφορεία συχνή είναι και η σεξουαλική παρενόχληση για τις γυναίκες. Και σε αυτή την περίπτωση, πιστεύω είναι εξίσου χρέος μου να υπερασπιστώ την ακεραιότητα, σωματική κιόλας ενίοτε, του άλλου ανθρώπου· να φροντίσω ότι δεν πρέπει να απολογηθεί και ίσως, δίχως να είναι η πρώτη και κύριά μου μέριμνα, να φροντίσω να απολογηθεί το πρώτο άτομο για τη θέση στην οποία επιλέγει να φέρει το δεύτερο, μιας και είναι κάποιος γυναίκα ή άντρας δίχως να ρωτηθεί ή και να πρέπει να ρωτήσει τον οποιονδήποτε, ελεύθερα, αλλά  η υποτίμηση και η ταπείνωση του άλλου φύλου, της οποιασδήποτε έμφυλης ταυτότητας ή σεξουαλικότητας κάποιου δεν ελευθερώνουν κανέναν· εγκλωβίζουν, όμως, τους πάντες σε ένα σύστημα βίαιης αυθαιρεσίας.

Γυρνώντας στο περιστατικό που αφηγόμουν πιο πάνω, να πω ότι μια κοπέλα τελικά υπερασπίστηκε την αποδέκτη της επίθεσης και την υπερασπίστηκε καλά. Η φωνή της ήταν καθαρή και σταθερή και μιλούσε με σαφήνεια, έλεγχο και λογική. Όσο μιλούσε, μπόρεσε και καθησύχασε εμένα, πόσο μάλλον το άτομο το οποίο υπερασπιζόταν. Η ηλικιωμένη κυρία, βέβαια, δεν φάνηκε να συγκινείται ιδιαίτερα. Μέχρις ότου κατέβηκα στη στάση μου, την άκουγα ακόμα να μουρμουρίζει. Δεν έχει, όμως, σημασία. Θεωρώ ότι εκείνη τη στιγμή η κοπέλα δεν μιλούσε τόσο σε εκείνη, αλλά αναφερόταν στην ουσία σε όλους τους υπόλοιπους. Έδειχνε ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές και δεν αναφερόταν μονάχα στις ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά και στην αδράνεια μπροστά τους. Υπενθύμιζε ότι έχουμε ύμνους πιο δυνατούς, πιο μελωδικούς να τραγουδήσουμε, όταν θα πρέπει να κουφάνουμε τον ήχο της επίθεσης του παράλογου μίσους.

Σημείωση: Πολύ καιρό μετά από τη συγγραφή αυτού του κειμένου, μου υπέδειξαν αυτό εδώ το άρθρο. Είναι πολύ σημαντικό και για αυτό το παραθέτω εδώ

κείμενο του Μαρλένο
σχέδιο του Itsmi

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *