IN MEDIAS

Ένα Μπολ Φυστίκια

Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς το Μπολ Φυστίκια και το Μπολ Φυστίκια είναι κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω και, όσο περισσότερο διαβάζω την περιγραφή τους, τόσο περισσότερο μπερδεύομαι. Γιατί τι πάει να πει «Κάνουμε τράκα 1 τσιγάρο όταν η μέδουσα της νευρικότητας απειλεί στο όνομα της Δράσης»; Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν.

Το Μπολ Φυστίκια είναι ο λόγος. Ο λόγος για τον οποίο ο Σίσυφος είναι αθώος [‘’σπάμε τον βράχο του Σίσυφου και τον πίνουμε!’’]. Ο λόγος για κάθε παράλογο ήρωα που επιβιώνει.

Ορίστε το μνήμα μου (Πυθαγόρας Κ.) – 19/09/2018
Βρίσκομαι ανάπηρος και μικροσκοπικός

πάνω σε μια γιγάντια καρέκλα
τριγύρω όλες οι γυναίκες φαντάζονται το μνήμα
μου πένθιμο μα καρποφόρο
ταυτόχρονα
ένας φονιάς με τα δόντια του
συζητά για το μέλλον
με κοιτά και με σκιτσάρει
πότε με χρώμα γκρί
πότε μ ‘απαισιόδοξο
ταιράξαν φαίνεται του νού του καλλιτέχνη
τα βεγγαλικά   τα ξώγαμα   τα μπάσταρδα
με τις ζάρες και τις ζαριές
σαν οιωνοί της εξολόθρευσης
κοιτούν για χάρη μου
τον ένστολο σαχλό
ορίστε το μνήμα μου
μια ξανθιά ανταύγεια της Σαχάρας
ένα σαχλοπήδημα του Πάνα
μία ασήμαντη πομπή
ο αγγελιαφόρος κλαίει
ανακοινώθηκαν τα βαφτίσια μου
κανείς δεν ήθελε να ονομαστώ
τώρα ορίστε
χρυσά πιρούνια    χρυσό πιάτο
κι ένα έλατο στη γωνία
προσπαθεί να γίνει εμπόδιο
στον αγώνα της ανεξαρτησίας μου


Είναι μια συλλογική προσπάθεια για τέχνη. Για τέχνη του λόγου. Με ό,τι αυτό «εμπεριέχει», όσο μπορεί να εμπεριέχεται το οτιδήποτε σε κάτι ασαφώς από τα θεμέλιά του «ορισμένο», όσο μπορεί να οριστεί κάτι  εννοούμενο από τα θεμέλιά του με άπειρους τρόπους.
Ο λόγος για το αστείο της υπόθεσης του να ζούμε.

Ιστορία για ένα έντομο κι ένα πτηνό (Ιώ. Τ.) – 03/10/2018
Το καλοκαίρι νιώθω σαν κατσαρίδα

που οσφραίνεται με δυσκολία,
για να βρει το φαγητό της, να τραφεί και να ζήσει
και δε ξέρω καν
αν η κατσαρίδα έχει όσφρηση
μόνο την βλέπω ν’ ακολουθεί για ώρα αυτήν τη γραμμή
που για την ίδια, μπορεί και να μην υπάρχει καν, κι εγώ να είμαι εκείνη που της την όρισα
επειδή εκεί
για ‘μένα -με την ανθρώπινη όσφρησή μου- μυρίζει κάτι σαν σάπια ντομάτα.
Ωστόσο, η δική μου γραμμή
που αυτή σίγουρα δεν υπάρχει
και ακόμα πιο σίγουρα την όρισα -από- μόνη μου,
μυρίζει νύχτα σε ημιαστικό τοπίο, με λίγα δέντρα και ίσως υγρασία.
Εκεί είναι που τώρα εγώ, οσφραίνομαι με την ίδια δυσκολία
για να βρω το φαγητό μου, να τραφώ και να ζήσω
-όμως με την ανθρώπινη όσφρησή μου.
Τώρα της μοιάζω
κι εσύ με φοβάσαι
όμως να ξέρεις
υπάρχουν μεγαλύτερα πλάσματα,
πιο άσχημα και πιο επικίνδυνα από ‘μενα κι εκείνη που
μόλις
έγινε το φαγητό ενός πτηνού, μπρος στα μάτια μου
κι αυτό είναι ένας σπαραγμός μες στον σπαραγμό
ακριβώς σαν τον δικό μας.
Τα πτηνά
είστε πιο μεγάλα, πιο άσχημα και πιο επικίνδυνα από κάθε έντομο σαν εκείνη
κι εμένα
που νόμισα πως επειδή με φοβάσαι
θα σε φάω ολόκληρο
και να που τελικά, πιάστηκα στην παγίδα μου,
κι έγινα εγώ το φαγητό σου
κι ούτε καν για να χορτάσεις- σιγά το γεύμα!
για λίγες ώρες μόνο
για το ποιος υπερισχύει στα παιχνίδια της φύσης
και για το τι τελικά, ορίζεται.
Μα
το αστείο είναι
που ενώ με κατάπιες
με φοβάσαι ακόμα.
Κι αλήθεια αναρρωτιέμαι
αν θα κάτσεις ν’ αναλύσεις αυτήν την ιστορία, γι’ αυτό το έντομο κι αυτό το πτηνό
Ή αν όλα όσα γράφτηκαν από πριν,
ματαιώνονται κι αυτά
τώρα που δεν θα ξαναγράψω για σένα

Ο λόγος ως μια αναγκαία ανθρώπινη κατάσταση, που την γουστάρουν και την προτιμούν, την επιλέγουν με όλη τους τη συνείδηση και όχι γιατί τους την επέβαλλαν, αλλά γιατί κανείς δεν είπε στο Σίσυφο πως θα μπορούσε απλά να σπάσει το βράχο. [ «Τον σπάμε γιατί μας φαίνεται καλύτερη ιδέα απ’ το να τον σπρώξουμε, ένα καθήκον που μας επιβλήθηκε έξωθεν, από δυνάμεις ανώτερες, καταπιεστικές όχι ίδιες ή συντροφικές » ]. Και το καλοκαίρι αντί να τρώνε τις γρανίτες τους, πριν να λιώσουν, γράφουν.

Φαγούρα 5,5: Αθήνα μου, Αθήνα μου, σε σκάλισα στο μνήμα μου – 29/08/2018
Απ’ τον ιδρώτα των περαστικών

φτιάξαμε ένα ρυάκι
μες στην πλατεία Ομονοίας,
και γύρω του, στην τσιμεντένια ακτή,
μαζεύτηκαν λουόμενοι
και κάναν μακροβούτια.
Χωνάκι παγωτό
ρέει κρεμώδες σ’ ένα τρίχινο πηγούνι,
κι ένα καβούρι απ’ το Σχινιά
τσιμπάει μανιωδώς
τα κωλομέρια των πρεζέων.
Αεράκι ζουμερό,
μαύρο απ’ τις εξατμίσεις,
φύσα λίγο γαμώτο σου,
φύσα μπας και φύγει η μπόχα από δω
και πάει σε καμιάν άλλη συνοικία.
-Φίλε, μήπως έχεις πέντε ευρώ
να πάρω έναν ανεμιστήρα;
-Όχι, φίλε, σόρρυ,
αλλά άμα θες έχω μισό τζικάκι.
Εργάτες ταΐζουνε με τούβλα και μπετό
τα μίζερα και άπληστα
στόματα αυτής της πόλης,
και στο Πεδίον κυκλοφορούνε τόπλες
και χαρμάνηδες οι μενζ,
κι αφού δεν έχουνε να πιούνε σταφ,
σπάνε και ρουφάν γραμμές
με σκόνη απ’ τη Σαχάρα.
Έλα, εντάξει, άραξε,
κάνε ένα κρύο μπάνιο,
ζήτα λίγο πάγο από την καφετέρια,
τρίψτον στο βρωμερό σου στέρνο
και στο ηλιοκαμένο κούτελο σου,
στρίψε κι όσο περιμένεις στη στάση το αστικό
ένα δροσιστικό τσιγαράκι του Αυγούστου,
και προπάντων θυμήσου, φίλε μου,
να φας τη γρανίτα σου πριν λιώσει.

(Άλεξ Κοάν)

Είναι ολόκληροι ένας σουρεαλισμός- εκτός κι αν βέβαια εμείς δεν έχουμε ορίσει σωστά την πραγματικότητα- και στην αποθήκη τους ίσως δυσκολευτείς αρκετά να καταλάβεις το γιατί. Αλλά το γιατί μοιάζει να μην τους αφορά. Ανεβάζουν την παράσταση, λένε τις ατάκες τους με τη σωστή σειρά και, αν τύχει να ξεχάσουν κάτι, αν κατά λάθος το γράμμα της τρίτης σκηνής βρεθεί στην πρώτη, δεν φαίνεται να πειράζει, θα φανεί λογικά απλά σαν αυτοσχεδιασμός.Κάπως έτσι, τους έμαθα από αυτό:

Κομπαρσικόπημα (Φοξ)- 25/ 04/ 2018
αφότου σε γνώρισα, συμπέρανα ότι
αυτοί που είναι καλοί ηθοποιοί όλη μέρα, κάθε μέρα,
επί σκηνής δείχνουν χαμένοι και μικροί
τρεις ατάκες είχες όλες κι όλες στη ζωή μου
τη μία την άφησες να φύγει
καπνίζοντας με μανία, κοιτάζοντας με προσήλωση τον τοίχο
την ξέχασες και πέρασε η σειρά σου
την άλλη την ξόδεψες σε μια φιλοσοφία για τον κόσμο
βεβιασμένη και επιφανειακή
που παρ’ όλα αυτά με έκανε να κλάψω
η τρίτη ήταν η χειρότερη, γιατί την είχες
πιο πολύ απ’ όλες προβάρει
και χαρίσει απερίσκεπτα δεξιά κι αριστερά
οπότε δεν την πίστεψα, και δεν την ξανασκέφτηκα
όμως για μένα είσαι πρωταγωνιστής
κι εγώ, σαν καθώς πρέπει κομπάρσος,
χαμογελώ χωρίς να μιλάω
γνωρίζω, παραδόξως, καλύτερα από σένα,
πως τη μάχη εναντίον σου πάντα θα τη χάνω
σε χειροκροτώ λοιπόν δυνατά
για όσο υποκλίνεσαι
και σε λατρεύω κρυφά
αν και τα μάτια μου, όπως τα μάτια οποιουδήποτε κομπάρσου, προδίδουν
πως η αυλαία θα πέσει
την ίδια στιγμή
και για τους δυο μας.

Και αναρωτήθηκα πολύ για το ποια θα μπορούσε να ήταν η ατάκα εκείνη που επέφερε έναν τόσο μεγάλο χαλασμό και την ανάγκη για την ύπαρξη του Κομπαρσικοπήματος. Ίσως ο Φοξ να μας πει.

Έκτοτε αγάπησα τις Πορσελάνες τους και την Ε.Κάτη, γιατί κάθε σπίτι έχει μια Θεά, και, όσο προκλητική και αν βρήκα την Άννα Ντακ, δεν μπορούσα παρά να ταυτιστώ με το «γιου κειμ», ενώ κάπως περίεργα κάθε νέα τους προσθήκη μοιάζει να τους ταιριάζει όλο και περισσότερα.

Λίγο πολύ νιώθω ότι ξεκινούν από όπου ξεκινάμε και εμείς, την ανάγκη για έκφραση. Προχωρούν, βέβαια, διαφορετικά. Αγαπούν, όμως, σίγουρα την τέχνη. 

κείμενο της Κων/νας Καρανάσιου
τη εικόνα έφτιαξε ο Λεωνίδας ( leonidas996@hotmail.com)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *